Honda RS250R-S by Tyga Performance

Μια μοτοσυκλέτα GP για τον δρόμο!
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

26/11/2018

Η συγκεκριμένη Honda RS250 NX-5 της Tyga θα μπορούσε κάλλιστα να συγκριθεί με την Desmosedici της Ducati υπό μια έννοια, καθώς και οι δύο εταιρείες ακολούθησαν την ίδια φιλοσοφία. Σκοπός ήταν και στις δύο περιπτώσεις να παρουσιάσουν μια καθαρόαιμη GP μοτοσυκλέτα -έστω και περιορισμένης παραγωγής για την Ducati ή μια “one-off” για την περίπτωση της Tyga- νόμιμη για χρήση στο δρόμο, μεταφέροντας όσο το δυνατόν πιο αυτούσια την αγωνιστική τεχνολογία. Βέβαια το αποτέλεσμα που παρουσίασε η Ducati τότε ήταν πολύ πιο δύσκολο να έρθει στην πραγματικότητα καθώς οι προδιαγραφές της Ε.Ε. ήταν και τότε αρκετά αυστηρές, γεγονός που δημιούργησε φραγμούς στην αυτούσια μεταφορά της αγωνιστικής τεχνολογίας, όμως η Desmosedici είδε το φως της παραγωγής μαγεύοντας το μοτοσυκλετικό κοινό. Στην περίπτωση της Tyga όπως γίνεται αντιληπτό παρακάτω τα πράγματα ήταν πιο εύκολα.

Η Tyga Perfomance ιδρύθηκε πριν από 20 χρόνια στην Ταϊλάνδη και έχοντας πλέον πάνω από 80 άτομα προσωπικό και ενεργή δράση στους αγώνες, καθώς παρέχει τεχνική υποστήριξη στην SAG της Moto2, κατασκευάζει αξεσουάρ για μοτοσυκλέτες χαμηλομεσαίου κυβισμού. Με την πάροδο των χρόνων ειδικεύτηκε στην κατασκευή συστημάτων εξαγωγής, τόσο σε δίχρονους κινητήρες όσο και σε τετράχρονους, ενώ απ’ τον κατάλογο των προϊόντων της δεν απουσιάζουν και τα carbon φαίρινγκ. Η εταιρεία έχοντας μεγάλο πάθος για τους αγώνες και την εξέλιξη των μοτοσυκλετών αναλαμβάνει και την προετοιμασία των supersport μοτοσυκλετών για track day τόσο για ιδιώτες όσο και για την ίδια, εκμεταλλευόμενη την πολυετή τεχνογνωσία της. Στο παρελθόν είχε παρουσιάσει διάφορες μοτοσυκλέτες, τροποποιώντας τες με γνώμονα τη μείωση του βάρους και την βελτίωση των επιδόσεων, δημιουργώντας έτσι μικρά διαμαντάκια όπως το NSR 250 με big bore kit, carbon φαίρινγκ και τις εξατμίσεις της εταιρείας καθώς και πολλά άλλα εξαρτήματα απ’ τον κατάλογό της. Αυτή τη φορά έχοντας στην κατοχή της μια GP μοτοσυκλέτα, αποφάσισε να κάνει το ανάποδο και να προσθέσει μόνο τα απολύτως απαραίτητα, ώστε η Honda RS250R να πάρει την έγκριση τύπου και να είναι νόμιμη για χρήση στο δρόμο. Το να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο στην Ταϊλάνδη είναι σχετικά εύκολο καθώς οι προδιαγραφές δεν είναι τόσο αυστηρές όσο της Ε.Ε., με αποτέλεσμα να περιορίζονται σε απλά πράγματα όπως την ύπαρξη καθρεπτών και φωτιστικών σωμάτων στη μοτοσυκλέτα.

