Fantic Motor σε κρίση – Σε κίνδυνο και η Minarelli

Παραπαίει ολόκληρος ο ιταλικός όμιλος επιχειρήσεων
Fantic Group in Crisis
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

8/8/2025

Μια ακόμη ιστορική μάρκα στον κόσμο των δύο τροχών αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες. Η Fantic Motor, με έδρα στο Βένετο της Ιταλίας, ανακοίνωσε την έναρξη μιας εξωδικαστικής διαδικασίας που επιτρέπει στις εταιρείες να διαπραγματευτούν με πιστωτές και ενδιαφερόμενους φορείς προκειμένου να αποφύγουν τη χρεοκοπία.

Η κρίση στη Fantic Motor δεν ήρθε ξαφνικά, καθώς τα οικονομικά προβλήματα είχαν αρχίσει να φαίνονται από το 2023. Το πρόβλημα αφορά ολόκληρο τον όμιλο, που περιλαμβάνει πέρα από τη Fantic και τη Motori Minarelli, καθώς και τη ποδηλατική Bottecchia Cicli, την οποία απέκτησε τον Ιούλιο του 2022.

Το 2021, η Fantic είχε κλείσει την έβδομη συνεχόμενη χρονιά ανάπτυξης, με κύκλο εργασιών άνω των 103 εκατομμυρίων ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 95% σε σχέση με το 2020. Το 2022 όλα έδειχναν να βαίνουν καλώς, με τον τζίρο να φτάνει τα 127 εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, η χρονιά αυτή στιγματίστηκε από ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, που περιόρισαν την περαιτέρω ανάπτυξη.

Το 2023, η κατάσταση επιδεινώθηκε αισθητά. Ο τζίρος έπεσε στα 113 εκατομμύρια ευρώ, ενώ τα χρέη προς τράπεζες και προμηθευτές ξεπέρασαν τα 137 εκατομμύρια ευρώ. Τα περιθώρια κέρδους εκμηδενίστηκαν, επηρεασμένα από αυξημένα λειτουργικά κόστη και ανεπαρκές δίκτυο διανομής. Όπως και στην περίπτωση της KTM, οι επενδύσεις στην ηλεκτροκίνηση δεν απέδωσαν.

Fantic Group in Crisis

Τα ηλεκτρικά ποδήλατα και τα e-scooters έμειναν στα ράφια αποθηκών ή απούλητα στις αντιπροσωπείες. Το 2023 πραγματοποιήθηκε και αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 30 εκατομμυρίων ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, η κρίση συνεχίστηκε και μέσα στο 2024, με το πρώτο εξάμηνο να κλείνει με ζημίες 13 εκατομμυρίων ευρώ.

Αλλαγές στην ηγεσία

Στο τέλος του 2024, ο Maurizio Roman διαδέχθηκε τον αδερφό του Mariano Roman στην ηγεσία της εταιρείας, σε μια προσπάθεια αναδιοργάνωσης. Όμως, προβλήματα υγείας τον εμπόδισαν να υλοποιήσει το έργο του και έτσι ορίστηκαν δύο διευθύνοντες σύμβουλοι: ο Costantino Sambuy και ο Gianni Nardelotto.

Ο Sambuy διαθέτει πλούσια εμπειρία στον τομέα των δύο τροχών, έχοντας διατελέσει CEO της Peugeot Motorcycle και επικεφαλής Ασίας για τον Όμιλο Piaggio. Ο Nardelotto, από την άλλη, είναι Γενικός Διευθυντής της VeNetWork, ενός τοπικού συνασπισμού εταιρειών της ευρύτερης περιοχής του Βενετο, όπου συμμετέχει, μεταξύ άλλων, και η Fantic Motor.

Fantic Group in Crisis

“Με την ενεργοποίηση της διαπραγματευτικής επίλυσης κρίσης, εργαζόμαστε για την αποκατάσταση της οικονομικής ισορροπίας τους επόμενους μήνες και την υπέρβαση του δυσμενούς οικονομικού κλίματος”, δήλωσαν οι Sambuy και Nardelotto. Παράλληλα, προετοιμάζεται νέο βιομηχανικό σχέδιο, με στόχο τη βιωσιμότητα και τη μακροπρόθεσμη συνέχεια του ομίλου.

Αβεβαιότητα για την Minarelli

Όσον αφορά τη Minarelli, η κατάσταση παραμένει κρίσιμη. Η εταιρεία απασχολεί περίπου 200 εργαζόμενους που βρίσκονται σε αβεβαιότητα και  καθεστώς στήριξης της εταιρείας με μειωμένες απολαβές ή/και ωράρια. Παρά τις δυσκολίες, υπάρχει στήριξη από την συνεταιριστική τράπεζα της περιοχής Απέννινων Emil Banca.

