Η ιστορία του ντελιβερά που τα έβαλε με την μαφία των σκούτερ του Λονδίνου

Αποκάλυψε μόνος του την ταυτότητά του
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

21/10/2019

Ενάμισι χρόνος έχει περάσει από την ημέρα που ο Omar Marjan, courier στο νοτιοδυτικό Λονδίνο, αποφάσισε να καταγράφει συστηματικά πλέον τις καθημερινές διαδρομές του. Ο Omar είχε μόλις επιβιώσει από μία ένοπλη επίθεση με μαχαίρι που στόχο είχε να του κλέψουν το σκούτερ, το δεύτερο μιας και το πρώτο το είχαν ήδη αρπάξει. Πλήρωνε ήδη δόσεις για το PCX όταν προσπάθησαν να του αφαιρέσουν ένα Forza 300 μαχαιρώνοντάς τον με την λεπίδα να του διαπερνά το χέρι. Πάλεψε μαζί τους όχι από μαγκιά ή τσαμπουκά, αλλά με την αδρεναλίνη της στιγμής, που του είπε πως το να παλέψει είναι η μόνη ευκαιρία που έχει να βγει ζωντανός. Ο 22χρος Omar γινόταν εκείνη την στιγμή πιο πλούσιος σε εμπειρίες από τους ανήλικους ληστές και εν δυνάμει δολοφόνους που μαίνονται τους δρόμους του Λονδίνου. Αυτό θα του χάριζε το προτέρημα να καταλήξει σταδιακά ο κυνηγός τους…

Ο Omar ξόδευε περισσότερες από 50 ώρες στους δρόμους αυτούς κάθε εβδομάδα και τα πράγματα που έβλεπε ήταν απίστευτα. Ξεκινούσε για την δουλειά του με την ίδια ψυχολογία που έχει κάποιος που πηγαίνει για πόλεμο, κι αυτό γιατί οι κλέφτες με τα σκούτερ, δεν ήταν πλέον απλοί κλέφτες παρκαρισμένων μοτοσυκλετών. Ορμούσαν -ορμούν και τώρα δεν έχει αλλάξει κάτι- σε ανυποψίαστους αναβάτες και με την απειλή μαχαιριών τους παίρνουν τις μοτοσυκλέτες και τα σκούτερ που καβαλούν. Ακριβώς όπως στην Βραζιλία, και σταδιακά και με την ίδια συχνότητα, ο Omar γινόταν πολύ συχνά μάρτυρας επιθέσεων. Για αυτό κι άρχισε να κινηματογραφεί τις διαδρομές που έκανε. Έτσι κατέγραψε την δεύτερη επίθεση που του έγινε, ενώ το video κατέληξε viral, με τον ίδιο να γίνεται θέμα στις ειδήσεις. Αυτό το τελευταίο θα ήθελε εκ των υστέρων να το είχε αποφύγει, διότι ο εύρωστος Omar αποφάσισε από εδώ και πέρα να κυνηγά κάθε έναν που πετυχαίνει στο δρόμο, αντί απλά να καλεί την αστυνομία, ξεμπροστιάζοντας την δράση τους στο internet. Ήταν συνετό να κρατήσει την ανωνυμία του ξεκινώντας μία τέτοια δράση… Και αυτή η απόφαση ήρθε πρώτα γιατί έβλεπε ένα πρόβλημα να μεγαλώνει, κυριολεκτικά μπροστά του, κι έπειτα γιατί το αίσθημα της αυτοσυντήρησης του έλεγε πως μονάχα η αντίδραση θα ήταν δικαιολογημένη απέναντι σε μία εμπόλεμη πραγματικότητα.

Σύντομα μέσα από το κανάλι του είχε αποδείξει την δράση των συμμοριών στις περιοχές Hammersmith και Shepherd’s Bush και ο ίδιος είχε γίνει αναγνωρίσιμος. Σε εκείνο το πρώτο video φαινόταν το πρόσωπό του, ενώ η καθημερινή του παρέλαση με τις κάμερες στους ίδιους δρόμους, τον είχαν καταστήσει αναγνωρίσιμο.

