Η Αττική Οδός παίρνει πίσω τις αυξήσεις στα διόδια

Κινείται νομικά και θα εισπράξει περισσότερα από τα δικαστήρια
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

4/9/2019

Η διοίκηση της Αττική Οδού εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία παγώνει τις αυξήσεις των διοδίων που είχε εξαγγείλει στις 14 Ιουνίου του 2019. Συγκεκριμένα, η Αττική Οδός είχε ανακοινώσει πως την 1η Ιουλίου θα γίνει η πρώτη αύξηση (από 1,40€ για τις μοτοσυκλέτες θα πήγαινε στο 1,50€) και την 1η Ιανουαρίου του 2020 θα γινόταν η δεύτερη αύξηση (από 1,50€ στα 1,60€). Σήμερα η είδηση κυκλοφορεί ως ευχάριστο νέο και επιτυχία της κυβέρνησης, όμως όπως προκύπτει από την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της Αττική Οδός Α.Ε. ενδεχομένως την νύφη θα την πληρώσουν όλοι οι φορολογούμενοι!  Από αυτή τη μακροσκελή ανακοίνωση της εταιρείας την οποία επισυνάπτουμε ολόκληρη, επιλέξαμε τρία αποσπάσματα της, που θεωρούμε πως είναι η ουσία της υπόθεσης για όσα έχουν γίνει και θα γίνουν.

 

Απόσπασμα 1 που αφορά τους όρους παραχώρησης του έργου:

“Επίσης, είναι γνωστό στο αρμόδιο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών μέσω των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του και του υποβάλλονται περιοδικά από την «Αττική Οδός Α.Ε.» σύμφωνα με τα όσα ορίζει η Σύμβαση Παραχώρησης, πως μέχρι το τέλος του 2018 η απόδοση της επένδυσης των μετόχων ανήλθε σε 6,23%, η οποία υπολείπεται σημαντικά του συμβατικά ανώτατου προβλεπόμενου ορίου του 13,1%. Ως εκ τούτου, δεν έχει επιτευχθεί η συμβατικά ορισθείσα απόδοση επί της επένδυσης και δεν στοιχειοθετείται η πρόωρη επιστροφή του δρόμου στο Ελληνικό Δημόσιο.

 

Απόσπασμα 2 που αφορά την είσπραξη των χρημάτων μέσω της ρήτρας παραχώρησης του έργου:  

“Σήμερα οι μεν αυξήσεις μπορεί να οδηγούνται εξαναγκαστικά σε αναστολή, ωστόσο όταν η υπόθεση κριθεί ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης, οι Έλληνες πολίτες – στο σύνολό τους κι όχι μόνο αυτοί που επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν τον αυτοκινητόδρομο - θα επιβαρυνθούν πολλαπλάσια, καλούμενοι να πληρώσουν τις αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν.”

 

Απόσπασμα 3 που αφορά τη στάση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου της προηγούμενης κυβέρνησης:

“…η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, η οποία είχε ενημερωθεί, με επίσημη επιστολή από την «Αττική Οδός Α.Ε.» από τις 28/12/2018, για τις νέες τιμές, ουδέποτε είχε εκφράσει υπηρεσιακά την παραμικρή αντίρρηση ή είχε ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση ή συμπληρωματικό στοιχείο.”

Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση της εταιρείας:

 

Όταν φιμώνεται η αλήθεια, το λόγο έχει η Δικαιοσύνη

Χωρίς απάντηση στα όσα αληθή και συγκεκριμένα ανέφερε η ανακοίνωση της «Αττικής Οδός Α.Ε.» της 24ης Ιουνίου 2019 με τίτλο «Ο μόνος δρόμος για εμάς είναι η αλήθεια», επιλέγεται σήμερα η παρεμπόδιση της καθόλα νόμιμης αύξησης των διοδίων με μία Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου – για την οποία η Αττική Οδός Α.Ε. επιφυλάσσεται καθώς δεν έχει δημοσιευτεί - που ως γνωστόν δεν προαπαιτεί τη συμμετοχή της ΒουλήςΔιαπιστώνεται συνεπώς, πως πάνω από την αξιοπιστία της χώρας και του Ελληνικού Δημοσίου ως αντισυμβαλλόμενου συνεπούς προς τις Συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι των επενδυτών, προτάσσεται το πολιτικό κόστος, με θύμα το Κράτος Δικαίου. Η «Αττική Οδός Α.Ε.» έπραξε απολύτως σύννομα, εντός του πλαισίου που ορίζει η Σύμβαση Παραχώρησης κι ενημέρωσε επίσημα και έγκαιρα το Υπουργείο, με επιστολή της ήδη από τον Δεκέμβριο του 2018, για την πρόθεση της να προβεί σε αύξηση της τιμής διοδίων σε δύο δόσεις.