Εδώ να αναφέρουμε πως πρόκειται για την Honda RS250R που αρχικά παρουσιάστηκε το 1984 και ήταν εξοπλισμένη με τον δίχρονο V2 90 μοιρών κινητήρα, ενώ αυτή που βρέθηκε στην κατοχή της Tyga είναι η τρίτη γενιά του μοντέλου (NX-5) που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1993 με τον V2 75 μοιρών. Η μοτοσυκλέτα μετά από τόσο χρόνια εννοείται πως δεν βρισκόταν και στην καλύτερη κατάσταση, με τα φαιρινγκ να απουσιάζουν τελείως, καθώς και άλλα εξαρτήματά της. Με την απουσία του κουστουμιού και ως απαραίτητη προϋπόθεση την τοποθέτηση των φωτιστικών σωμάτων, η εταιρεία αποφάσισε να κατασκευάσει νέα φαιρινγκ από carbon με εσωτερική επένδυση Kevlar. Παράλληλα θέλοντας να εκσυγχρονίσει τον σχεδιασμό της RS250R, τα φαίρινγκ βασίστηκαν σε αυτά της Honda RC211V που εμφανίστηκε πρώτη φορά το 2002 στους αγώνες GP. Για την τροφοδοσία των φωτιστικών σωμάτων χρησιμοποιήθηκε μια μπαταρία λιθίου ώστε να διατηρηθεί χαμηλά το βάρος, ενώ για την αποφυγή βραχυκυκλωμάτων και τη δημιουργία βλαβών η εταιρεία αποφάσισε να κατασκευάσει ένα ανεξάρτητο κύκλωμα που περιλάμβανε τα LED φωτιστικά σώματα και τους διακόπτες, ξεχωρίζοντάς τα απ’ την καλωδίωση του κινητήρα.

Αυτό έγινε γιατί αφενός μεν γιατί δεν ήθελε να ρισκάρει στο να προκληθεί κάποια βλάβη στην καλωδίωση, αλλά αφετέρου και για την γρήγορη και εύκολη μετατροπή της μοτοσυκλέτας σε track day bike. Επίσης, άλλη μια απαραίτητη προϋπόθεση για να λάβει η μοτοσυκλέτα της Tyga την έγκριση τύπου, ήταν να είναι εξοπλισμένη με πλαϊνό σταντ και πραγματικά η λύση που εφάρμοσε ήταν ευφυέστατη και πρακτικότατη. Η εγκατάσταση του πλαϊνού σταντ έγινε πάνω στο πλαίσιο, συγκεκριμένα στο σημείο που εδράζεται ο άξονας του ψαλιδιού και λύνεται εύκολα από μια βίδα, ενώ το βάρος του ανέρχεται μόλις στα 600 γραμμάρια. Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι ο τρόπος που μαζεύει καθώς περιστρέφεται σχεδόν 270 μοίρες όπως μπορείτε να δείτε και στο βίντεο, ενώ κρύβεται όμορφα πίσω απ’ το πλαϊνό φαίρινγκ που δένει πάνω στο πλαίσιο με μόλις μια ασφάλεια. Επίσης, στο σημείο που ασφαλίζει το σταντ, η Tyga έχει εγκαταστήσει έναν διακόπτη ώστε να σβήνει την ένδειξη στα όργανα, ολοκληρώνοντας πλήρως την εγκατάστασή του.

Στον τομέα των οργάνων η Tyga εκτύπωσε τρισδιαστατα ψηφιακά την βάση τους χρησιμοποιώντας ABS πλαστικό, ενώ εγκατέστησε και δύο LCD οθόνες για τις ενδείξεις της ταχύτητας και της θερμοκρασίας, με το περίγραμμα τους να είναι από carbon, θυμίζοντας έντονα αυτά της HRC. Όσον αφορά το ταχύμετρο, αυτό είναι ποδηλάτου, καθώς όπως αναφέρει και η ίδια εταιρεία της διέφυγε τελείως, ενώ ο μαγνητικός μετρητής είναι κι αυτός ψηφιακά εκτυπωμένος και βρίσκεται καλά κρυμμένος μέσα στο μπροστινό φτερό.