Την ίδια εποχή η αστυνομία της μητροπολιτικής περιοχής του Λονδίνου πήρε την απόφαση να εμβολίζει τις μοτοσυκλέτες που προσπαθούν να διαφύγουν, κάτι που έως εκείνη την στιγμή αντιμετωπιζόταν ως αναίτια αστυνομική βία. Για να φτάσουν σε αυτή την απόφαση, είδαν την «εγκληματικότητα των σκούτερ» να φτάνει σε πρωτοφανή επίπεδα που μονάχα με τριτοκοσμική χώρα μπορούσαν να συγκριθούν. Ανοίγοντας μία μικρή παρένθεση, φέτος τον Σεπτέμβριο η αστυνομία του Λονδίνου ανακοίνωσε τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της τακτικής που τα παρουσιάζει ως καλά. Η αλήθεια δεν είναι ακριβώς έτσι, καθώς από λιγότερες από χίλιες επιθέσεις μία επταετία πριν, πλέον μετρούν πάνω από είκοσι χιλιάδες! Διαιρεμένες σε 365 ημέρες, αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν γίνεται να κυκλοφορήσεις με ασφάλεια κι αυτό μονάχα ως μείωση δεν μπορεί κανείς να το μετρήσει. Επίσης η τακτική του εμβολισμού στους δρόμους του Λονδίνου δεν είναι νέα, παρόλο που ως τέτοια θέλουν να την παρουσιάζουν τα μέσα ενημέρωσης, μάλλον από ελλιπή ενημέρωση που έχουν τα ίδια. Απλά διευρύνθηκε το νομικό πλαίσιο στο οποίο δικαιολογείται μία τέτοια πράξη που μπορεί να επιφέρει τον θάνατο, με τους αστυνομικούς όμως να συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν κατηγορίες αυτεπάγγελτα και σε δεύτερο χρόνο να εξετάζεται αν τελικά καλώς εμβόλισαν το σκούτερ που προσπαθούσε να διαφύγει. Ήδη υπάρχουν περιπτώσεις που οδήγησαν και σε καταδίκη, κάτι που - αν θέλετε να το έχετε σίγουρο- δεν θα γινόταν ποτέ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Ο Omar πέτυχε ακριβώς αυτή την τεράστια έξαρση της εγκληματικότητας στο απόγειό της, όταν γειτονιές ολόκληρες στήριζαν την οικονομική τους επιβίωση στην παραβατικότητα των σκούτερ κι έτσι έφτασε στο σημείο να του κάνουν νοήματα οι πεζοί από τα πεζοδρόμια αποκαλώντας τον «καρφί». Η ταυτότητά του είχε αποκαλυφθεί. Παράλληλα η ζωή στις περιοχές αυτές είχε καταντήσει ανυπόφορη και το ενδιαφέρον των μέσων μαζικής ενημέρωσης είχε αυξηθεί. Για αυτό κι άρχισε πλέον τις συνεντεύξεις χωρίς να καλύπτει το πρόσωπό του, μιλώντας απευθείας για το τεράστιο αυτό πρόβλημα. Η απήχηση του Omar όταν ξεκίνησε τις συνεντεύξεις ήταν τόσο μεγάλη, που έφτασε στο σημείο να συνομιλεί και με τους ίδιους τους κλέφτες, σε κάποια περίπτωση και με την μητέρα ενός νεαρού στα σπάργανα της παραβατικότητας, που αποκαλούσε τον γιό της «έναν άγγελο» χωρίς να αναγνωρίζει όλα αυτά που κάνει…

Ταυτόχρονα και το θράσος των ληστών είχε αντίστοιχα αυξηθεί, βλέποντας πως μονάχα ένα μικρό ποσοστό ληστειών και κλοπών, φτάνουν στην εξιχνίαση. Κι έτσι έφτασαν στο σημείο να δημοσιοποιούν την δράση τους, κυρίως στο Instagram αλλά και σε άλλα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Ήταν τότε, στις αρχές της φετινής χρονιάς, που σε μία «οργανωμένη βόλτα» -όπως κακώς τις αποκαλούμε εμείς εδώ στην Ελλάδα- ο Omar έμεινε πίσω από την παρέα του για να αντιμετωπίσει ένα άλλο πρόβλημα που είχε με την μοτοσυκλέτα του και αναγνώρισε ύποπτες κινήσεις από ένα σκούτερ που αργότερα επιβεβαιώθηκε κλεμμένο. Τα γεγονότα εκείνης της ημέρας και το γεγονός πως πολύ συχνά η παρέα μαζεύονται στο ACE Café και απέναντι έχουν συμμορίες κλεφτών που ξεδιάντροπα καραδοκούν σαν τους λύκους να αρπάξουν όποιο πρόβατο ξεστρατίσει, ισχυροποίησαν μία σκέψη που υπήρχε από πριν. Να πάψουν να είναι τα πρόβατα. Να φτιάξουν μία ομάδα περιφρούρησης που θα καταδιώκει τους ληστές στους δρόμους της ευρύτερης περιοχής τους. Το αποτέλεσμα ήταν σύντομα τόσο μεγάλο που κατέληξε σε συνεντεύξεις ληστών - μάλιστα ναι κανονικών ληστών- που ανοικτά απειλούν τον Omar! Παρόλο που ο Omar δεν είναι «αρχηγός» της ομάδας περιφρούρησης, σίγουρα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία μέσα από την καθημερινότητά του, ώστε να αναγνωρίζει όλα όσα βλέπει στον δρόμο. Μπορεί να μην βλέπει τον εαυτό του ως «εκδικητή» αλλά έτσι τον αντιμετωπίζουν τόσο οι ληστές, όσο και η αστυνομία που δεν βλέπει με καλό μάτι τις ομάδες αυτές, φοβούμενη πως θα φτάσουν σε σημείο να γίνονται συγκρούσεις. Όχι όμως πως η τωρινή κατάσταση στους δρόμους είναι καλύτερη. Η δικαιολογία της αστυνομίας είναι πως έχουν μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά. Την ίδια στιγμή ο Omar κυκλοφορεί με αλεξίσφαιρο γιλέκο.

Πρόσφατα αποκάλυψε πως ένας «ράπερ» που είχε αρχίσει να κερδίζει φήμη μέσα από την μουσική “Drill” ένα κλαδί της trap που έχει ξεκινήσει από το Σικάγο και βασίζεται σε απλοϊκούς στοίχους με μίσος για την κοινωνία, ήταν στην πραγματικότητα ένας από αυτούς που κυνηγά τόσο καιρό.