Οι εν λόγω αυξήσεις, οι πρώτες μετά από 13 χρόνια, αρχικά στα €3,00 την 1η Φεβρουαρίου 2019 και στη συνέχεια στα €3,30 τη 1η Αυγούστου 2019 μετατέθηκαν χρονικά για τη 1η Ιουλίου 2019 και τη 1η Ιανουαρίου 2020, αντίστοιχα, και στοιχειοθετούνται πλήρως και πέραν πάσης αμφισβήτησης από τα δικαιολογητικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στο Χρηματοοικονομικό μοντέλο και στις Χρηματοοικονομικές αναφορές που υποβάλλονται στον Κύριο του Έργου, το Ελληνικό Δημόσιο. Άλλωστε, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, η οποία είχε ενημερωθεί, με επίσημη επιστολή από την «Αττική Οδός Α.Ε.» από τις 28/12/2018, για τις νέες τιμές, ουδέποτε είχε εκφράσει υπηρεσιακά την παραμικρή αντίρρηση ή είχε ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση ή συμπληρωματικό στοιχείοΕπίσης, είναι γνωστό στο αρμόδιο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών μέσω των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του και του υποβάλλονται περιοδικά από την «Αττική Οδός Α.Ε.» σύμφωνα με τα όσα ορίζει η Σύμβαση Παραχώρησης, πως μέχρι το τέλος του 2018 η απόδοση της επένδυσης των μετόχων ανήλθε σε 6,23%, η οποία υπολείπεται σημαντικά του Συμβατικά ανώτατου προβλεπόμενου ορίου του 13,1%. Ως εκ τούτου, δεν έχει επιτευχθεί η Συμβατικά ορισθείσα απόδοση επί της επένδυσης και δεν στοιχειοθετείται η πρόωρη επιστροφή του δρόμου στο Ελληνικό Δημόσιο.

Σήμερα οι μεν αυξήσεις μπορεί να οδηγούνται εξαναγκαστικά σε αναστολή, ωστόσο όταν η υπόθεση κριθεί ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης, οι Έλληνες πολίτες – στο σύνολό τους κι όχι μόνο αυτοί που επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν τον αυτοκινητόδρομο - θα επιβαρυνθούν πολλαπλάσια, καλούμενοι να πληρώσουν τις αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν.

Η «Αττική Οδός Α.Ε.», όπως πάντα, θα σεβαστεί τους νόμους και στο πλαίσιο άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της, θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη για να προασπίσει το έννομο συμφέρον τηςΧωρίς απάντηση στα όσα αληθή και συγκεκριμένα ανέφερε η ανακοίνωση της «Αττικής Οδός Α.Ε.» της 24ης Ιουνίου 2019 με τίτλο «Ο μόνος δρόμος για εμάς είναι η αλήθεια», επιλέγεται σήμερα η παρεμπόδιση της καθόλα νόμιμης αύξησης των διοδίων με μία Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου – για την οποία η Αττική Οδός Α.Ε. επιφυλάσσεται καθώς δεν έχει δημοσιευτεί - που ως γνωστόν δεν προαπαιτεί τη συμμετοχή της ΒουλήςΔιαπιστώνεται συνεπώς, πως πάνω από την αξιοπιστία της χώρας και του Ελληνικού Δημοσίου ως αντισυμβαλλόμενου συνεπούς προς τις Συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι των επενδυτών, προτάσσεται το πολιτικό κόστος, με θύμα το Κράτος Δικαίου. Η «Αττική Οδός Α.Ε.» έπραξε απολύτως σύννομα, εντός του πλαισίου που ορίζει η Σύμβαση Παραχώρησης κι ενημέρωσε επίσημα και έγκαιρα το Υπουργείο, με επιστολή της ήδη από τον Δεκέμβριο του 2018, για τη πρόθεση της να προβεί σε αύξηση της τιμής διοδίων σε δύο δόσεις. Οι εν λόγω αυξήσεις, οι πρώτες μετά από 13 χρόνια, αρχικά στα €3,00 την 1η Φεβρουαρίου 2019 και στη συνέχεια στα €3,30 τη 1η Αυγούστου 2019 μετατέθηκαν χρονικά για τη 1η Ιουλίου 2019 και τη 1η Ιανουαρίου 2020, αντίστοιχα, και στοιχειοθετούνται πλήρως και πέραν πάσης αμφισβήτησης από τα δικαιολογητικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στο Χρηματοοικονομικό μοντέλο και στις Χρηματοοικονομικές αναφορές που υποβάλλονται στον Κύριο του Έργου, το Ελληνικό Δημόσιο. Άλλωστε, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, η οποία είχε ενημερωθεί, με επίσημη επιστολή από την «Αττική Οδός Α.Ε.» από τις 28/12/2018, για τις νέες τιμές, ουδέποτε είχε εκφράσει υπηρεσιακά την παραμικρή αντίρρηση ή είχε ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση ή συμπληρωματικό στοιχείο.

