Jessi Combs: Αναγνωρίστηκε επίσημα το ρεκόρ που της κόστισε τη ζωή

Το βαρύ αντίτιμο για την επίτευξη ενός ονείρου
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

25/6/2020

Το όνειρο της Jessi Combs ήταν να γίνει η γρηγορότερη γυναίκα του κόσμου, σπάζοντας το ρεκόρ ταχύτητας που είχε η θρυλική Kitty O’Neil από το 1976 με 819,2km/h. Χρησιμοποιώντας ένα τετράροδο πυραυλοκίνητο όχημα είχε πετύχει στις πρώτες δοκιμές 636,8km/h, δίνοντάς της τον τίτλο της γρηγορότερης γυναίκας εν ζωή. Όμως στόχος της ήταν να μείνει στην ιστορία ως η γρηγορότερη γυναίκα όλων των εποχών και έτσι πήγε ξανά στην αποξηραμένη λίμνη της Νεβάδα για μια τελευταία προσπάθεια κατάρριψης του ρεκόρ. Πράγματι στο πρώτο πέρασμα, το όχημα της Jessi Combs πέτυχε τελική ταχύτητα 836,4 km/h, όμως στη δεύτερη προσπάθειά της προς την αντίθεση κατεύθυνση (για να μετρήσει επίσημα ένα ρεκόρ ταχύτητας θα πρέπει να κάνεις την διαδρομή και προς τις δύο κατευθύνσεις, εντός συγκεκριμένου χρονικού περιθωρίου. Αυτό έχει να κάνει με την δύναμη και την κατεύθυνση του ανέμου, που είναι σύμμαχος σου προς τη μία κατεύθυνση και εχθρός σου προς την αντίθετη. Ο μέσος όρος από τις δύο προσπάθειες αποτελεί και την τελική επίδοση) το όχημά της βγήκε εκτός ελέγχου με αποτέλεσμα τον τραγικό θάνατό της. Ένα χρόνο μετά, το Guinness αποφάσισε να αναγνωρίσει επίσημα την τελική ταχύτητα που πέτυχε στο πρώτο πέρασμα η Jessi Combs και να της δώσει τον τίτλο της ταχύτερης γυναίκας όλων των εποχών μετά από 40 χρόνια.

Έξυπνες κάμερες – Νέος διαγωνισμός με μικρότερο προϋπολογισμό, σιγή ιχθύος για λάθος ενδείξεις στην πιλοτική φάση

Το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης προκήρυξε νέο διαγωνισμό μετά την ακύρωση του πρώτου λόγω προσφυγών
camera
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

15/6/2026

Ο νέος διαγωνισμός γίνεται “για τη σύναψη μεικτής σύμβασης προμήθειας και παροχής υπηρεσιών για την Προμήθεια, εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση δικτύου Καμερών Καταγραφής Παραβάσεων Κ.Ο.Κ.” και έχει συνολικό προϋπολογισμό 44.055.805 ευρώ, ενώ το κριτήριο κατακύρωσης θα είναι η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει βέλτιστης σχέσης ποιότητας-τιμής.

Το αντικείμενό του τώρα αφορά μόνο τις 1.000 σταθερές κάμερες που πρόκειται να αναπτυχθούν σε σταθερά σημεία ανά τη χώρα και όλα τα συμπαραμαρτυρούντα τους: βάσεις στήριξης, ηλεκτρολογική εγκατάσταση, δικτύωση, συντήρηση, εκπαίδευση αστυνομικών στη χρήση τους. Δεν περιλαμβάνει δηλαδή τις κινητές κάμερες που θα μπουν σε λεωφορεία, οι οποίες πιθανότατα θα ανατεθούν σε διαφορετικό διαγωνισμό.

Ο νέος διαγωνισμός θέτει ως καταληκτική ημερομηνία για την κατάθεση προσφορών την 27η Ιουλίου 2026 και την ηλεκτρονική τους αποσφράγιση την 28η Ιουλίου, ωστόσο προβλέπει σχεδόν το μισό κόστος από πριν και η αιτία είναι η αφαίρεση του όρου προαίρεσης, δηλαδή της δυνατότητας επέκτασης της παραγγελίας σε μετέπειτα χρόνο. Σύμφωνα με το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ο λόγος που δεν ενσωματώθηκε ξανά η προαίρεση είναι πως δεν μπορούν να είναι γνωστές εκ των προτέρων οι τεχνικές προδιαγραφές που θα ισχύουν σε μερικά χρόνια, έτσι η κυβέρνηση δεν ήθελε να δεσμευτεί με ένα πακέτο συγκεκριμένων προδιαγραφών που ενδεχομένως να έχει ξεπεραστεί ή βελτιωθεί ως την επόμενη προμήθεια.

Θυμίζουμε πως ο πρώτος διαγωνισμός που είχε προκηρυχθεί ματαιώθηκε στα τέλη Μαΐου μετά από αρκετές προσφυγές εταιρειών που επικαλούνταν είτε ασαφείς τεχνικές προδιαγραφές ή υπονοούσαν φωτογραφικό διαγωνισμό που πρακτικά περιέγραφε τα προϊόντα ενός συγκεκριμένου κατασκευαστή.

Στο μεταξύ η επικαιρότητα έχει γεμίσει από δημοσιεύματα στον ημερήσιο Τύπο που μιλούν για τεράστιο ποσοστό λανθασμένων καταγραφών από τις “έξυπνες” κάμερες. Με εκτιμήσεις για αστοχία σε πάνω από 90% των βεβαιωμένων παραβάσεων, τα σχετικά δημοσιεύματα επικαλούνται αστυνομικές πηγές, γεγονός που κάνει ιδιαίτερα ανησυχητικό το όλο ζήτημα καθώς, από τη στιγμή που οι κάμερες θα έχουν δικτυωθεί ως προβλέπεται, θα λειτουργούν αυτόνομα. Αυτό σημαίνει πως όποιοι δεχτούν κλήση για παράβαση που κρίνουν πως ήταν λανθασμένη, θα πρέπει να πληρώσουν το πρόστιμο και να προσφύγουν κατά της καταγραφής, γεγονός που μπορεί να πλημμυρίσει τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Στην παρούσα φάση, οι λιγοστές κάμερες που έχουν εγκατασταθεί πιλοτικά δεν υποστηρίζονται από σέρβερς τεχνητής νοημοσύνης, αλλά τα ευρήματά τους περνούν από την κλασική μέθοδο, έλεγχο από αστυνομικό. Προφανέστατα όμως δεν υπάρχουν αρκετοί αστυνομικοί να τσεκάρουν τι κατέγραψε κάθε μια από τις κάμερες που διαφημίζονται πως θα πιάνουν χιλιάδες παραβάτες κάθε μέρα.