Το ημερολόγιο μιας "πριγκίπισσας" με ένα KTM 250 Duke

Η "άλλη άποψη" για τον βενιαμίν των Duke
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

26/3/2021

To KTM 250 Duke είναι μια μοτοσυκλέτα που απευθύνεται σε όσους δεν ακολουθούν τα trend και τις μόδες, αλλά ψάχνουν μια απολαυστική, σύγχρονη, και –κυρίως- προσιτή οικονομικά μοτοσυκλέτα, που θα μπορούν να την οδηγούν καθημερινά και παντού, με οικονομικό πλαφόν λίγο πάνω από τις 4.000 ευρώ. Είναι ένα naked που απευθύνεται σε νέους (αλλά και σε αυτούς που αισθάνονται νέοι) αναβάτες. Και μέσα σε αυτό το ευρύ φάσμα υποψήφιων ιδιοκτητών του 250 Duke, όχι απλώς συμπεριλαμβάνεται και το γυναικείο κοινό, αλλά καταλαμβάνει κι ένα σημαντικό δυναμικό ποσοστό. Ας μην ξεχνάμε πως οι γυναίκες που οδηγούν μοτοσυκλέτες, είναι από τις πιο ταχεία αυξανόμενες ομάδες αναβατών, αλλά και μία λύση στο δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το κοινό της μοτοσυκλέτας, το οποίο γερνάει και αναζητά την "εισροή" νέου αίματος. Όπως άλλωστε έχουμε γράψει και στο παρελθόν, οι γυναίκες αναβάτριες αντιμετωπίζουν πολύ πιο σοβαρά το ρόλο τους πάνω στην μοτοσυκλέτα απ' ό,τι οι άντρες, ενώ καταρρίπτουν επιδεικτικά το στερεότυπο που τις ήθελε να προτιμούν τα σκούτερ και την ευκολία της αυτόματης μετάδοσης.

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο –και επειδή, δυστυχώς, δεν έχουμε εμπλουτίσει ακόμη την Συντακτική μας Ομάδα με μια γυναίκα συνάδελφο- θελήσαμε να έχουμε την "άλλη άποψη" για το 250 Duke από μια αυθεντική, σκληροπυρηνική (με την καλή έννοια του όρου) αναβάτρια. Η Αδαμαντία είναι κάτοχος ενός Royal Enfield Continental GT 650 και δεινή χιλιομετροφάγος παντός καιρού (όπως θα διαβάσετε παρακάτω, ήρθε να παραλάβει την μοτοσυκλέτα από το ΜΟΤΟ εν αναμονή της χιονοθύελλας)! Χρησιμοποιεί αποκλειστικά την μοτοσυκλέτα, τόσο για τις καθημερινές της μετακινήσεις όσο και για τις βόλτες και τα ταξίδια που κάνει σε τακτική βάση, και αποτελεί ίσως το τυπικό δείγμα σωματότυπου και εμπειρίας μια αναβάτριας, για να διαπιστώσουμε το αντίκτυπο του βενιαμίν (στην ελληνική αγορά) των naked της ΚΤΜ, στο γυναικείο κοινό. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που θέλουμε να δώσουμε μια διαφορετική προσέγγιση στο αναγνωστικό μας κοινό, όπως είχαμε κάνει με το Honda CRF250L, και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε σε κάθε ευκαιρία!

 

Mία… διαφορετική αυτοβιογραφία

Το περιοδικό ΜΟΤΟ μου έδωσε την ευκαιρία να οδηγήσω το νέο KTM 250 Duke για τρείς ημέρες. Ενώ αρχικά όλοι θεωρήσαμε πως θα είναι μια πολύ εύκολη και ευχάριστη εμπειρία, οι τρείς πιο κρύες μέρες του φετινού χειμώνα που ακολούθησαν την Μήδεια μετέτρεψαν την δοκιμή σε πρόκληση. Δεν μπορώ να αρνηθώ πως μου άρεσε. Challenge accepted λοιπόν.

