Η πρώτη μεταφορά υγροποιημένου υδρογόνου με τάνκερ από την Kawasaki!

Κατακτήθηκε ένα μεγάλο βήμα
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

9/3/2022

Όπως έχουμε γράψει αρκετές φορές στο ΜΟΤΟ, το υδρογόνο είναι η επόμενη φάση στο πρόβλημα της ενέργειας και το μέλλον για τους κινητήρες εσωτερικής καύσης, με την ηλεκτροκίνηση να αποτελεί ουσιαστικά ένα μεταβατικό στάδιο μέχρι να ξεπεραστούν οι προκλήσεις και τα προβλήματα που θέτει από τη φύση του υδρογόνο.

Ένα από αυτά –και ίσως το σημαντικότερο- είναι η μεταφορά και η αποθήκευσή του, με τους μεγάλους "παίκτες" της βιομηχανίας να δουλεύουν εντατικά πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα προκειμένου να βρεθούν λύσεις. Ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια που δραστηριοποιούνται πάνω στον τομέα, είναι και η Kawasaki Heavy Industries (KHI), η οποία διαθέτει όλους τους πόρους και την τεχνογνωσία που απαιτείται, χάρη στο ευρύ πεδίο που έχει αναπτύξει τις δραστηριότητές της.

Πρόσφατα λοιπόν, η KHI σε συνεργασία με άλλες ιαπωνικές εταιρείες, ανακοίνωσε πως το πλάνο για μεταφορά υδρογόνου από την Αυστραλία στην Ιαπωνία, που παράχθηκε από λιγνίτη, με το πρώτο τάνκερ για υγροποιημένο υδρογόνο, έγινε εφικτή!

Εδώ να τονίσουμε πως αν και το υδρογόνο θεωρείται ευρέως ως το καύσιμο του μέλλοντος για μηδενικές εκπομπές ρύπων, απαιτεί μεγάλα ποσά ενέργειας για την παραγωγή του και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για να θεωρηθεί "πράσινο υδρογόνο". Οι επικριτές του υδρογόνου, αναφέρουν πως "το υδρογόνο που παράγεται με λιγνίτη έχει ως αποτύπωμα διπλάσιες εκπομπές ρύπων από αυτό του φυσικού αερίου".

Η Kawasaki Heavy Industries ηγήθηκε του project που στοίχισε περί τα 550 εκατομμύρια ευρώ, με την υποστήριξη της ιαπωνικής και της αυστραλιανής κυβέρνησης, σε μια προσπάθεια να μειωθούν οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Το αρχικό πλάνο προέβλεπε να έχει ολοκληρωθεί η μεταφορά του πρώτου φορτίου πριν από έναν χρόνο, αλλά το ξέσπασμα της πανδημίας πήγε όλο τον σχεδιασμό πίσω.

Η Electric Power Development (J-Power), η οποία είναι υπεύθυνη για την παραγωγή του υδρογόνου, ανακοίνωσε πως δοκιμάζει βιομάζα με άνθρακα για να μειώσει τις εκπομπές ρύπων, ενώ στοχεύει στο να εφαρμόσει στο μέλλον ένα σύστημα δέσμευσης και αποθήκευσης υδρογονανθράκων, προκειμένου να παράγεται απολύτως "καθαρά" το υδρογόνο.

Το Suiso Frontier τάνκερ που κατασκεύασε η ΚΗΙ, απέπλευσε από την Αυστραλία στις 25 Ιανουαρίου και έφτασε στο Kobe της Ιαπωνίας έναν μήνα αργότερα, ενώ το φορτίο με το υδρογόνο ξεφορτώθηκε στα τέλη Φεβρουαρίου.

Ο Motohiko Nishimura, εκτελεστικό στέλεχος της KHI δήλωσε πως "η επιχείρηση από την παραγωγή και την μεταφορά, μέχρι τη εκφόρτωση και την αποθήκευση, απέδειξε πως έχουν θεμελιωθεί οι τεχνολογικές υποδομές για την μελλοντική χρήση του υδρογόνου ως ενεργειακή πηγή, όπως συμβαίνει με το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG)".

Η Kawasaki Heavy Industries σκοπεύει να αντιγράψει την επιτυχημένη δραστηριότητά της ως κατασκευάστρια εταιρεία για LNG τάνκερ και με το υδρογόνο, κάτι που θεωρείται ύψιστης σημασία στην προσπάθεια της Ιαπωνίας να απεξαρτοποιηθεί η βιομηχανία της από τον άνθρακα, το αέριο και το πετρέλαιο, προκειμένου να πετύχει μηδενικούς ρύπους μέχρι το 2050, ενώ η Αυστραλία στοχεύει στο να αναδειχθεί η νούμερο ένα χώρα στις εξαγωγές του συγκεκριμένου καυσίμου.

