Η TVS εξαγόρασε την Norton!

Το τέλος ενός οικονομικού θρίλερ
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

21/4/2020

Το 2020, αν μη τι άλλο, μπήκε με ένα ξέφρενο ρυθμό σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς πριν καν συμπληρωθεί το πρώτο μισό της χρονιάς έχουν συντελεστεί τόσες κοσμογονικές αλλαγές και εξελίξεις, όσες δεν είχαμε δει την τελευταία πενταετία! Σε κάθε γωνιά της Γης συντελούνταν κι από ένα τεράστιο γεγονός (όπως για παράδειγμα οι καταστροφικές πυρκαγιές στην Αυστραλία που έκαναν μια ολόκληρη ήπειρο να υποφέρει και άλλαξαν σημαντικά το κλίμα ολόκληρου του πλανήτη), με αποκορύφωμα την πανδημία του κορωνοϊού.

Σε μικρότερη κλίμακα, στο δικό μας μοτοσυκλετιστικό σύμπαν, δεν έλειψαν τα μεγάλα και σημαντικά γεγονότα, με το μεγαλύτερο μέχρι στιγμής να είναι η οικονομική περιπέτεια ενός θρυλικού ονόματος, της Norton, που εξελίχθηκε σε ένα τεράστιο εμπορικό-οικονομικό θρίλερ. Είχαμε γράψει ένα αναλυτικό και άκρως αποκαλυπτικό άρθρο για το πώς ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία, ξεδιπλώνοντας όλες τις πτυχές της που είχαν ρίζες και στο ευρύτερο οικονομικό πεδίο της Μεγάλης Βρετανίας, με το ένα σκάνδαλο να ξεσπά μετά το άλλο.

Από τον περασμένο Ιανουάριο, η εταιρεία είχε περιέλθει σε καθεστώς διαχείρισης, αλλά αυτό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Οι αποκαλύψεις για τις ατασθαλίες και την κακοδιαχείριση έρχονταν με καταιγιστικό ρυθμό και το μέλλον της Norton ήταν εξαιρετικά δυσοίωνο. Παρ’ όλα αυτά όμως, βάσει των τελευταίων εξελίξεων φαίνεται ότι η ιστορική βρετανική φίρμα θα έχει μια ακόμη ευκαιρία στην πολυτάραχη πορεία της.

Πιο συγκεκριμένα, την Παρασκευή 17 Απριλίου, η ινδική εταιρεία TVS –η οποία κατασκευάζει μοτοσυκλέτες και σκούτερ- ανακοίνωσε επίσημα ότι εξαγόρασε την Norton έναντι 18,5 εκατομμυρίων ευρώ! Το ποσό μπορεί να ακούγεται σχετικά μικρό για μια τέτοια συναλλαγή, αλλά υπερκαλύπτει τις ανάγκες της εταιρείας προκειμένου να εξοφληθούν οι πιστωτές της. Είναι ουσιαστικά η επιβεβαίωση των όσων είχαμε γράψει πριν λίγο καιρό, για το έντονο ενδιαφέρον των Ινδών για την Norton.

Η συμφωνία περιλαμβάνει, φυσικά, την εμπορική επωνυμία και όλη την πνευματική ιδιοκτησία της Norton, η οποία αποτελεί αυτή τη στιγμή το σημαντικότερο κεφάλαιο της φίρμας, μαζί με τα συμβόλαια των υπαλλήλων της. Όπως όμως προκύπτει από τους όρους της συμφωνίας, το διάσημο αρχηγείο της Norton στο Donington Hall δεν περιλαμβάνεται μέσα σ’ αυτήν, και μέσα στους επόμενους μήνες θα κλείσει οριστικά.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της TVS Motor Company, Sudarshan Venu, έκανε τις απαραίτητες δηλώσεις, μέσα από τις οποίες μπορεί κανείς να διακρίνει το δέος του για την Norton, μαζί με όποια σημειολογική υπόσταση ενέχουν, καθώς άλλη μια εμβληματική εταιρεία της Μ. Βρετανίας περιέρχεται σε ινδιακά χέρια (να θυμίσουμε εδώ το προηγούμενο της Royal Enfield, και την εξαγορά μεριδίου της Triumph από την Bajaj). “Είναι μια ιστορική στιγμή για εμάς στην TVS, είπε ο Venu. “Η Norton είναι μια ιστορική βρετανική φίρμα, με παγκόσμια απήχηση, και θα μας παρέχει τη  δυνατότητα να επεκταθούμε σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή η συμφωνία, έρχεται σε απόλυτη ταύτιση με την προσπάθειά μας να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες των απαιτητικών πελατών μας. Θα παρέχουμε την πλήρη στήριξή μας στην Norton για να επανακτήσει την λάμψη και την δόξα της σε παγκόσμιο επίπεδο.”

