KTM 1290 Super Adventure: Μιλήσαμε με τον άνθρωπο που το δοκίμασε!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

27/8/2014

Τώρα που η ζέση γύρω από το αναμενόμενο Super Adventure έχει καταλαγιάσει λίγο, και πριν ξανά φουντώσει στις 30 Σεπτεμβρίου, που λογικά θα παρουσιαστεί στην Intermot, ας δούμε λίγο πιο ψύχραιμα τον παρορμητισμό της KTM.

Γιατί είναι γνωστό ότι όλα ξεκίνησαν από μία παρόρμηση, από την ελευθερία και την διάθεση πόρων που απολαμβάνουν οι μηχανικοί της εταιρίας! Υπάρχουν δύο τρόποι να το δει κανείς αυτό, ο ένας είναι ο συντηρητικός, ότι δηλαδή θα έπρεπε ένας μεγάλος κατασκευαστής να κάνει μόνο οργανωμένα και προσχεδιασμένα βήματα, και ο άλλος είναι ο σωστός (και όχι απλά προοδευτικός) που υποστηρίζει ότι μόνο έτσι συντελείται πραγματική εξέλιξη.

Για τη ιστορία, ήταν μια παλαβομάρα των μηχανικών της BMW η δημιουργία του R80G/S, που κανείς δεν πίστεψε σε αυτή και που από συγκυρίες και καθαρή τύχη έφτασε στην παραγωγή, δημιουργώντας την κατηγορία των on-off μοτοσυκλετών. Αυτή την κατηγορία που τώρα χτυπά με τον πιο πετυχημένο τρόπο η KTM, ωστόσο αυτό είναι θέμα για ανάλυση μια άλλη ώρα.

Το νέο μοντέλο, το Super Adventure, ξεκίνησε από ένα παρορμητισμό. Εμείς το επικροτούμε. Ο παρορμητισμός και το πάθος, είναι ίσως από τα βασικότερα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένας κατασκευαστής.

Γράφαμε λοιπόν στο τεύχος 529 πως ο κινητήρας του Super Duke, που τώρα περνά στο Super Adventure, ξεκίνησε από τον πειραματισμό των μηχανικών, χωρίς να τους δώσει κανείς την εντολή για ένα μεγαλύτερο δικύλινδρο. Είχαν ζητήσει από το τμήμα ένα νέο Super Duke, με τον κινητήρα του RC8R, όπως αυτός άλλαξε, εξελίχθηκε, και τοποθετήθηκε στο 1190. Με την εξωτερική ένδειξη λαδιού κτλ, που υπήρχε στη μεγάλη, παντός δρόμου μοτοσυκλέτα. Από το τμήμα δεν πήραν καμία απάντηση, αντιθέτως δέχτηκαν μετά από λίγο καιρό μια πρόσκληση. Η πρόσκληση προς το διοικητικό συμβούλιο ήταν για να οδηγήσουν ένα νέο κινητήρα. Αυτό ακριβώς, δεν υπήρχε μοτοσυκλέτα, υπήρχε μονάχα κινητήρας, και φυσικά τα σχέδια της μοτοσυκλέτας, αλλά ως φυσική ύπαρξη, ως μέταλλο, υπήρχε μονάχα ο μεγάλος δικύλινδρος. Συναρμολογώντας κάτι στα γρήγορα, πήραν το πλαίσιο του RC8, έφτιαξαν ένα προσωρινό υποπλαίσιο, και έβαλαν το ρεζερβουάρ από ένα Ducati Monster που είχαν διαθέσιμο από τις μοτοσυκλέτες που αγοράζουν για να τις αποσυναρμολογήσουν και να τις μελετήσουν. Το ρεζερβουάρ του Ducati Monster το διάλεξαν γιατί ήταν το μοναδικό που μπορούσε πολύ γρήγορα να τοποθετηθεί στο δικό τους χωροδικτύωμα, για τον απλούστατο λόγο ότι κουμπώνει σε αντίστοιχο πλαίσιο…

Όλα αυτά μου τα είπε προσωπικά ο Product Manager της KTM, κ. Jörg Schöller, όχι κάποιος κλητήρας του εργοστασίου δηλαδή, οπότε δεν επιδέχονται και αμφισβήτησης. Δείχνουν επίσης το κλίμα και τη διάθεση, μέσα από τα οποία δημιουργήθηκε ο κινητήρας που τώρα υπάρχει στο Super Adventure.

