Καλά νέα: Kawasaki, Yamaha, Mazda, Subaru και Toyota ενώνουν δυνάμεις για το μέλλον των κινητήρων εσωτερικής καύσης

Στόχος είναι να αναπτύξουν πιο φιλικά καύσιμα - Έρχονται Honda και Suzuki
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

17/11/2021

Συνασπίζονται οι Ιάπωνες κατασκευαστές απέναντι στην καθολική επικράτηση της ηλεκτροκίνησης και βάζουν στόχο να αναπτύξουν τεχνολογίες που θα επιτρέπουν την συνέχιση της χρήσης των κινητήρων εσωτερικής καύσης με μειωμένους ρύπους διοξειδίου.

Το θετικό είναι πως οι πέντε εταιρείες δεν θα συνεργαστούν προς αυτή την κατεύθυνση πηγαίνοντας όλες από τον ίδιο δρόμο, αλλά ακολουθώντας πρακτικά όλα τα μονοπάτια που μπορούν να οδηγήσουν εκεί. Εδώ στο ΜΟΤΟ είχαμε γράψει το 2008 (!) τόσο πριν από όλα αυτά, πως η ηλεκτροκίνηση δεν θα είναι παρά μία αρκετά μακριά μεταβατική περίοδος και θέλουμε να προσβλέπουμε σε ένα μέλλον με κινητήρες εσωτερικής καύσης που όμως δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον - κάτι που θα μπορούσε να συμβεί με την χρήση του υδρογόνου. Η Kawasaki Heavy Industries είναι πρωτοπόρος σε αυτό και ήδη από το 2010 μελετά λύσεις για την χρήση του υδρογόνου σε όλα τα στάδια που χρειάζεται, ξεκινώντας από την παραγωγή, την μεταφορά και την αποθήκευσή του. Η επένδυση της Kawasaki στον τομέα αυτό είναι τεράστια και ξεπερνά κάθε άλλον, έχοντας κατασκευάσει ήδη το Suiso Frontier, το πρώτο τάνκερ μεταφοράς υγροποιημένου υδρογόνου το οποίο και θα μπει σε λειτουργία μέχρι τον ερχόμενο Οκτώβριο. Το 2018 ολοκλήρωσε επίσης και την κατασκευή της πρώτης τουρμπίνας υδρογόνου και συνολικά η Kawasaki καλύπτει την παραγωγή κινητήρων που χρησιμοποιούν το υδρογόνο σε γη, θάλασσα και αέρα.

Αντίστοιχα η Yamaha που ας μην ξεχνάμε πως έχει ισχυρούς δεσμούς με την Toyota ενώ μάλιστα σχεδιάζει κινητήρες και αυτοκινήτων, εδώ και χρόνια εξελίσσει την τεχνολογία για την χρήση αυτού του καυσίμου στον κόσμο των δύο τροχών. Η ανακοίνωση της Toyota αναφέρει ξεκάθαρα πως η Kawasaki και η Yamaha περιμένουν την Honda και την Suzuki να ακολουθήσουν σε αυτή την συνεργασία κι έτσι στο τέλος σύσσωμοι οι Ιάπωνες κατασκευαστές θα αναπτύξουν το πρώτο πλατύσκαλο αυτής της τεχνολογίας, στην μακρά ανηφορική διαδρομή που έχουμε μπροστά μας.

Στόχος είναι να πετύχουν την πράσινη ανάπτυξη αλλά χρησιμοποιώντας κινητήρες εσωτερικής καύσης στα δίκυκλα και για να κρατήσουν ξεκάθαρα τα όρια μεταξύ συνεργασίας και συναγωνισμού, το πρώτο βήμα είναι να καθοριστεί ένα πρωτόκολλο επικοινωνίας που επίσης θα ξεκαθαρίζει με ακρίβεια τους τομείς που η έρευνα θα γίνεται συνδυαστικά.

Ένας πολύ βασικός σκόπελος σε όλο αυτό το δύσκολο εγχείρημα της προσαρμογής των κινητήρων εσωτερικής καύσης, είναι η ανάπτυξη του άμεσου ψεκασμού που θα διαχειρίζεται το υδρογόνο, όπως επίσης και η ανάφλεξη. Εκεί η Toyota με την Yamaha έχουν κάνει από κοινού πολύ σημαντικά βήματα με άμεση συνεργασία από το 2016.