Μόλις χθες, κι αφορμή για αυτό το άρθρο, ο Omar ξεκίνησε μία διαδικτυακή συνομιλία με έναν ληστή που κατέληξε να ανακαλύψει σε πιο σπίτι βρισκόταν η ολοκαίνουρια μοτοσυκλέτα που καραδοκούσε να ληστέψει. Πήγε να τους αντιμετωπίσει και κατέληξε σε καταδίωξη, ενώ ενημέρωσε την αστυνομία. Πλέον ο Omar, είτε θέλει να το παραδεχτεί είτε όχι, πράγματι λειτουργεί ως «εκδικητής» κι αυτό είναι ακριβώς και το σημείο που θα πρέπει να προσέχει. Αυτή την στιγμή βλέπουμε την απαρχή μίας γενικευμένης σύγκρουσης ανάμεσα σε καθημερινούς αναβάτες και νέους ληστές, στους δρόμους του Λονδίνο!

Οι περισσότεροι από τους ληστές αυτούς είναι ανήλικοι ή πολύ νέοι, άπειροι σχετικά και λειτουργούν περισσότερο από θράσος παρά με σχέδιο. Εκείνοι που γίνονται αποδέκτες των κλοπιμαίων όμως ανήκουν σε άλλη στόφα, θεωρούν αυτό που κάνουν μία επιχείρηση και δηλώνουν μάλιστα επιχειρηματίες στον ευρύτερο κοινωνικό τους κύκλο. Οι ληστές είναι αναλώσιμοι και δεν νοιάζεται κανείς για εκείνους όταν πιάνονται, είτε από «εκδικητές» είτε από την αστυνομία, έχοντας φροντίσει να μην υπάρχει σύνδεση με το παραπάνω επίπεδο. Όταν όμως η δράση τέτοιων ομάδων, αναπόφευκτα κάποια στιγμή στο μέλλον, τους φέρει άμεσα αντιμέτωπους με τους «επιχειρηματίες», τότε τα πράγματα στους δρόμους του Λονδίνου θα γίνουν πραγματικά πολύ σοβαρά…

Εμείς εδώ δεν έχουμε ακόμη φτάσει σε αυτό το σημείο, να έχουμε παραβατικότητα τύπου Βραζιλίας, όπου επιτίθονται σε οχήματα εν κινήσει είτε για να ληστέψουν το περιεχόμενο, είτε για να τα αρπάξουν. Τουλάχιστον όχι ως καθημερινό φαινόμενο. Μία τέτοια δράση εδώ, θα βρει περισσότερους “omar” απ΄ότι στο Λονδίνο κι έχει να κάνει με ένα σωρό άλλα πράγματα κοινωνικής συνοχής και ανάληψης ευθύνης από ένα φθηνό σχόλιο περί μαγκιάς. Δεν θέλουμε να φανεί ποτέ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ούτε και στον μακρινό ορίζοντα, όμως χρόνια τώρα ζούμε την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση της εγκληματικότητας με σκούτερ και μοτοσυκλέτες, καθώς και την αποδεδειγμένη οργάνωση των ληστών αυτών σε συμμορίες που δρουν κατά επάγγελμα. Έχουμε περισσότερους αστυνομικούς στα γραφεία και σε ρόλους πορτιέρη, παρά σε καθημερινές ασταμάτητες περιπολίες και τα στοιχεία για την Αθήνα είναι σοκαριστικά. Μετά βίας φτάνουμε το 10% σε ποσοστό εξιχνιάσεων όταν πρόκειται για κλοπές κι αυτό ήταν η αρχή του κακού και για το Λονδίνο το 2012, πολύ πρόσφατα δηλαδή, όταν και σημειώθηκε το πρώτο κύμα έξαρσης. Διαθέτουμε πολύ καλό, ή μάλλον καλύτερο συγκριτικά, ποσοστό εξιχνίασης στις ένοπλες επιθέσεις και τις ληστείες, αλλά αυτό δεν ξέρουμε γιατί κάποια ηγεσία θα πρέπει να το βλέπει καθησυχαστικά…

Γιάννης Περιστεράς: Συνέντευξη με τον Έλληνα αναβάτη που συμμετέχει στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Sportbike

Το ξεκίνημα, οι άνθρωποι που τον ενέπνευσαν, οι διεθνείς αγώνες και το παγκόσμιο πρωτάθλημα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

7/7/2026

Ο Γιάννης Περιστεράς είναι 21 ετών και συμμετέχει φέτος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Στην αποκλειστική συνέντευξη που μας έδωσε μας μίλησε όχι μόνο για τους αγώνες και τις σκληρές προπονήσεις, αλλά και για τα παιδικά του χρόνια, τους ανθρώπους που τον βοήθησαν και μία αστεία ιστορία που διηγήθηκε για πρώτη φορά δημόσια.

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Πολυπρωταθλητή Ελλάδος Σάκη Συνιώρη για τη βοήθεια που μας παρείχε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και το κτήμα Casa e Campo για τη φιλοξενία. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη.