Γενικά μου αρέσει να χαρακτηρίζω τον εαυτό μου ως μέσο αναβάτη, παρόλο που πολλοί επιμένουν να χρησιμοποιούν λέξεις όπως μικροκαμωμένη, γεγονός που μπορεί να δώσει -λανθασμένα- την εντύπωση πως κάποιες μοτοσυκλέτες με δυσκολεύουν στην οδήγηση. Η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα όμως δεν χρειάστηκε ούτε κόπο ούτε τρόπο, καθώς από την πρώτη κιόλας στιγμή μου έδωσε την αίσθηση ότι την οδηγούσα καιρό. Η θέση οδήγησης είναι όρθια και άνετη, η θέση των μαρσπιέ είναι σε τέτοιο σημείο ώστε να τα γόνατα να σχηματίζουν σχεδόν ορθή γωνία και να μην επιβαρύνεται η άρθρωση. Σε αυτό βοηθάει και το τιμόνι που έρχεται πολύ εύκολα στα μέτρα σου, χαλαρώνοντας απλά δύο βίδες άλεν.

Εξωτερικά μοιάζει πολύ με το KTM Super Duke της προηγούμενης γενιάς, σε μια μικρότερη και πιο ευκίνητη έκδοση και η παρουσία του στο δρόμο δεν περνάει απαρατήρητη. Όλες του οι λάμπες είναι LED, πράγμα που σημαίνει δυνατό φως, ανθεκτικό στο χρόνο, τους κραδασμούς και την υγρασία, καθώς και μικρή κατανάλωση μπαταρίας. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε η οθόνη του. Έχει πάρα πολλές ενδείξεις και πληροφορίες σχετικά με τη μοτοσυκλέτα και τη λειτουργία της, που κατά την άποψη μου, την κάνει πολύ φιλική σε αναβάτες με ελάχιστη ή καθόλου εμπειρία. Είναι δε ένα χαρακτηριστικό που δεν συναντάς ακόμα και σε μεγαλύτερες και ακριβότερες μοτοσυκλέτες. Μια λεπτομέρεια που μου δημιούργησε ανασφάλεια είναι η μικρή κλίση του πλαϊνού σταντ. Αισθάνθηκα πως σε άνισο έδαφος ή σε δυνατό αέρα, λόγω και του χαμηλού βάρους του, υπάρχει κίνδυνος πτώσης.

Οδηγικά είχα μια πολύ ευχάριστη εμπειρία. Παρόλο που ανήκει στην κατηγορία των γυμνών ο σχεδιασμός που έχει ακολουθήσει ο κατασκευαστής ελαχιστοποιεί τα προβλήματα που συνήθως δημιουργούνται σε τέτοιες μοτοσυκλέτες από δυνατούς ανέμους. Το ηλεκτρονικό γκάζι σου δίνει πολύ καλή αίσθηση απόκρισης και κάνει διασκεδαστική την οδήγηση ακόμα και μέσα στην κίνηση της Αθήνας σε ώρες αιχμής. Ο κινητήρας ανταποκρίνεται άμεσα σε κάθε άνοιγμα του και δίνει πολύ ωραία ροπή ακόμα και σε χαμηλές στροφές. Ο μονόδρομος συμπλέκτης του προσφέρει ομαλό κατέβασμα ταχύτητας χωρίς να χάνεις την αίσθηση του πίσω τροχού. Έχει σύστημα φρεναρίσματος ABS και στους δυο τροχούς το οποίο δοκίμασα στις ακραίες καιρικές συνθήκες των ημερών και μου έδωσε πολύ μεγάλη αίσθηση ασφάλειας. Η μπροστινή ανάρτηση μου μετέφερε εξαιρετική πληροφόρηση στην είσοδο και κατά τη διάρκεια της στροφής, έτσι ώστε να έχω την απαραίτητη αυτοπεποίθηση να πλαγιάσω χωρίς φόβο.