Η παραγωγή υδρογόνου χωρίς επιβάρυνση του περιβάλλοντος με CO2 θα είναι επίσης ένα δύσκολο εμπόδιο, για το οποίο γίνονται ήδη πρώτα βήματα επίσης από διαφορετικούς δρόμους. Η χρήση αιολικής ενέργειας είναι ένας από αυτούς, η επεξεργασία των λυμάτων είναι άλλος ένας που ήδη χρησιμοποιεί με επιτυχία η Toyota σε συνεργασία με την πόλη Fukuoka.

Η αγωνιστική εμπλοκή με την χρήση υδρογόνου και άλλων «πράσινων» καυσίμων, όπως το biodiesel που σχεδιάζουν οι πέντε κατασκευαστές είναι ο σωστός δρόμος για την ανάπτυξη της τεχνολογίας καθώς θα απελευθερώσει κονδύλια και θα επιταχύνει την έρευνα, προσφέροντας ταυτόχρονα ένα πρώτης τάξης πεδίο δοκιμών. Μέχρι στιγμής έχουμε προχωρήσει μπροστά μέσα από τους αγώνες, οπότε δεν έχει κανένα νόημα να μην έρθει μέσα από αυτούς και η εξέλιξη του επόμενου βήματος.

Τα νέα είναι μόνο καλά, καθώς η παρούσα τεχνολογία για την ηλεκτροκίνηση μπορεί να προσφέρει εξαιρετικές λύσεις σε αυτοκίνητα αλλά και σκούτερ, δείτε τα Niu για παράδειγμα αλλά στις μοτοσυκλέτες υπάρχουν περιορισμοί παρόλο που επίσης βλέπουμε και λύσεις όπως της Zero που έχει αφήσει τους υπόλοιπους κατασκευαστές έτη φωτός πίσω της. Η Kawasaki επίσης επενδύει στην ηλεκτροκίνηση, ωστόσο δεν παύει να προετοιμάζει και το πιο μακρινό μέλλον επενδύοντας και πιστεύοντας πάρα πολύ στο υδρογόνο. Το ίδιο κι εμείς στο ΜΟΤΟ…

Λονδίνο-όριο 30 χλμ./ώρα: Μείωση θανατηφόρων τροχαίων κατά 40% αναφέρουν οι αρχές

Εφαρμόζεται στους μισούς δρόμους του Λονδίνου - Εξετάζεται η εφαρμογή του σε εθνικό επίπεδο
20mph
Από τον

Παύλο Καρατζά

15/9/2026

Πάνω από τους μισούς δρόμους του Λονδίνου έχει πλέον όριο ταχύτητας 20 μίλια (32 χιλιόμετρα) ανά ώρα και η Transport for London, ένας φορέας της τοπικής αυτοδιοίκησης, υπεύθυνος για το μεγαλύτερο μέρος του δικτύου μεταφορών στο Λονδίνο, επικαλείται στοιχεία που δείχνουν ότι το χαμηλότερο αυτό όριο ταχύτητας έχει μειώσει τα θανατηφόρα τροχαία κατά 40%, την ίδια ώρα που οι βουλευτές εξετάζουν αν η Αγγλία πρέπει να υιοθετήσει τα 20 μίλια ανά ώρα ως το προεπιλεγμένο όριο ταχύτητας σε εθνικό επίπεδο.

Σύμφωνα με την πολιτική “Safe Speeds” της TfL, η ταχύτητα παίζει ρόλο στα περίπου μισά θανατηφόρα τροχαία στο Λονδίνο, ενώ η πρόσκρουση με ταχύτητα 30 μίλια (48 χιλιόμετρα) ανά ώρα αυξάνει πέντε φορές τις πιθανότητες θανάτου σε σύγκριση με την πρόσκρουση με ταχύτητα 20 μίλια ανά ώρα.

Τα στοιχεία αυτά υποστηρίζουν την πολιτική “Vision Zero” του Δημάρχου, η οποία στοχεύει στο να μην υπάρξουν νεκροί ή σοβαρά τραυματίες στους δρόμους του Λονδίνου έως το 2041, και έχει οδηγήσει σε σταθερή επέκταση των ορίων ταχύτητας των 20 μίλια ανά ώρα σε ολόκληρη την πρωτεύουσα τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Επί του παρόντος, 166 μίλια (267 χιλιόμετρα) του οδικού δικτύου της TfL (περίπου οι μισοί δρόμοι της αγγλικής πρωτεύουσας) έχουν όριο ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα, ενώ τα δύο τρίτα των δήμων του Λονδίνου εφαρμόζουν πλέον το όριο αυτό στο μεγαλύτερο μέρος των δρόμων τους.