M: Λοιπόν, να ξεκινήσουμε λίγο απ' την αρχή και να μας πεις πώς ήσουν στο σχολείο. Ήσουν καλός μαθητής, άτακτο παιδί;

ΓΠ: Ήμουν άτακτος, πολύ. Αλλά δεν σημαίνει ταυτόχρονα αυτό ότι ήμουν κακός μαθητής, δηλαδή ήμουν. Βασικά στο δημοτικό ήμουν άριστος μαθητής, που δεν ακούγεται ότι είναι δύσκολο, αλλά ήμουν όντως άριστος μαθητής στο δημοτικό. Αλλά για ένα παιδί το οποίο ταξιδεύει από εκείνη την ηλικία και χάνει τη μισή σχολική χρονιά στο εξωτερικό και τα λοιπά, να είναι και άριστος ταυτόχρονα, θεωρώ ότι είναι καλό. Από το γυμνάσιο και μετά, λόγω του ότι έχανα πολλές μέρες και τα μαθήματα, ήταν δύσκολα γενικότερα, αλλά ήμουν πολύ άτακτος. Πολύ, πάρα πολύ. Από τους χειρότερους, δυστυχώς.

M: Πες μας σε ποια ηλικία και για ποιον λόγο ξεκίνησες στο μηχανοκίνητο αθλητισμό.

ΓΠ: Δεν το ξεκίνησα για κάποιον λόγο, απλά ουσιαστικά γεννήθηκα μέσα στις πίστες. Νομίζω από 45-50 ημερών ήμουν ήδη στην πίστα μαζί με τον πατέρα μου, οπότε θεωρώ πως ήταν αναμενόμενο να γίνω οδηγός, ανεξαρτήτως επίπεδου. Ξεκίνησα λοιπόν να οδηγώ από τεσσάρων έως και τώρα.

M: Ωραία, η απάντηση σου μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση. Προφανώς έχεις δει τους αγώνες από μέσα, ο πατέρας σου αγωνιζόμενος, έχει μάλιστα πάρει και Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Θέλω να μου πεις ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχεις από τους αγώνες.

ΓΠ: Είναι μία εικόνα, δεν είναι σαν ανάμνηση. Είμαι μωρό και κάθομαι στην κούνια και από την κούνια κοιτάω μια πολύ μικρή τηλεόραση ψηλά σε ένα φορτηγό που ήμασταν μέσα και ήταν γύρω μου ο πατέρας μου κι άλλοι αγωνιζόμενοι και βλέπαμε MotoGP.

peristeras

M: Πες μας λίγο για τα πρώτα σου χρόνια στον μηχανοκίνητο αθλητισμό, που δεν είναι τόσο γνωστά.

ΓΠ:  Περιληπτικά, ουσιαστικά ξεκίνησα τεσσάρων χρονών με PW50. Έκανα λίγο σε πάρκα, σε παλιά γήπεδα ποδοσφαίρου και τα λοιπά. Ο πρώτος μου “αγώνας” ήταν στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας το 2009 ή 2010 που είχε γίνει το Supercross. Ήμασταν πολλά παιδάκια που τρέξαμε κάτι σαν αγώνα εκεί. Από εκεί και πέρα μετά άλλαξα το στυλ μου σε street και θυμάμαι πως πήγαινα για προπόνηση με τον πατέρα μου σχεδόν κάθε μέρα. Όταν ήμουν τεσσάρων ετών, “έκλεβα” το μηχανάκι μου και το έπαιρνα στο μπαλκόνι του σπιτιού και έκανα βόλτες εκεί. Σιγά-σιγά βελτιωνόμουν. Με βάλανε και σε μικρή στιγμή μοτοσυκλέτα τότε. Έτρεξα και τον πρώτο μου αγώνα στα Mini GP και στο τέλος της χρονιάς κατάφερα να πάρω μία τρίτη θέση. Από την επόμενη χρονιά και μετά πήρα όλα τα πρωταθλήματα στο Mini GP που έτρεξα. Πήγα και στο εξωτερικό στα Pre Mini GP. Στον τελευταίο αγώνα της χρονιάς εκείνης (2016) βγήκα και δεύτερος. Την επόμενη χρονιά μαζί με τον Σάκη Συνιώρη τρέξαμε στα Ohvale 160. Δεν πήραμε πρωτάθλημα, αλλά κερδίσαμε έναν αγώνα με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, κάναμε πολλά ρεκόρ πίστας, εκτός του πρώτου αγώνα. Βγήκαμε και δεύτεροι ή τρίτοι στο Πανευρωπαϊκό Ohvale 160. Έπειτα είχα μία κενή σεζόν και μετά μεταπήδησα στα 300αρια. Ήμουν μόλις 13 ετών και κέρδιζα αγώνες, έκανα ρεκόρ, μέχρι που σε μία πτώση έσπασα τον μηρό μου και έκατσα εκτός για δύο-τρεις μήνες. Μετά όταν συνήλθα και άρχισα να πηγαίνω και πάλι γρήγορα, ξαναχτύπησα και μετά ήρθε η καραντίνα. Μετά την καραντίνα συμμετείχα στο Ιταλικό Πρωτάθλημα για έναν χρόνο και την δεύτερη χρονιά μεταπήδησα στο Πανευρωπαϊκό Yamaha R3 bLU cRU. Και από εκεί και πέρα νομίζω οι περισσότεροι γνωρίζουν την πορεία μου.

