Kawasaki Ninja ZX-10R/RR/SE 2019

Aναβαθμίσεις για όλες τις εκδόσεις
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

3/9/2018

Η Kawasaki για το 2019 αποφάσισε να προχωρήσει στην ανανέωση όλων των εκδόσεων της superbike της, θέλοντας να συνεχίσει την επιτυχής πορεία τους. Όσον αφορά τις αλλαγές, όλες οι εκδόσεις της οικογένειας των Ninja ZX-10 θα έχουν την επανασχεδιασμένη κεφαλή με το νέο σύστημα βύθισης βαλβίδων. Το σύστημα αυτό δεν το βλέπουμε για πρώτη φορά, καθώς το πρώτο μοντέλο που εμφανίστηκε με αυτό ήταν το BMW S1000RR και έπειτα ακολούθησε το GSX-R 1000 της Suzuki. Ουσιαστικά μεταξύ των εκκεντροφόρων και των βαλβίδων τοποθετήθηκαν ενδιάμεσα κοκοράκια, επιτρέποντας έτσι τη χρήση πιο “ήπιων” εκκεντροφόρων με μεγαλύτερη διάρκεια και μεγαλύτερη ακρίβεια στην κίνηση, στη μείωση του βάρους κατά 20% και στη χρήση μαλακότερων ελατηρίων καθώς πλέον δεν είναι απαραίτητα. Η μείωση του βάρους προήλθε από τη μεγέθυνση του εσωτερικού χώρου της κεφαλής, διατηρώντας όμως τις αρχικές εξωτερικές διαστάσεις.

Με αυτό τον τρόπο στις εκδόσεις ZX-10R και ZX-10R SE η Kawasaki κατάφερε να αυξήσει την ιπποδύναμη κατά 3 ίππους (χωρίς τη συμβολή του Ram-air) και ο κόφτης πλέον επεμβαίνει στις 13.500 αντί των 13.000 στροφών. Τέλος το χρώμα του καπακιού της κεφαλής είναι κόκκινο. Σε ό,τι αφορά την έκδοση ZX-10R SE, εκτός της νέας κεφαλής θα υπάρχει και η δυνατότητα επιλογής του self-healing χρώματος της Kawasaki, μιας τεχνοτροπίας που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στη Ninja H2 του 2019. Η εφαρμογή της στη Ninja ZX-10R SE δείχνει πως η εταιρεία έχει βλέψεις να την εφαρμόσει και σε άλλα μοντέλα και όχι μόνο στη ναυαρχίδα της.

Όσον αφορά την καινοτομία που φέρνει αυτή η βαφή γίνεται αντιληπτή από το όνομα της, η Kawasaki αναφέρει πως θα έχει τη δυνατότητα να “θεραπεύει” μικρές φθορές που μπορεί να προκληθούν από τη καθημερινή χρήση. Ακόμα το Ninja ZX-10R SE και ZX-10R από το 2019 θα έχουν στον στάνταρ εξοπλισμό τους το quickshifter της εταιρείας που επιτρέπει το ανέβασμα και το κατέβασμα των σχέσεων χωρίς τη χρήση συμπλέκτη. Τέλος, σύμφωνα με τη Kawasaki οι ημι-ενεργητικές αναρτήσεις της Ninja ZX-10R SE δέχτηκαν και αυτές μια ανανέωση στο λογισμικό τους, ώστε να εναρμονίζονται καλύτερα με τις αναβαθμίσεις που έγιναν στον κινητήρα.