Αντικειμενικά, είναι μια μοτοσυκλέτα η οποία αποτελεί καταπληκτική επιλογή για τις ανάγκες της πόλης ενώ παράλληλα είναι διασκεδαστική και ευχάριστη. Προσφέρει ασφάλεια και άνεση στον αναβάτη και είναι κατάλληλη για νέους οδηγούς. Θα τη χαρακτήριζα μοτοσυκλέτα με επιβλητικό σχεδιασμό και μια πινελιά ατελείωτης χάρης. Προσωπικά με έκανε να αμφισβητώ προηγούμενες επιλογές μου…

Αρθρογράφος φαινόμενο,

Αλεξάκη Αδαμαντία

 

Second Ride: Η γερμανική εταιρεία που δίνει μια δεύτερη, ηλεκτρική ζωή σε παλιές μοτοσυκλέτες

Μια διαφορετική προσέγγιση στην ηλεκτρική τεχνολογία των δικύκλων υπόσχεται να δώσει λύσεις
second ride
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

17/3/2026

Με open-source φιλοσοφία, επισκευάσιμες μπαταρίες και έμφαση στην κοινότητα, η Second Ride επιχειρεί να φέρει τα ηλεκτρικά πιο κοντά στους αναβάτες.

Η μετάβαση στα ηλεκτρικά δίκυκλα δεν είναι τόσο απλή όσο θα ήθελαν οι κατασκευαστές. Κόστος, αυτονομία, διάρκεια ζωής μπαταριών και ίσως πιο σημαντικό, η έλλειψη δυνατότητας επισκευής αποτελούν βασικά εμπόδια. H γερμανική εταιρεία Second Ride δείχνει να κατανοεί βαθιά αυτά τα προβλήματα και ευελπιστεί να τα αντιμετωπίσει στη ρίζα τους.

Αντί να δημιουργεί απλώς kit μετατροπής για εξηλεκτρισμό παλαιότερων μοτοσυκλετών, η Second Ride επαναπροσδιορίζει συνολικά το πώς θα μπορούσε να είναι η ιδιοκτησία ενός ηλεκτρικού δικύκλου, ειδικά για όσους αγαπούν τις κλασικές μοτοσυκλέτες και το μαστόρεμα.

second ride

O εξηλεκτρισμός των κλασικών… σε άλλο σκεπτικό

Η ιδέα της μετατροπής μιας κλασικής μοτοσυκλέτας σε ηλεκτρική δεν είναι καινούργια. Σίγουρα μεγάλο κομμάτι της γοητείας της “κλασσικής μοτοσυκλέτας” χάνεται, χωρίς την οσμή, τον θόρυβο και τη δόνηση της “καρδιάς” της, αλλά για πολλούς αποτελεί έναν τρόπο να διατηρήσουν ζωντανά αγαπημένα μοντέλα, ειδικά όταν η εύρεση ή πόσο μάλλον η δημιουργία ανταλλακτικών γίνεται δύσκολη ή ακριβή. Παράλληλα, τα ηλεκτρικά σύνολα ισχύος προσφέρουν άμεση ροπή και πιο φιλική λειτουργία.

Ωστόσο, το κόστος μετατροπής παραμένει υψηλό, ενώ υπάρχουν και σοβαρά ερωτήματα γύρω από τη διάρκεια ζωής και τη συντήρηση των μπαταριών. Εδώ ακριβώς έρχεται η προσέγγιση της Second Ride να διαφοροποιηθεί.

Μπαταρίες που… επισκευάζονται

Ένα από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της φιλοσοφίας της εταιρείας αφορά τον σχεδιασμό των μπαταριών. Σήμερα, τα περισσότερα battery packs αποτελούνται από κυψέλες συγκολλημένες μεταξύ τους, κάτι που δυσκολεύει, έως καθιστά αδύνατη, την επισκευή.

Second Ride

Η Second Ride προτείνει μια διαφορετική αρχιτεκτονική: κυψέλες που τοποθετούνται με σύστημα πίεσης, αντίστοιχο με αυτό που γνωρίζουμε από απλές μπαταρίες καθημερινών συσκευών. Αυτό σημαίνει ότι, θεωρητικά, ο χρήστης θα μπορεί να εντοπίζει τις φθαρμένες κυψέλες και να τις αντικαθιστά εύκολα, χωρίς να αλλάζει ολόκληρο το πακέτο.