Όσον αφορά τον κινητήρα της αγωνιστικής μοτοσυκλέτας παρέμεινε αναλλοίωτος εσωτερικά καθώς οι επιδόσεις του ήταν υπεραρκετές για την Tyga. Ειδικότερα, η εταιρεία σκεφτόταν πώς να λύσει το πρόβλημα της εκκίνησης της μοτοσυκλέτας χωρίς της συμβολή μιας αγωνιστικού τύπου μίζας και κατέληξε πως η εγκατάσταση μιας εσωτερικής μίζας στον κινητήρα αφενός μεν θα αύξανε το βάρος, αλλά αφετέρου θα χρειαζόταν και η προσθήκη δυναμό ειδάλλως θα καταναλωνόταν πολύ γρήγορα το ρεύμα της μπαταρίας. Αποκλείοντας έτσι αυτή την επιλογή, καθώς και της μανιβέλας διότι και οι δύο μετατροπές είναι αρκετά ριψοκίνδυνες στο να επιφέρουν ζημιά στον κινητήρα, κατέληξαν πως ο παραδοσιακός τρόπος εκκίνησης ήταν ο καλύτερος καθώς δεν πρόσθετε παραπανίσιο βάρος.

Στο τέλος ακολουθεί gallery με αναλυτικές φωτογραφίες

Το σύστημα εισαγωγής όμως τροποποιήθηκε καταλλήλως ώστε να βελτιωθεί η εργονομία της μοτοσυκλέτας, καθώς για να έχει κανείς πρόσβαση στα τσοκ των καρμπυρατέρ θα έπρεπε να είναι σηκωμένο το ρεζερβουάρ, ειδάλλως δεν θα μπορούσε να πιάσει τη λαβή. Με την τεχνογνωσία της στην ψηφιακή εκτύπωση πλαστικών εξαρτημάτων, μετέφερε τη λαβή του τσοκ στο πλάι της μοτοσυκλέτας, καθιστώντας τη λειτουργία του πιο εύκολη. Ακόμη, όταν η RS250R ήρθε στην κατοχή τους, το φιλτροκούτι που είχε απουσίαζε, έτσι τοποθέτησε ένα δικό της νεότερης σχεδίασης και παράλληλα το εφοδίασε με ένα πιο πυκνό φίλτρο αέρα ώστε να απωθούνται οι περισσότερες σκόνες και να μειωθεί η καταπόνηση του κινητήρα απ’ την καύση σκόνης ή ψιλού χαλικιού που εισέρχονται απότις εισαγωγές. Τέλος δεν παρέλειψε να προσθέσει στο σύστημα εξαγωγής τους ανοξείδωτους θαλάμους διαστολής και τα carbon τελικά ενισχυμένα με Kevlar ολοκληρώνοντας τις βελτιώσεις του κινητήρα.

Το πλαίσιο απ’ τη μεριά του αποτελεί το δεύτερο κομμάτι της μοτοσυκλέτας που διατηρήθηκε αναλλοίωτο, με τις αναρτήσεις όμως και τις ζάντες να αντικαθιστώνται με πιο σύγχρονες. Συγκεκριμένα, οι ζάντες είναι αλουμινίου και υιοθετούν τη σχεδίαση των ζαντών που παρατηρούμε συχνά στις Ducati, ενώ παράλληλα το βάρος τους είναι ίδιο με τις αρχικές ζάντες μαγνησίου που εξόπλιζαν την αγωνιστική μοτοσυκλέτα. Στον τομέα των αναρτήσεων έχουμε το ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι της Showa που χρησιμοποιούσαν στους αγώνες και ήρθε στα χέρια της Tyga απ’ την Ισπανία, ενώ για την τοποθέτησή του η εταιρεία έφτιαξε μια δική της τιμονόπλακα αλουμινίου. Πίσω στο μονόμπρατσο ψαλίδι έχουμε το αμορτισέρ της Ohlins, ενώ στον τομέα των φρένων βρίσκουμε τις δαγκάνες της Brembo τις GP4-RX με τις τρόμπες 19 RCS (της ίδιας εταιρείας) που συνδέονται με τα σωληνάκια υψηλής πίεσης της HEL, προσφέροντας φοβερή δύναμη στην επιβράδυνση, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως το βάρος της RS250R δεν ξεπερνά τα 100 κιλά.