M: Πάμε λίγο στην περσινή χρονιά. Έκανες μια εξαιρετική χρονιά. Θέλω να μας περιληπτικά τι σου έμεινε από την χρονιά και κατά πόσο έπαιξε ρόλο στη φετινή σου συμμετοχή στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα;

ΓΠ: Πέρσι φάνηκε μία χρονιά πολύ καλή. Αλλά από “μέσα” ήταν πολύ δύσκολη. Διότι έτρεχα με μειονέκτημα στο μοτέρ όλη τη χρονιά στο Ιταλικό Πρωτάθλημα. Το οποίο ήταν κάτι που δεν ήταν στο χέρι μας. Δυστυχώς. Πιστεύουμε πως οι μοτοσυκλέτες/ομάδες που ήταν μπροστά, έκαναν κάποιου είδους παρανομία στο μοτέρ, αφού στην ευθεία είχα 10 με 12 λιγότερα χιλιόμετρα από τους δέκα πρώτους και είχα πάντα από τις μικρότερες τελικές. Σίγουρα όσο αυτό συνέβαινε, δεν μου άρεσε καθόλου. Με νευρίαζε, με ξενέρωνε, δεν ήθελα να τρέχω έτσι. Ήθελα να τρέχω ισάξια, γιατί ήξερα ότι μπορούσα να κερδίσω χωρίς να ρισκάρω πολύ. Ενώ έτσι ήμουν συνέχεια στο όριο, σε όλους τους αγώνες, γιατί έπρεπε να καλύψω τον χρόνο που έχανα στην ευθεία, στις στροφές και τα προσπεράσματα έπρεπε να γίνουν από μακριά. Ήμουν δηλαδή συνέχεια 5 με 10 μέτρα πίσω και “έκανα μία βουτιά” μέσα στη στροφή. Και αυτό πάντα έχει μεγάλη επικινδυνότητα, δηλαδή όταν φρενάρεις δέκα μέτρα παρακάτω από όσο φρενάρεις κανονικά για να κάνεις ένα προσπέρασμα.

Είχα στεναχωρηθεί πολύ με τα αποτελέσματα και παραλίγο να μην πάρω και την πρόκριση για τον τελικό της Γαλλίας, διότι δεν ανέβαινα βάθρα. Ήμουν απλά σταθερός στην πέμπτη θέση συνήθως. Εν τέλει, πήραμε ένα βάθρο στην Imola και πήρα και την πρόκριση της Γαλλίας. Στη Γαλλία ήξερα λίγο την πίστα από την προηγούμενη χρονιά, οπότε μπήκα μέσα και ήμουν και αρκετά επιθετικός. Από την αρχή έσπασα το περσινό μου ρεκόρ πίστας και κέρδισα τον πρώτο αγώνα του Σαββατοκύριακου. Στον δεύτερο αγώνα ήταν λίγο πιο δύσκολα τα πράγματα είχαμε κάποιες ατυχίες, αλλά δεν πειράζει.

peristeras

M: Πάμε λίγο στη φετινή χρονιά, Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Πες μας λίγο πώς εξελίσσεται η σεζόν μέχρι τώρα και οι στόχοι σου για το υπόλοιπο της σεζόν;

ΓΠ: Δεν τα έχουμε πάει πολύ καλά η αλήθεια είναι. Αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνεννόηση με την ομάδα. Ήμασταν άγνωστοι και δεν είχαμε κάνει τα κατάλληλα τεστ πριν τη σεζόν που χρειάζονται. Όλες οι άλλες ομάδες είχαν κάνει αρκετά τεστ πριν να ξεκινήσει η σεζόν. Οπότε το πρώτο μισό της σεζόν ήταν δύσκολο. Έχουμε κάποια κανονισμένα τεστ και ίσως το δεύτερο κομμάτι της σεζόν να είναι καλύτερο.

M:  Έγινε τη φετινή χρονιά για σένα και μια μεγάλη αλλαγή μετά από 7 χρόνια με τη Yamaha και τελευταία με R7, τρέχεις πλέον με Aprilia RS660 Factory. Θα ήθελα να μου πεις τις διαφορές μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών.

ΓΠ: Η μεγάλη διαφορά που θα μπορούσε να καταλάβει ο καθένας είναι το πλαίσιο της Aprilia. Δεν λέμε πως η μία είναι καλύτερη και η άλλη χειρότερη, είναι δύο διαφορετικές μοτοσυκλέτες στην ίδια κατηγορία. Το Aprilia θεωρώ πως μου ταιριάζει φέτος. Νιώθω καλά πάνω του, όταν όλα δουλεύουν σωστά με την ομάδα.