Second Ride

Τα οφέλη είναι πολλαπλά. Μειώνεται σημαντικά το κόστος συντήρησης, περιορίζονται τα απόβλητα και αυξάνεται η διάρκεια ζωής του οχήματος. Ταυτόχρονα ενισχύεται η εμπιστοσύνη των χρηστών προς την ηλεκτρική τεχνολογία, που μέχρι σήμερα συχνά θεωρείται εξειδικευμένη και μη επισκευάσιμη.

Open-source και δικαίωμα στην επισκευή

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η απόφαση της Second Ride να υιοθετήσει μια open-source φιλοσοφία. Παρότι η εταιρεία συνεχίζει να πουλά τα kit και τις υπηρεσίες της, δεν επιδιώκει να κλειδώσει τη λογική της.

Αντίθετα, ενθαρρύνει τρίτους να αναπτύσσουν εξαρτήματα, βελτιώσεις και εφαρμογές πάνω στις δικές της πλατφόρμες. Με άλλα λόγια, δεν κρατά την τεχνολογία αποκλειστικά για τον εαυτό της, αλλά επιδιώκει τη διάχυση γνώσης και την εξέλιξη μέσα από την κοινότητα.

Second Ride

Η λογική αυτή συνδέεται άμεσα με το λεγόμενο δικαίωμα στην επισκευή, ένα κίνημα που κερδίζει συνεχώς έδαφος, ειδικά σε μια εποχή όπου πολλά σύγχρονα οχήματα και ιδιαίτερα τα ηλεκτρικά είναι δύσκολα έως αδύνατο να επισκευαστούν εκτός εξουσιοδοτημένων δικτύων.

Second Ride

Η Second Ride δεν σταματά στις μπαταρίες και τα kit. Σχεδιάζει επίσης μια ανοιχτή βάση δεδομένων για οχήματα και μετατροπές. Εκεί, οι χρήστες θα μπορούν να μοιράζονται πληροφορίες, εμπειρίες και τεχνικές λύσεις.

Η πρωτοβουλία αυτή μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο όχι μόνο για την ίδια την εταιρεία, αλλά και για ανεξάρτητους μηχανικούς, κατασκευαστές και ερασιτέχνες που θέλουν να πειραματιστούν με ηλεκτρικές μετατροπές.

Second Ride

Περισσότερο από τεχνολογία

Πέρα από την τεχνική πλευρά, η προσέγγιση της Second Ride αγγίζει και κάτι βαθύτερο τη σχέση του αναβάτη με τη μοτοσυκλέτα του. Σε μια εποχή όπου πολλά οχήματα μετατρέπονται σε “μαύρα κουτιά”, χωρίς δυνατότητα παρέμβασης, η επιστροφή στη λογική του φτιάχνω και καταλαβαίνω έχει ιδιαίτερη σημασία.

Second Ride

Για πολλούς, η μοτοσυκλέτα δεν είναι απλώς ένα μέσο μετακίνησης, αλλά ένα πεδίο έκφρασης, μάθησης και δημιουργίας. Το εάν η εταιρεία κατορθώσει να κερδίσει μια ίσως πιο σκληροπυρηνική ομάδα αναβατών και να την γεφυρώσει με την ηλεκτρική τεχνολογία μένει να φανεί, παρότι μοιάζει ιδιαίτερα δύσκολο. Η δυνατότητα να ασχοληθείς ο ίδιος με τη συντήρηση ή την εξέλιξη του δικύκλου σου πάντως ενισχύει τη σύνδεση.

Second Ride

Η Second Ride φαίνεται να το καταλαβαίνει και να ποντάρει σε αυτό. Και ίσως τελικά, πέρα από την ίδια την ηλεκτροκίνηση, αυτός να είναι ο σημαντικότερος λόγος που αξίζει να την παρακολουθούμε.