Με αυτό τον τρόπο η Tyga κατάφερε να κάνει μια αγωνιστική Honda RS250R NX-5 νόμιμη για χρήση στο δρόμο και παράλληλα να την ενισχύσει, παραδίδοντας έτσι τη δική της RS250R-S. Τώρα όσον αφορά τα νούμερα των επιδόσεων που πάντοτε παίζουν το ρόλο τους, η ιπποδύναμη βρίσκεται πάνω από 80 ίππους και το βάρος της στεγνό στα 98 κιλά, ενώ η τελική της περιορίζεται στα 220km/h λόγω της κοντής τελικής κλιμάκωσης, αλλά όπως υποστηρίζει η εταιρεία εκτελεί το σκοπό της άρτια. Το γεγονός ότι η μετατροπή πραγματοποιήθηκε στην Ταϊλάνδη έκανε τα πράγματα πιο εύκολα με τις λιγότερο αυστηρές προδιαγραφές, όμως το να προκύψει μια βελτιωμένη έκδοση απ’ την αγωνιστική αποτελεί ένα τελείως διαφορετικό κεφάλαιο, δύσκολο και σίγουρα υψηλού κόστους, εκτός αν τυχαίνει να είσαι κατασκευάστρια αξεσουάρ όπως η Tyga, οπότε τα πράγματα αλλάζουν και το αποτέλεσμα που προκύπτει μπαίνει αυτόματα στο wish list πολλών από μας…

Πωλητήριο στη Ducati εξετάζει ο Όμιλος VW – Τραπεζικές πιέσεις για ανόρθωση των οικονομικών του

Πολλοστή φορά που η ιταλική εταιρεία εμπλέκεται σε φημολογία περί πώλησής της
ducati
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

30/6/2026

Όλα ξεκίνησαν από ένα δημοσίευμα των The Financial Times, σύμφωνα με το οποίο ο Όμιλος VW βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση εξαιτίας των ισχυρότατων πιέσεων που έχουν δημιουργήσει στις αγορές οι Κινέζοι κατασκευαστές αυτοκινήτων. Η αποκάλυψη μιλά για προτάσεις από τραπεζικούς κύκλους προς τη VW να πουλήσει σημαντικά κομμάτια του ομίλου προκειμένου να βελτιώσει τα οικονομικά της στοιχεία.

Κάπου εδώ μπαίνει στο κάδρο η Ducati, η οποία βρίσκεται σε μια από τις καλύτερες περιόδους της ιστορίας της, τόσο από πλευράς πωλήσεων όσο και στο πρεστίζ, κυριαρχώντας τα τελευταία χρόνια στο κορυφαίο αγωνιστικό επίπεδο – βλέπε MotoGP και WSBK. Αυτά την κάνουν αυτομάτως υπολογίσιμη αξία που πιθανότατα δεν θα δυσκολευτεί να προσελκύσει υποψήφιους αγοραστές σε καλή τιμή.

Ως εδώ θα μπορούσαμε απλώς να μιλάμε για φήμες, ή έστω για προτροπή που οι ιθύνοντες του Ομίλου VW αργά ή γρήγορα θα απορρίψουν, όπως έκαναν επανειλημμένα στο παρελθόν, λ.χ. το 2017 όταν στα απόνερα του Dieselgate εξετάστηκε το ενδεχόμενο πώλησης της Ducati, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε υλοποίηση.

Αυτή τη φορά ωστόσο το κλίμα είναι διαφορετικό και ο Όμιλος VW έχει ήδη εκποιήσει κάποια από στοιχεία του χαρτοφυλακίου του. Πρόσφατα πούλησε την εταιρεία κατασκευής ναυτικών κινητήρων Everllence για 10 δις ευρώ, καθώς και τη Bugatti σε μια ομάδα επενδυτών που περιλαμβάνει και την κατασκευάστρια υπεραυτοκινήτων Rimac.

Επιπλέον, ο διευθύνων σύμβουλος της VW, Oliver Blume, έχει επιβεβαιώσει πληροφορίες πως επίκεινται απολύσεις περίπου 100.000 εργαζομένων από τον Όμιλο, δηλαδή περίπου το ένα έκτο του του παγκόσμιου ανθρώπινου δυναμικού του, ενώ το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει και το κλείσιμο τεσσάρων εργοστασίων της VW.