“Δεν θέλουμε να μείνουμε θεατές. Αν μπορούμε να βοηθήσουμε, είμαστε διαθέσιμοι”, δήλωσε ο πρόεδρος της Emil Banca, Gian Luca Galletti. Η τράπεζα προσφέρει από προκαταβολές αποζημιώσεων, μέχρι στήριξη για αποπληρωμή προσωπικών χρεών, σχέδια επανένταξης στην εργασία και στήριξη για αυτοαπασχόληση στους εργαζόμενους της Minarelli.

Fantic Group in Crisis

 

Ετικέτες

Έξυπνες κάμερες – Νέος διαγωνισμός με μικρότερο προϋπολογισμό, σιγή ιχθύος για λάθος ενδείξεις στην πιλοτική φάση

Το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης προκήρυξε νέο διαγωνισμό μετά την ακύρωση του πρώτου λόγω προσφυγών
camera
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

15/6/2026

Ο νέος διαγωνισμός γίνεται “για τη σύναψη μεικτής σύμβασης προμήθειας και παροχής υπηρεσιών για την Προμήθεια, εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση δικτύου Καμερών Καταγραφής Παραβάσεων Κ.Ο.Κ.” και έχει συνολικό προϋπολογισμό 44.055.805 ευρώ, ενώ το κριτήριο κατακύρωσης θα είναι η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει βέλτιστης σχέσης ποιότητας-τιμής.

Το αντικείμενό του τώρα αφορά μόνο τις 1.000 σταθερές κάμερες που πρόκειται να αναπτυχθούν σε σταθερά σημεία ανά τη χώρα και όλα τα συμπαραμαρτυρούντα τους: βάσεις στήριξης, ηλεκτρολογική εγκατάσταση, δικτύωση, συντήρηση, εκπαίδευση αστυνομικών στη χρήση τους. Δεν περιλαμβάνει δηλαδή τις κινητές κάμερες που θα μπουν σε λεωφορεία, οι οποίες πιθανότατα θα ανατεθούν σε διαφορετικό διαγωνισμό.

Ο νέος διαγωνισμός θέτει ως καταληκτική ημερομηνία για την κατάθεση προσφορών την 27η Ιουλίου 2026 και την ηλεκτρονική τους αποσφράγιση την 28η Ιουλίου, ωστόσο προβλέπει σχεδόν το μισό κόστος από πριν και η αιτία είναι η αφαίρεση του όρου προαίρεσης, δηλαδή της δυνατότητας επέκτασης της παραγγελίας σε μετέπειτα χρόνο. Σύμφωνα με το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ο λόγος που δεν ενσωματώθηκε ξανά η προαίρεση είναι πως δεν μπορούν να είναι γνωστές εκ των προτέρων οι τεχνικές προδιαγραφές που θα ισχύουν σε μερικά χρόνια, έτσι η κυβέρνηση δεν ήθελε να δεσμευτεί με ένα πακέτο συγκεκριμένων προδιαγραφών που ενδεχομένως να έχει ξεπεραστεί ή βελτιωθεί ως την επόμενη προμήθεια.

Θυμίζουμε πως ο πρώτος διαγωνισμός που είχε προκηρυχθεί ματαιώθηκε στα τέλη Μαΐου μετά από αρκετές προσφυγές εταιρειών που επικαλούνταν είτε ασαφείς τεχνικές προδιαγραφές ή υπονοούσαν φωτογραφικό διαγωνισμό που πρακτικά περιέγραφε τα προϊόντα ενός συγκεκριμένου κατασκευαστή.

Στο μεταξύ η επικαιρότητα έχει γεμίσει από δημοσιεύματα στον ημερήσιο Τύπο που μιλούν για τεράστιο ποσοστό λανθασμένων καταγραφών από τις “έξυπνες” κάμερες. Με εκτιμήσεις για αστοχία σε πάνω από 90% των βεβαιωμένων παραβάσεων, τα σχετικά δημοσιεύματα επικαλούνται αστυνομικές πηγές, γεγονός που κάνει ιδιαίτερα ανησυχητικό το όλο ζήτημα καθώς, από τη στιγμή που οι κάμερες θα έχουν δικτυωθεί ως προβλέπεται, θα λειτουργούν αυτόνομα. Αυτό σημαίνει πως όποιοι δεχτούν κλήση για παράβαση που κρίνουν πως ήταν λανθασμένη, θα πρέπει να πληρώσουν το πρόστιμο και να προσφύγουν κατά της καταγραφής, γεγονός που μπορεί να πλημμυρίσει τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Στην παρούσα φάση, οι λιγοστές κάμερες που έχουν εγκατασταθεί πιλοτικά δεν υποστηρίζονται από σέρβερς τεχνητής νοημοσύνης, αλλά τα ευρήματά τους περνούν από την κλασική μέθοδο, έλεγχο από αστυνομικό. Προφανέστατα όμως δεν υπάρχουν αρκετοί αστυνομικοί να τσεκάρουν τι κατέγραψε κάθε μια από τις κάμερες που διαφημίζονται πως θα πιάνουν χιλιάδες παραβάτες κάθε μέρα.