Από τις παραπάνω δηλώσεις, διακρίνεται και η αισιοδοξία για το μέλλον των νέων ιδιοκτητών της εταιρείας, με το πάγιο όμως ερώτημα να παραμένει: μπορεί πραγματικά η TVS να αντιστρέψει το κλίμα για την Norton; Όπως δείχνουν τα στοιχεία του ινδικού κολοσσού (οι οποίοι έχουν εδώ και πολλά χρόνια συνεργασία και με την BMW), μάλλον θα τα καταφέρει. Τα μεγάλα σκάνδαλα που ξέσπασαν πρόσφατα γύρω από το όνομα της Norton σίγουρα κλόνισαν σε μεγάλο βαθμό την αίγλη και το κύρος της, αλλά η δυναμική ενός τέτοιου ιστορικού και γεμάτου παράδοση ονόματος δεν θα της επιτρέψει να περάσει στη αφάνεια.

Το κλειδί και παράλληλα η πρόκληση για την TVS, προκειμένου να αρχίσει να διαγράφει η Norton μια επιτυχημένη πορεία, είναι ο συνδυασμός αυτής της παράδοσης με το πόσο προσιτές θα είναι στον κόσμο οι μοτοσυκλέτες της. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να κάνει τους υποψήφιους πελάτες να παραβλέψουν το ζοφερό οικονομικό παρελθόν των σκανδάλων και να γίνει η Norton άλλη μια ευρωπαϊκή εταιρεία που θα αναζητήσει την ευμάρεια και το μέλλον της στην Ινδία.

Η κατασκευάστρια μπαταριών Varta σε καθεστώς χρεωκοπίας! Δημοσιεύματα εμπλέκουν την Apple ως αιτία

Προληπτικό το μέτρο, λέει η διοίκησή της, η παραγωγή συνεχίζεται και οι μισθοί πληρώνονται κανονικά
varta
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

29/7/2026

Η γερμανική εταιρεία Varta, πασίγνωστη στον χώρο της παραγωγής πάσης φύσεως μπαταριών, μεταξύ αυτών και για οχήματα, προσέφυγε σε δικαστήριο της Στουτγκάρδης για να ξεκινήσει την πτωχευτική διαδικασία, θέτοντας εαυτόν σε καθεστώς υποχρεωτικής διαχείρισης.

Η Varta δηλώνει πως δεν αντιμετωπίζει άμεσο πρόβλημα πληρωμής των πιστωτών της, αλλά προβαίνει σε αυτήν την κίνηση εθελοντικά διαβλέποντας ένα μελλοντικό κενό στην ικανότητα πληρωμών της το 2027. Έτσι, παρά την εκκίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας, η γερμανική εταιρεία καθησυχάζει πως η παραγωγή της συνεχίζεται απρόσκοπτη, ομοίως και η μισθοδοσία του προσωπικού.

Το γεγονός πως η εταιρεία δεν εξαναγκάστηκε σε πτώχευση και διαχείριση, αλλά μπήκε εθελοντικώς σε αυτή τη διαδικασία, είναι μια επιλογή που έγινε ώστε να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί κανονικά. Κινήθηκε δηλαδή προληπτικά με στόχο να προλάβει να σώσει την παρτίδα πριν οι απαιτητικές πληρωμές και η έλλειψη ρευστότητας που διαβλέπει για το νέο έτος την υποχρεώσουν σε κλείσιμο και ξεπούλημα των περιουσιακών της στοιχείων.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Varta, οι αιτίες εντοπίζονται στις επιδεινούμενες συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς, στην πτώση της ζήτησης, στις συναλλαγματικές ισοτιμίες που επιβάρυναν τη θέση της, αλλά ως κυρίαρχο παράγοντα ονοματίζει “την απόφαση κομβικού πελάτη να τερματίσει τη συνεργασία”.

Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters και πηγές του γερμανικού Τύπου, αυτός ο πελάτης είναι η Apple, η οποία είχε συμβόλαιο προμήθειας επαναφορτιζόμενων μπαταριών για τα ασύρματα ακουστικά AirPods, τις οποίες αποφάσισε να προμηθεύεται πλέον από την κινέζικη CoinPower και να τερματίσει τη συνεργασία της με τη Varta.

Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλό της, Michael Ostermann, “η Varta AG αντιμετώπισε σημαντικές προκλήσεις το τελευταίο διάστημα. Το Εκτελεστικό Συμβούλιο και η Διοίκηση έχουμε πλήρη επίγνωση των ευθυνών μας απέναντι σε εργαζόμενους, πελάτες, προμηθευτές και επενδυτές και δουλεύουμε με όλες μας τις δυνάμεις για να διατηρήσουμε όσες θέσεις εργασίας είναι δυνατόν, να εξασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα της εταιρείας και να δημιουργήσουμε τις καλύτερες δυνατές προοπτικές για τους μετόχους”.

Η Varta είχε αποσυρθεί από τα χρηματιστήρια της Φρανκφούρτης και της Βιέννης τον Μάρτιο του 2025 στα πλαίσια ενός σχεδίου αναδιοργάνωσης που εν τέλει κηρύχθηκε ολοκληρωμένο τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς.

Το Reuters μάλιστα αναφέρει πως κάποιοι μέτοχοι της Varta, μεταξύ αυτών η Porsche AG, αρνήθηκαν να συνεισφέρουν με επιπλέον κεφάλαια στην εταιρεία για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις.

Το σημαντικό είναι πως η όλη πτωχευτική διαδικασία δεν αφορά στο σύνολο της Varta, καθώς η Varta Consumer Batteries παραμένει κερδοφόρα και νομικώς αδέσμευτη από την πτωχευτική διαδικασία ως χωριστή οντότητα, αλλά επηρεάζονται άλλα κομμάτια της εταιρείας, όπως οι Varta Microbattery, Varta Micro Production και Varta Storage.

Το Τοπικό Δικαστήριο της Στουτγκάρδης διόρισε τον δικηγόρο Tobias Wahl για να επιβλέψει μια νέα διαδικασία αναδιοργάνωσης, η οποία ωστόσο γίνεται με τη Varta να διατηρεί τον έλεγχο των εξελίξεων, κάτι που προφανώς είναι εφικτό διότι προέβη στην πτώχευση προληπτικά και πριν προκύψουν πιέσεις από απλήρωτους προμηθευτές.

Τον Μάρτιο του 2025 είχε πτωχεύσει μια ακόμη μεγάλη βιομηχανία μπαταριών της Ευρώπης, η σουηδική Northvolt, η οποία ειδικευόταν σε μπαταρίες για ηλεκτρικά οχήματα και μάλιστα είχε λάβει πολύ μεγάλες επιχορηγήσεις από την Ε.Ε. για να στηρίξει τον ανταγωνισμό απέναντι των Κινέζων κατασκευαστών. Αν και οι δύο αυτές υποθέσεις δεν έχουν πολλά κοινά στοιχεία, συνδέονται σε μια κοινή πηγή των προβλημάτων τους: τις πολύ φθηνότερες κινέζικες μπαταρίες. Και στην περίπτωση της Varta, το σημείο-κλειδί ήταν το χαμένο συμβόλαιο της Apple, η οποία φέρεται να στράφηκε στην κινέζικη παραγωγή σπρώχνοντας τη γερμανική εταιρεία εγγύτερα στην πτώχευση.