Η διαρκής επανάληψη σεναρίων για πώληση της Ducati είναι περισσότερο μια ξεκάθαρη ένδειξη πως κάτι δεν πάει καλά στον Όμιλο παρά μια αποκάλυψη για το μέλλον της ιταλικής εταιρείας. Τα ίδια λέγαμε το 2017, τα ίδια ξανά το 2020, για να επιστρέψει η θεματολογία στο ίδιο σημείο σήμερα και ποιος ξέρει πόσες φορές στο μέλλον.

Στην τριετία μετά το Dieselgate η VW σχεδίαζε μεγαλόφωνα ένα νέο μέλλον εστιασμένο στην ηλεκτροκίνηση, τη νέα μοδάτη αγορά που οραματίστηκε η Ε.Ε. με φόντο περιβαλλοντικές προφάσεις, βιαστικές προθεσμίες για υποχρεωτική κατάργηση των κινητήρων εσωτερικής καύσης και κρατικές επιδοτήσεις. Η επένδυση αυτή ωστόσο, όχι μόνο δεν έσωσε τη VW, αλλά ίσως και να την έσπρωξε βαθύτερα σε οικονομικές τρικυμίες – όπως και αρκετούς άλλους κατασκευαστές ανά τον κόσμο – διότι πολύ απλά ενέσκυψαν τρία κρίσιμα προβλήματα.

Πρώτον, το αγοραστικό κοινό δεν πείστηκε σε επαρκές ποσοστό, με την υιοθέτηση των ηλεκτρικών οχημάτων να αποδεικνύεται στην πράξη πολύ πιο χλιαρή από τις προβλέψεις και τις απαραίτητες υποδομές (σταθμοί φόρτισης, τεχνολογία μπαταριών) να υπολείπονται ακόμη περισσότερο. Δεύτερον, πανδημίες και πόλεμοι φρόντισαν να ανατρέψουν κάθε στρατηγικό πλάνο εξηλεκτρισμού του ευρωπαϊκού στόλου αυτοκινήτων. Τρίτον, η αθρόα εισαγωγή κινέζικων ηλεκτρικών αυτοκινήτων, με σχέση αξίας-τιμής που ξεμπρόστιασε ό,τι καλύτερο είχαν να προτείνουν οι “καθεστωτικοί” κατασκευαστές του δυτικού κόσμου, απορρόφησε πλειοψηφικό μερίδιο της ηλεκτρικής αγοράς.

Κάπως έτσι φτάνουμε για πολλοστή φορά να μιλάμε για σενάρια πώλησης της Ducati από τον Όμιλο VW, σενάρια που περισσότερο βασίζονται σε μια τυπική επαγωγική λογική με μεγάλες δόσεις εικασίας παρά στην πραγματικότητα: “αφού έχει στενότητες και πούλησε τη Bugatti, ε λογικά έρχεται κι η ώρα της Ducati”.

Η πραγματικότητα είναι πως η Ducati είναι ίσως ένα από τα δυνατότερα χαρτιά του γερμανικού ομίλου σε όλα τα επίπεδα, από το οικονομικό ως το μάρκετινγκ και το πρεστίζ. Μοιάζει με σημαντικό λάθος εκ μέρους VW η σκέψη για πώληση της εταιρείας αυτής, ακόμη κι αν η δικαιολογία περιστρέφεται ξανά και ξανά στο παραδοσιακό “να ρίξει το βάρος στην πηγαία της δραστηριότητα, στα αυτοκίνητα VW”. Ευκολότερα βγάζει νόημα το ξεφόρτωμα προβληματικών κομματιών του ενεργητικού σου, παρά των πιο κερδοφόρων.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, αν όντως η Ducati βγει στο σφυρί, περισσότερο θα ήταν δείγμα ανησυχίας για το μέλλον του Ομίλου VW, παρά γι’ αυτό της ιταλικής εταιρείας που δείχνει υγιέστερη από ποτέ.

Ετικέτες