Την έκδοση της Ninja ZX-10RR την αφήσαμε επίτηδες για το τέλος καθώς αυτή ήταν που δέχτηκε και τις περισσότερες αλλαγές στο κινητήρα. Εκτός από την επανασχεδιασμένη κεφαλή που αναφέραμε νωρίτερα, η έκδοση θα είναι εξοπλισμένη με τις ελαφρύτερες μπιέλες τιτανίου της Prankl -για όσους δεν γνωρίζουν η Prankl δραστηριοποιείται πολλά χρόνια στο χώρο της μοτοσυκλέτας, των αυτοκινήτων αλλά και της αεροπορικής βιομηχανίας- χάνοντας 408 γραμμάρια συνολικά ενώ το βάρους του στροφάλου μειώθηκε και αυτό κατά 5% συγκριτικά με τον προηγούμενο.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να η ZX-10RR να κερδίσει 100 στροφές παραπάνω συγκριτικά με τις άλλες δύο και ο κόφτης επεμβαίνει στις 13.600, ενώ η ιπποδύναμη ανέρχεται στους 204 ίππους (χωρίς τη συμβολή Ram-air). Όμως η συγκεκριμένη έκδοση θα είναι πλέον περιορισμένης παραγωγής και για το 2019 θα παραχθούν μόλις 500 μοτοσυκλέτες για την παγκόσμια αγορά, ενώ κάθε μοντέλο θα φέρει στη τιμονόπλακά του και ένα ταμπελάκι που θα φέρει τον αριθμό του.

Με τις παραπάνω αλλαγές στις εκδόσεις της Ninja ZX-10 θα περιμέναμε και την ανανέωση της εμφάνισης και την αλλαγή των οργάνων, όμως οι αλλαγές της Kawasaki ήταν ξεκάθαρο πως εστίαζαν στους βασικότερους τομείς, όπως τα απόλυτα νούμερα στις επιδόσεις, τη μείωση του βάρους και τη καλύτερη συμπεριφορά των αναρτήσεων.

Ετικέτες

Bγαίνει σε δημοπρασία MV Agusta 750 S του 1974 με αυθεντικούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα

Από τα τελευταία μοντέλα παραγωγής - Ελάχιστα χρησιμοποιημένη
1974 - MV Agusta 750 S
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

6/7/2026

Μία από τις πιο σπάνιες και επιθυμητές κλασικές MV Agusta πρόκειται να αλλάξει χέρια μέσω δημοπρασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Πρόκειται για μία MV Agusta 750 S του 1974, από τις τελευταίες που κατασκευάστηκαν πριν ολοκληρωθεί η παραγωγή του μοντέλου το 1975, με την εκτιμώμενη αξία της να κυμαίνεται από 60.000 έως 70.000 λίρες Αγγλίας (περίπου 70.000 έως 81.000 ευρώ).

Από τις πίστες του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος στους δρόμους

Η MV Agusta κυριάρχησε στους αγώνες Grand Prix τη δεκαετία του 1950 και του 1960, κατακτώντας συνολικά 17 συνεχόμενους τίτλους στην κατηγορία των 500 κ.εκ. από το 1958 έως και το 1974, ένα επίτευγμα που παραμένει αξεπέραστο μέχρι σήμερα.

Η επιτυχία αυτή οδήγησε την ιταλική εταιρεία στην παρουσίαση της πρώτης τετρακύλινδρης μοτοσυκλέτας παραγωγής το 1965, της MV Agusta 600. Ωστόσο, η επιλογή του κόμη Agusta να σχεδιαστεί ως sport touring μοντέλο και όχι ως καθαρόαιμη sport μοτοσυκλέτα περιόρισε σημαντικά την εμπορική της επιτυχία.

Η απάντηση ήρθε το 1969 με την 750 S, μία μοτοσυκλέτα που αξιοποιούσε την τεχνογνωσία των αγωνιστικών της εταιρείας και απέκτησε αμέσως τη φήμη που άξιζε στο όνομα MV Agusta.

1974 - MV Agusta 750 S

Αγωνιστική τεχνολογία για χρήση στον δρόμο

Η 750 S χρησιμοποιούσε έναν τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα με σαφείς καταβολές από τις εργοστασιακές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της MV Agusta. Διέθετε κάρτερ και κυλινδροκεφαλή από χυτό αλουμίνιο, επικεφαλής εκκεντροφόρους που έπαιρναν κίνηση μέσω γραναζιών από τον στρόφαλο και τέσσερα καρμπιρατέρ της Dell'Orto.