M: Θέλω λίγο να μας πεις πως πήγες στην MMR και πώς είναι να μένεις στην Ελλάδα μόνιμα και η ομάδα σου να έχει τη βάση της σε διαφορετική χώρα. Πώς επηρεάζει αυτό την εξέλιξη και τη σχέση σας;

ΓΠ: Γενικά συνήθως με άλλες ομάδες δεν με έχει επηρεάσει αυτό. Τώρα επειδή άλλαξα τη μοτοσυκλέτα και ήταν τελείως διαφορετική, χρειαζόμασταν κάποιες μέρες εξοικείωσης, τις οποίες δεν είχαμε. Θεωρώ ότι είναι πιο δύσκολο που μένω Ελλάδα μόνιμα. Θεωρώ όμως ότι είμαι αρκετά προπονημένος και έχω και αρκετή εμπειρία και μπορώ να μπαίνω στην πρώτη πεντάδα αν όλα είναι σωστά. Όχι από τον επόμενο αγώνα, ίσως από την επόμενη σεζόν γιατί χρειάζεται εμπειρία στην κατηγορία και με τη μοτοσυκλέτα και με την ομάδα και όλα τα σχετικά. Τώρα για το πως πήγα στην MMR. Ακόμα και από τα χρονομετρημένα του περσινού τελικού της Γαλλίας είχαμε δύο-τρεις προτάσεις από ομάδες και μετά τη Γαλλία ήρθαν κι άλλες. Επιλέξαμε την MMR γιατί μας ταίριαζε καλά το συμβόλαιο και θεωρήσαμε πως είναι μια σοβαρή ομάδα διότι έχει και Moto2 ομάδα στο Junior GP και έτρεξαν και με wildcard πάλι στη Moto2, οπότε θεωρήσαμε πως η ομάδα έχει καλή οργάνωση και θα είναι καλή ομάδα γενικά.

M: Κοιτώντας πίσω τι θα μπορούσε στη φετινή χρονιά να είχε γίνει διαφορετικά ώστε να έχεις καλύτερα αποτελέσματα;

ΓΠ: Αυτό που είπα και νωρίτερα, δηλαδή να είχαμε κάνει κάποιες ημέρες τεστ, διότι ό,τι πρόβλημα μας έρχεται δεν έχουμε τη λύση έτοιμη γιατί δεν μας έχει ξανασυμβεί και συνέχεια καταλήγουμε να ψαχνόμαστε εντός αγωνιστικού τριήμερου, το οποίο είναι για μένα απαράδεκτο. Στο τριήμερο του αγώνα δεν έχουμε πολύ χρόνο εξοικείωσης και δοκιμών, οπότε πρέπει να είσαι έτοιμος πριν καν μπεις στην πίστα. Από τη στιγμή που εμείς δεν είμαστε, χάνουμε πολύτιμο χρόνο.

M: Τι σχέση έχεις με τον teammate σου Thomas Benetti;

ΓΠ: Έχουμε αρκετά καλές σχέσεις, δηλαδή συνήθως μαζί καθόμαστε στους αγώνες και τον συμπαθώ αρκετά.

peristeras

M: Έχεις εδώ και λίγο καιρό έναν μεγάλο χορηγό, την Seajets του Μάριου Ηλιόπουλου. Θέλεις να μας πεις δυο λόγια για τη νέα χορηγία κι αν έχετε μιλήσει για την πίστα στην Πάτρα που ανακοίνωσε πως θα φτιάξει;

ΓΠ:  Η χορηγία συνέβη πριν ανακοινωθεί η πίστα στην Πάτρα, οπότε δεν μιλήσαμε γι’ αυτό. Ο Μάριος γενικά είναι ένα πολύ μεγάλο όνομα στον χώρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Πάρα πολλές φορές πρωταθλητής στις αναβάσεις και γενικά είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει το Motorsport και είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ανέβασε πολύ το Motorsport στην Ελλάδα και προσπαθεί να το ανεβάσει ακόμη περισσότερο.

M: Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει στο μηχανοκίνητο, με τους αναβάτες να είναι πρώτα αθλητές. Εσύ, έχεις κάποιον γυμναστή, κάποιον διατροφολόγο, κι αν ναι, δικό σου ή της ομάδας;

ΓΠ: Ναι έχω γυμναστή και κάνουμε δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, τώρα είχαμε κάποιο καιρό να κάνουμε λόγω ταξιδιών και κάτι μικροτραυματισμών που αντιμετώπιζα. Όμως σίγουρα κάθε μέρα θα έχω μία δραστηριότητα κάπου μέσα στη μέρα μου, δηλαδή είτε αυτό θα είναι να πάω να τρέξω έστω και για μισή ώρα είτε θα είναι να πάω με τον προπονητή μου για προπόνηση το πρωί, να κάνω ποδήλατο το μεσημέρι και το βράδυ να ξανατρέξω. Η διατροφή μου είναι ανάλογη με τη σωματική μου κατάσταση και αλλάζει ανά εβδομάδα.

M: Στην Ελλάδα έχουμε μόνο δύο πίστες. Πόσο συχνά και πού προπονείσαι;

ΓΠ: Προπονούμαι κυρίως στα Μέγαρα (στην πίστα καρτ), διότι είναι σχετικά κοντά σε εμένα. Αν έχει και trackday στη μεγάλη πίστα θα οδηγήσω για να έχω επαφή με την πίστα και με κόσμο μέσα στην πίστα. Την περίοδο που δεν έχω αγώνες πάω δύο φορές τη βδομάδα, όταν έχω αγώνες, συνήθως δεν προλαβαίνω λόγω ταξιδιών κλπ. Τώρα κανονίζουμε που είναι καλοκαίρι να πάμε και στις Σέρρες για προπόνηση.