Επίσης, είναι γνωστό στο αρμόδιο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών μέσω των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του και του υποβάλλονται περιοδικά από την «Αττική Οδός Α.Ε.» σύμφωνα με τα όσα ορίζει η Σύμβαση Παραχώρησης, πως μέχρι το τέλος του 2018 η απόδοση της επένδυσης των μετόχων ανήλθε σε 6,23%, η οποία υπολείπεται σημαντικά του Συμβατικά ανώτατου προβλεπόμενου ορίου του 13,1%. Ως εκ τούτου, δεν έχει επιτευχθεί η Συμβατικά ορισθείσα απόδοση επί της επένδυσης και δεν στοιχειοθετείται η πρόωρη επιστροφή του δρόμου στο Ελληνικό Δημόσιο. Σήμερα οι μεν αυξήσεις μπορεί να οδηγούνται εξαναγκαστικά σε αναστολή, ωστόσο όταν η υπόθεση κριθεί ενώπιον της Ελληνικής Δικαιοσύνης, οι Έλληνες πολίτες – στο σύνολό τους κι όχι μόνο αυτοί που επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν τον αυτοκινητόδρομο - θα επιβαρυνθούν πολλαπλάσια, καλούμενοι να πληρώσουν τις αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν.

Η «Αττική Οδός Α.Ε.», όπως πάντα, θα σεβαστεί τους νόμους και στο πλαίσιο άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της, θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη για να προασπίσει το έννομο συμφέρον της.

Michelin: Εξαγόρασε την αμερικάνικη Flexitallic, εταιρεία κατασκευής φλαντζών 

Οι Γάλλοι επεκτείνονται σε νέες αγορές με μπαράζ εξαγορών αμερικάνικων και ευρωπαϊκών εταιρειών
Michelin - Εξαγοράζει την αμερικάνικη Flexitallic
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

4/2/2026

Την εξαγορά της αμερικάνικης Flexitallic, εταιρείας με ηγετική θέση στην κατασκευή φλαντζών για βιομηχανική χρήση, ανακοίνωσε η Michelin που επεκείνεται και σε νέους τομείς της αγοράς.

Η Michelin έχει αναπτύξει ήδη ισχυρή παρουσία στο συγκεκριμένο κομμάτι της αγοράς και με την απόκτηση της Flexitallic θέλει να εξασφαλίσει μια ηγετική θέση. Η Flexitallic είναι ιστορική εταιρεία κατασκευής φλαντζών, ιδρύθηκε το 1912, έχει έδρα το Texas και είναι υπεύθυνη για την εφεύρεση της σπειροειδούς φλάντζας.

Με ετήσιες πωλήσεις της τάξης των 186 εκατ. ευρώ, η Flexitallic κατασκευάζει φλάντζες και τσιμούχες από σύνθετα υλικά για βιομηχανική χρήση με εξαιρετικά ευρύ πεδίο αναφορικά με τις βιομηχανικές εφαρμογές, αφού οι φλάντζες της κατασκευάζονται για να αντέχουν εξαιρετικά χαμηλές αλλά και εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες (από -150 βαθμούς Κελσίου έως και πάνω από 1.000), όπως και σε πολύ υψηλή πίεση, πάνω και κάτω από τη θάλασσα και στο διάστημα, ενώ έχει και εφαρμογές για σφράγιση και ασφαλή μεταφορά χημικών. 

Τα προϊόντα της Flexitallic χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, στον χώρο της αποθήκευσης και παραγωγής ενέργειας (υδρογόνο, ηλιακή ενέργεια, πετρέλαιο) στις κυψέλες καυσίμου, στην παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, στη φαρμακοβιομηχανία και στη βιομηχανία φαγητού.

Η ολοκλήρωση της εξαγοράς, που είναι σύμφωνη με τη στρατηγική "Michelin in Motion 2030" της εταιρείας και έχει να κάνει με την είσοδό της σε νέες αγορές, αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του πρώτου μισού του 2026 σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση. 

Η Flexitallic θα υπάγεται στο τμήμα προηγμένων σύνθετων υλικών του ομίλου της Michelin, όπως και η εταιρεία κατασκευής υδραυλικών σφραγίδων Hallite Seals (την αγόρασε η Michelin το 2018), η οποία εξαγόρασε πρόσφατα την ιταλική Aston Seals που εξειδικεύεται επίσης στις σφραγίδες για υδραυλικές εφαρμογές.

Η εταιρεία ανακοίνωσε πρόσφατα και την εξαγορά των Cooley Group και Tex Tech, με μετρητά παρακαλώ χωρίς να ανακοινώνεται το ποσό, με την εξαγορά να ολοκληρώνεται επίσης εντός του πρώτου μισού του 2026. Οι Cooley Group και Tex Tech είναι δύο εταιρείες που εξειδικεύονται στις επιστρώσεις υφασμάτων και την κατασκευή τεχνικών υφασμάτων. Και αυτές οι δύο είναι αμερικάνικες, έχουν ιστορία που ξεπερνά τον έναν αιώνα και θεωρούνται επίσης κορυφαίες στους τομείς τους, ενώ η εξαγορά τους αποτελεί επίσης μέρος της στρατηγικής "Michelin in Motion 2030". Γενικά φαίνεται ότι η Michelin θέλει να επεκταθεί και να αξιοποιήσει τη γνώση που κατέχει στα σύνθετα και πολυμερή υλικά από τα ελαστικά και σε άλλους τομείς επιλέγοντας όμως να εξαγοράσει ήδη καθιερωμένες εταιρείες και όχι να ξεκινήσει με κάποια δική της εταιρεία.