Η ισχύς έφθανε τους 66 ίππους στις 8.000 στροφές ανά λεπτό, ενώ η τελική ταχύτητα ξεπερνούσε τα 190 χλμ./ώρα, τοποθετώντας την ανάμεσα στις ταχύτερες μοτοσυκλέτες παραγωγής της εποχής.

1974 - MV Agusta 750 S

Στα τελευταία χρόνια παραγωγής της, η 750 S εξελίχθηκε περαιτέρω, αποκτώντας μεγαλύτερη απόδοση αλλά και δύο εμπρός δισκόφρενα, αντικαθιστώντας το ταμπούρο. Συνολικά κατασκευάστηκαν μόλις 583 μοτοσυκλέτες μέχρι το τέλος της παραγωγής το 1975, γεγονός που την καθιστά μία από τις πιο συλλεκτικές MV Agusta όλων των εποχών.

Ένα από τα τελευταία αντίτυπα που κατασκευάστηκαν

Η μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας παράχθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1974 και αποτελεί μία από τις τελευταίες 750 S που βγήκαν από τη γραμμή παραγωγής του εργοστασίου στο Cascina Costa.

Σύμφωνα με επιστολή του αείμνηστου E. P. Eacott, πρώην υπεύθυνου ανταλλακτικών της λέσχης ιδιοκτητών MV Agusta της Μεγάλης Βρετανίας, το πλαίσιο με αριθμό MV4C75 2140599 κατασκευάστηκε μαζί με τον κινητήρα 2140572, διατηρώντας μέχρι σήμερα τους εργοστασιακούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, στοιχείο που αυξάνει σημαντικά τη συλλεκτική της αξία.

1974 - MV Agusta 750 S

Η συγκεκριμένη 750 S παραδόθηκε καινούργια στη W. H. Lowe Pty. Co. Ltd. στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, επίσημη αντιπρόσωπο τότε των Ferrari, Lancia και MV Agusta.

Από την Αυστραλία στη Βρετανία και σε ιδιωτική συλλογή

Το 1984 αγοράστηκε στο Sidney από τον Roger Thomas, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα τη μετέφερε μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Από το 1994 βρίσκεται στην ίδια οικογένεια, αφού αποκτήθηκε μέσω δημοπρασίας του Sotheby's, ενώ όλα αυτά τα χρόνια χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ως έκθεμα σε ιδιωτική συλλογή.

1974 - MV Agusta 750 S

Το οδόμετρο δείχνει μόλις 12.241 μίλια και, σύμφωνα με τον σημερινό ιδιοκτήτη, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα αυτή να είναι η πραγματική συνολική απόσταση που έχει διανύσει από καινούργια.

Σχεδόν απόλυτα αυθεντική, αλλά χρειάζεται επαναφορά σε λειτουργία

Η δημοπρασία αναφέρει ότι το ρεζερβουάρ έχει βαφτεί εκ νέου κάποια στιγμή στο παρελθόν, όμως κατά τα άλλα η μοτοσυκλέτα θεωρείται σε μεγάλο βαθμό αυθεντική.

Παράλληλα, λόγω της πολυετούς ακινησίας, θα χρειαστεί πλήρη επαναφορά σε λειτουργική κατάσταση πριν επιστρέψει στον δρόμο.

1974 - MV Agusta 750 S

Η μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από το παλαιού τύπου βρετανικό έγγραφο ταξινόμησης V5, καθώς και επιπλέον ιστορική αλληλογραφία που τεκμηριώνει την προέλευσή της.

Για τους συλλέκτες ιστορικών μοτοσυκλετών, μία 750 S, με εργοστασιακούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, γνωστό ιστορικό ιδιοκτησίας και παραγωγή που περιορίστηκε σε μόλις 583 μονάδες, αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές εμφανίσεις σε δημοπρασία των τελευταίων ετών.

Στην ίδια δημοπρασία, πέρα από την ιταλική μοτοσυκλέτα, στο Εθνικό Μουσείο Μοτοσυκλέτας της Βρετανίας στο Solihull θα διατεθεί και η γνωστή custom μοτοσυκλέτα Viper V10 του Allen Millyard.

1974 - MV Agusta 750 S