20mph

Η προγραμματισμένη επόμενη φάση στοχεύει στην επέκταση του ορίου σε τουλάχιστον 40 επιπλέον μίλια (64 χιλιόμετρα) έως το 2030, γεγονός που θα σημαίνει ότι πάνω από το 80% των δρόμων στο κεντρικό και εσωτερικό Λονδίνο θα έχουν όριο ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα.

Η αιτιολόγηση της επέκτασης αυτής βασίζεται σε μια μακροπρόθεσμη ανάλυση του αστικού ορίου ταχύτητας 20 μίλια ανά ώρα που εφαρμόστηκε σε δρόμους των δήμων μεταξύ 1989 και 2013. Η TfL διαπίστωσε μείωση κατά 40% των θανάτων σε αυτούς τους δρόμους (από 15 σε 9), σε σύγκριση με μείωση μόλις 7% των θανάτων σε άλλα σημεία του δικτύου των δήμων κατά την ίδια περίοδο.

Ο αριθμός των νεκρών ή των σοβαρά τραυματισμένων μειώθηκε κατά 34% (από 395 σε 260) στα προγράμματα που μελετήθηκαν, έναντι μείωσης 15% στο ευρύτερο οδικό δίκτυο, ενώ οι συγκρούσεις και τα θύματα συνολικά μειώθηκαν κατά 35% και 36% αντίστοιχα, σε σύγκριση με μείωση 12% αλλού. Η μείωση στον αριθμό των νεκρών παιδιών ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή: 75%, από τέσσερις θανάτους σε έναν, έναντι μηδενικής μεταβολής σε άλλους δρόμους.

Η TfL απέρριψε επίσης την υπόθεση ότι τα χαμηλότερα όρια ταχύτητας βλάπτουν την ποιότητα του αέρα, παραπέμποντας σε έρευνα του Imperial College London που δείχνει ότι οι ζώνες των 20 μιλίων ανά ώρα δεν έχουν καθαρή αρνητική επίδραση στις εκπομπές καυσαερίων και ότι ο ομαλότερος τρόπος οδήγησης που παρατηρείται στις ζώνες των 20 μιλίων ανά ώρα – με λιγότερες απότομες επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις – μειώνει στην πραγματικότητα τις εκπομπές σωματιδίων από τη φθορά των ελαστικών και των φρένων, σε σύγκριση με τις ζώνες των 30 μίλια ανά ώρα.

Στον αντίποδα, είναι αρκετά δύσκολο να κινείσαι στο κέντρο της πόλης με μοτοσυκλέτα με όριο τα 32 χιλιόμετρα ανά ώρα, καθώς λίγο περισσότερο να περιστρέψεις τον καρπό του δεξιού σου χεριού και θα είσαι πριν το καταλάβεις πάνω από το όριο. Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να ελέγχεις συνεχώς το ταχύμετρο της μοτοσυκλέτας, που με τη σειρά του σημαίνει πως δεν θα έχεις όλη την προσοχή σου στον δρόμο. Αν συνυπολογίσουμε σ’ αυτό αυτοκίνητα, ηλεκτρικά πατίνια, πεζούς, φανάρια, άλλες μοτοσυκλέτες και διαβάσεις πεζών που πρέπει να έχουμε στο νου μας, η “καθημερινή αποστολή” γίνεται ακόμη πιο απαιτητική, ειδικά στην χώρα μας το όριο αυτό με βάση την οδηγική παιδεία που δεν έχουμε θα ήταν άκρως επικίνδυνο για τους μοτοσυκλετιστές.

Ο χρόνος επίσης που απαιτείται για να καλύψουμε την ίδια απόσταση αυξάνεται δραματικά. Για παράδειγμα αν θέλουμε να καλύψουμε μία απόσταση 20 χιλιομέτρων, αν πηγαίνουμε με 48 χλμ./ώρα θα χρειαστούμε 25 λεπτά, ενώ αν κινούμαστε με 32 χλμ./ώρα θα χρειαστούμε 37 λεπτά! Σίγουρα λοιπόν το μέτρο φαίνεται να δουλεύει όσον αφορά τα θανατηφόρα τροχαία, όμως υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που πρέπει να εξεταστούν.