Ο κ. Nishimura πρόσθεσε επίσης στις δηλώσεις του ότι "ο εξοπλισμός και οι εγκαταστάσεις που θα εγγυώνται την ασφαλή διαχείριση, είναι ένας ζωτικός τεχνολογικός παράγοντας για τις επιχειρήσεις καθαρής ενέργειας." Πέραν των KHI και J-Power, η κοινοπραξία που δημιουργήθηκε περιλαμβάνει το ιαπωνικό παρακλάδι της Shell, την Iwatani Corp, την Marubeni, την Eneos Holdings και την Kawasaki Kisen Kaisha. Μέχρι στιγμής, η κοινοπραξία δεν έχει ανακοινώσει το κόστος του project, καθώς είπαν ότι σε αυτή τη φάση ήταν επικεντρωμένοι στην βιωσιμότητα και την ασφάλεια.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Kawasaki Heavy Industries, ο όμιλος στοχεύει στην κατασκευή ακόμη μεγαλύτερων πλοίων για την μεταφορά υδρογόνου στα μέσα της δεκαετίας που διανύουμε, ενώ η εμπορική εκμετάλλευση τοποθετείται στις αρχές τις δεκαετίας του 2030.

Κάμερες τροχαίας στην Αττική: Ψαλιδίστηκαν 21.000 καταγραφές πριν βεβαιωθεί πρόστιμο

Το νέο σύστημα ελέγχου καταγράφει παραβάσεις, αλλά κάθε υπόθεση εξετάζεται πριν εκδοθεί κλήση
Καμερες
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

4/8/2026

Περισσότερες από 21.000 καταγραφές παραβάσεων που εντόπισαν οι νέες κάμερες κυκλοφορίας στην Αττική απορρίφθηκαν έπειτα από έλεγχο της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία ή δεν επρόκειτο για πραγματικές παραβάσεις

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., έως τις 22 Ιουλίου 2026 ακυρώθηκαν συνολικά 21.073 καταγραφές από το νέο σύστημα αυτόματης επιτήρησης της κυκλοφορίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι κάμερες δεν εκδίδουν αυτόματα πρόστιμα, αλλά κάθε περίπτωση ελέγχεται πριν βεβαιωθεί παράβαση.

Ο συχνότερος λόγος απόρριψης ήταν η λανθασμένη αναγνώριση οχημάτων που κινούνταν πολύ κοντά στη διαγράμμιση, χωρίς όμως να την παραβιάζουν. Για τον λόγο αυτό ακυρώθηκαν 7.039 καταγραφές (33,4%).

Ακολούθησαν τα οχήματα έκτακτης ανάγκης και κρατικά οχήματα, με 6.051 ακυρώσεις (28,7%), καθώς διαθέτουν ειδικό καθεστώς κατά την εκτέλεση υπηρεσίας.

Σε 4.732 περιπτώσεις (22,5%) η ποιότητα της εικόνας δεν επέτρεπε την ασφαλή αναγνώριση του οχήματος, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού.

Επιπλέον, 1.958 καταγραφές (9,3%) ακυρώθηκαν επειδή η κυκλοφορία ρυθμιζόταν εκείνη τη στιγμή από τροχονόμο ή υπήρχε νόμιμη εξαίρεση για οχήματα της ΕΛ.ΑΣ., της Πυροσβεστικής ή του ΕΚΑΒ.

Μικρότερο ποσοστό αφορούσε περιπτώσεις όπου καταγράφηκαν περισσότερα από ένα οχήματα στο ίδιο πλάνο (440 περιπτώσεις), ξένες ή μη καταχωρημένες πινακίδες (171), σφάλματα στην αυτόματη αναγνώριση πινακίδων (107), μη ευδιάκριτες πινακίδες λόγω φθοράς ή λάσπης (71) και ελιγμούς που πραγματοποιήθηκαν για αποφυγή ατυχήματος (28). Άλλες 476 καταγραφές χαρακτηρίστηκαν ως “λοιποί λόγοι”.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το σύστημα λειτουργεί με ανθρώπινο έλεγχο πριν από την επιβολή προστίμου, ώστε να αποφεύγονται λανθασμένες χρεώσεις. Παράλληλα, αναδεικνύουν τα σημεία όπου το σύστημα εμφανώς πάσχει, όπως η ακρίβεια των αλγορίθμων αναγνώρισης, η απόδοση των καμερών σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού και η καλύτερη αναγνώριση των πινακίδων κυκλοφορίας.