M: Πόσο συχνά προπονείσαι στο εξωτερικό;

ΓΠ: Πέρυσι ανά δύο εβδομάδες ήμουν εξωτερικό για προπόνηση. Φέτος είχα πάει στην Ισπανία στην αρχή της χρονιάς για τρεις εβδομάδες, μετά ξαναπήγα άλλη μία βδομάδα για προπόνηση. Μου είναι σχετικά εύκολο, λόγω το ότι τόσα χρόνια προπονούμαι και τρέχω στο εξωτερικό – στο αγωνιστικό είμαι περισσότερο στο εξωτερικό, παρά στην Ελλάδα - και λόγω αυτού μου είναι λίγο πιο εύκολο να βρω μία μοτοσυκλέτα και έναν άνθρωπο μαζί μου και τα σχετικά. Δεν είναι επίσης και τόσο κοστοβόρο όσο νομίζει ο κόσμος.

M: Είσαι από αυτή τη γενιά ο πρώτος που άνοιξε τα φτερά του στο εξωτερικό. Βλέπουμε μετά από σένα τον Παντελεάκη, τον Μαυρόπουλο κι έρχονται κι άλλα παιδιά από πίσω ακόμα πιο μικροί σε ηλικία. Τι θα τους συμβούλευες για να καταφέρουν να φτάσουν στο κορυφαίο παγκόσμιο επίπεδο;

ΓΠ: Δεν ξέρω να πω την αλήθεια, ο καθένας πρέπει να έχει το δικό του μονοπάτι όπως συμβαίνει στο εξωτερικό. Νιώθω ότι στην Ελλάδα όλοι προσπαθούν να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο μονοπάτι, αλλά εγώ θεωρώ σαν Έλληνας ότι έχω χαράξει ένα δικό μου μονοπάτι κυρίως μαζί με τον πατέρα μου, αλλά και με όλους τους γύρω μου που με βοηθάνε, το οποίο ίσως να είναι δυσκολότερο, ίσως ευκολότερο από το κανονικό, όμως αυτό δεν θα το ξέρουμε μέχρι ένας άλλος να χαράξει το δικό του μονοπάτι παράλληλα στο δικό μου. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται όλοι οι Έλληνες που θέλουν να πάνε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα τη δική μου συμβουλή. Το μόνο όμως που θα έλεγα είναι αυτό που έκανα κι εγώ από μικρό παιδί. Όσο πιο ανταγωνιστικό είναι το πρωτάθλημα τόσο το καλύτερο. Δηλαδή εγώ δεν είμαι της γνώμης ότι θα ήθελα να πάω σε ένα πρωτάθλημα το οποίο ξέρω ότι θα το κερδίσω, αλλά είμαι της άποψης να τρέχω κάπου δύσκολα κι ας τερματίζω 15ος ή 20ος. Αυτό όμως θα με κάνει καλύτερο αναβάτη και θα με ανεβάσει επίπεδο.

M: Ωραία, πάμε λίγο και σε πιο χαλαρές ερωτήσεις. Ποιος είναι ο αγαπημένος σου αγαπημένος και γιατί;

ΓΠ: Αυτή τη στιγμή είναι ο Quartararo. Ο αγαπημένος μου αναβάτης γενικά είναι ο Rossi, ο καλύτερος αναβάτης είναι ο Marquez. Ο Rossi ανέβασε την δημοφιλία του MotoGP κατακόρυφα, ο Marquez είναι ο καλύτερος αναβάτης ever και τον Quartararo τον ακολουθώ από την αρχή της καριέρας του, είναι ένας εξαιρετικός αναβάτης, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

M: Τι κάνεις όταν δεν δουλεύεις και δεν είσαι στο εξωτερικό για αγώνες;

ΓΠ: Όπως είπα και πριν σίγουρα θα έχω μία προπόνηση μέσα στη μέρα μου. Εκτός αυτού, δεν μου αρέσει να κάθομαι πολύ στο σπίτι, μου αρέσει να πηγαίνω για καφέ, για μία βόλτα, για φαγητό και προσπαθώ να κρατάω μία ισορροπία γενικότερα.

M: Θέλω τώρα να μου πεις τρία επίθετα που χαρακτηρίζουν τον πατέρα σου τον Νίκο Περιστερά και τρία για τον νονό σου τον Άλεξ Παπαγεωργίου;

ΓΠ: Τρία επίθετα είναι πολύ λίγα για να χαρακτηρίσουν και τους δύο. Και οι δύο ήταν δίπλα μου σε όλη μου τη ζωή, όχι μόνο στην καριέρα μου. Οπότε θα πω από μία λέξη έτσι που μου έρχεται τώρα, ο πατέρας μου τρελός και ο νονός μου κοντός. Από εκεί και πέρα, δεν μπορώ να εκφράσω το πόσο πολύ με έχουν στηρίξει και το πως μου έχουν φερθεί και οι δύο.

M: Για τον νονό σου, θα μας πεις κανένα μυστικό που μπορεί και κερδίζει αγώνες στα 51 του;

ΓΠ: Ο νονός μου δεν σταματάει να εξελίσσεται και να βελτιώνεται συνεχώς, ακούγοντας παράλληλα και την ομάδα του. Εμένα μου φαίνεται πραγματικά απίστευτο, το ότι είναι 51 χρονών κι επειδή ξέρω πώς δουλεύει όλη μέρα, αλλά κάνει και προπόνηση όποτε μπορεί και πάει στο εξωτερικό και κερδίζει αγώνες.

M: Ποια είναι η σχέση σου με τον πολυπρωταθλητή Ελλάδας Σάκη Συνιώρη;

ΓΠ: Είναι ο αγωνιστικός μου πατέρας. Τον Σάκη τον ήξερα προφανώς από όταν ήμουν παιδί. Μετά θυμάμαι την πρώτη φορά που ο πατέρας μου κανόνισε να με προπονήσει ο Σάκης και ο πατέρας μου πριν συναντηθούμε μου έλεγε να είμαι σοβαρός, μάλιστα μου είχε δώσει και ένα μπλοκάκι για να σημειώνω ό,τι μου πει και όταν συναντηθήκαμε ο Σάκης έκανε συνέχεια χαβαλέ και αστεία (γέλια). Από εκείνη τη μέρα και μετά κάναμε εντατικές προπονήσεις σχεδόν κάθε μέρα, με κυνηγούσε για να κάνω τρέξιμο, αλλά εγώ δεν ήθελα (γέλια). Στο οδηγικό κομμάτι όμως τα βρίσκαμε μια χαρά, εκτός από τη γυμναστική.

Εκτός από τον Σάκη, με βοήθησαν ο πατέρας μου φυσικά, ο Γιάννης Μπούστας και ο Λευτέρης Πίππος. Από όλους τους έχω πάρει πράγματα, όχι μόνο οδηγικά αλλά και σε χαρακτήρα και στην ουσία έχω συλλέξει τα θετικά τους και τα έχω εφαρμόσει σε μένα και ήταν πολύ καλό που δεν έμεινα με έναν μόνο προπονητή.

M: Κλείνοντας τη συνέντευξη, θα ήθελα να μου πεις μία ιστορία που δεν έχεις ξαναπεί δημόσια, μπορεί να είναι μία αστεία ιστορία, ένα ευτράπελο, κάτι που σου έχει μείνει.

ΓΠ: Θα πω μία ιστορία από όταν έτρεχα στην Ιταλία το 2024. Βρίσκομαι στην Ίμολα για τον τελευταίο αγώνα της σεζόν και την Πέμπτη στα δοκιμαστικά έχω σπάσει το ρεκόρ πίστας, την Παρασκευή συνεχίζω στο ίδιο μοτίβο και Σάββατο ήταν τα χρονομετρημένα και στόχευα στο να κάνω πάλι ρεκόρ. Να σημειωθεί πως εγώ έμενα σε ένα σπίτι μισή ώρα μακριά από την πίστα και συνήθως ερχόταν ο Roccoli (Πολυπρωταθλητής Ιταλίας και ιδιοκτήτης της ομάδας που έτρεχε ο Γιάννης τότε) και με έπαιρνε το πρωί και κάποιος από την ομάδα με γυρνούσε το απόγευμα. Την Παρασκευή ήρθε κλασσικά να με πάρει, όμως εγώ είχα αργήσει να ξυπνήσω και τον έστησα πέντε λεπτά. Μου λέει λοιπόν πως το Σάββατο θα είναι έξω από την πόρτα μου στις 7:32 π.μ. ακριβώς, αν δεν είμαι εκεί δεν θα με περιμένει και θα φύγει. Το Σάββατο το πρωί λοιπόν μου στέλνει μήνυμα πως σε ένα λεπτό θα είναι εκεί, εγώ όμως εκείνη την ώρα βούρτσιζα τα δόντια μου και με το που τελειώνω μαζεύω γρήγορα τα πράγματά μου και βγαίνω έξω από το σπίτι. Με το που βγαίνω όμως στον δρόμο, βλέπω το βανάκι του που έφευγε, ξεκινάω λοιπόν και τρέχω, όμως εκείνος δεν σταματούσε και μετά από λίγο μου στέλνει μήνυμα πως θα πρέπει να είμαι σωστός στην ώρα μου και να μην αργώ και πως αυτό είναι ένα μάθημα. Μετά μάλιστα μου στέλνει άλλο ένα μήνυμα που μου έλεγε πως ξέρει πως θα πάρω την pole position ακόμα κι αν έρθω στο δεύτερο session!

Εμένα εκείνη την ώρα με έπιασε απελπισία και άρχισα να κλαίω. Ξεκινάω λοιπόν και ψάχνω που έχει τρένο κοντά και τρέχω με τα πράγματά μου μέχρι τον σταθμό. Με το που φτάνω όμως βλέπω πως έχουν ακυρωθεί όλα τα δρομολόγια εκείνη τη μέρα. Ξεκινάω να τρέχω πάλι πηγαίνοντας προς την πόλη και βρίσκω έναν Ιταλό που δεν ήξερε όμως αγγλικά, συνεννοούμαστε με τα χίλια ζόρια και μου καλεί ταξί. Εντέλει πλήρωσα 100 ευρώ στο ταξί, έφτασα 20 λεπτά πριν τα χρονομετρημένα και έκανα ρεκόρ πίστας και πήρα και την pole position!