Αφού λοιπόν συναρμολόγησαν πρόχειρα μια μοτοσυκλέτα γύρω από το νέο κινητήρα, τοποθετώντας τα μαρσπιέ όπως βόλεψε, σε μια αφύσικη και άβολη θέση, όπως και τα υπόλοιπα στοιχεία άλλωστε (τιμόνι κτλ), παρέδωσαν το κατασκεύασμα στο διοικητικό συμβούλιο. Μια βροχερή μέρα. Χωρίς κανένα απολύτως ηλεκτρονικό βοήθημα. Γιατί το διοικητικό συμβούλιο είπε ότι δεν θέλει μια μοτοσυκλέτα που δεν οδηγείται στο δρόμο, και δεν χρειαζόταν η αύξηση του κινητήρα. Οπότε αν επιβίωναν από τη βόλτα εκείνη θα συμφωνούσαν, όλοι μαζί, ότι κατάφεραν να βρουν τη χρυσή τομή…

Τα υπόλοιπα είναι η ιστορία που οδήγησε στην παραγωγή το Super Duke, και δεν μας αφορούν για το Super Adventure. Ο κινητήρας αυτός λοιπόν, των 180 ίππων στο στρόφαλο και των 1.301 κυβικών, φτιάχτηκε ξεκάθαρα από το μεράκι των μηχανικών, χωρίς να τους ζητήσει κανείς να κάνουν κάτι τέτοιο. Ήταν επίσης σίγουρο πως θα τον δούμε στο επόμενο Adventure, όπως γράψαμε ήδη τον Δεκέμβριο του 2013. Αυτό που δεν περίμενε κανείς, είναι να γίνει όλο αυτό τόσο σύντομα.

Η πολύ σύντομη αντικατάσταση του 1190 έχει οδηγήσει σε διφορούμενες απόψεις τους οπαδούς της εταιρίας, ακόμα και ορισμένους ντίλερ της, γιατί η κατηγορία των παντός δρόμου μοτοσυκλετών ήταν συνηθισμένη σε πολύ πιο αργά update, απ’ ότι για παράδειγμα των superbike και supersport. Θα ήταν ίσως δικαιολογημένοι αν όντως αντικαθιστούνταν το 1190, όμως το Super Adventure δεν έρχεται με αυτή τη διάθεση. Τοποθετείται ανάμεσα σε ανταγωνιστές όπως το Multistrada και το R1200 GS, το περιμένουμε δηλαδή να είναι λίγο πιο "ασφάλτινο" από το BMW και λίγο πιο "off-road" από το Ducati. Αυτός ο τελευταίος είναι και ο αντίπαλος που θέλει να εκμηδενίσει τελείως. Για αυτό βγήκε στην παραγωγή, για να μην υπάρχει ανταγωνισμός πλέον. Η KTM έχει και διατηρεί το 1190 Adventure που ειδικά με την έκδοση R χτυπά τον πιο χωμάτινο ανταγωνισμό, και έρχεται το Super Adventure ως η πλέον δυνατότερη μοτοσυκλέτα που υπάρχει στην κατηγορία. Με όσα από τα 180 ονομαστικά / 150 πραγματικά άλογα του Super Duke, φτάσουν τελικά και στο Super Adventure.

Δεν περίμεναν να οδηγηθούν τόσο γρήγορα στο επόμενο βήμα, είναι εκείνη η ιστορία πίσω από τη δημιουργία του τερατώδους δικύλινδρου, που τους έφερε μπροστά στο δίλλημα τώρα ή μετά. Το οποίο εξαφανίστηκε εύκολα θέλοντας να προλάβουν και το αναμενόμενο "on-off" της BMW με την επίσης εκρηκτική ιπποδύναμη. Το Super Adventure σηματοδοτεί τον πόλεμο ιπποδύναμης που για πρώτη φορά ξεσπά στην κατηγορία των μοτοσυκλετών παντός δρόμου. Πάντα υποβόσκει βέβαια ένας τέτοιος πόλεμος, αλλά για την κατηγορία η ιπποδύναμη δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο. Τώρα που τα όρια ασφάλτου και χώματος αρχίζουν να δημιουργούν σαφείς υποκατηγορίες, η ιπποδύναμη έρχεται στο επίκεντρο.

Τι μας είπε αυτός που το δοκίμασε

Ο αναβάτης εξέλιξης της Continental, πρώην πρωταθλητής του Γερμανικού πρωταθλήματος Superbike και με εξαιρετικές σχέσεις με την KTM, είχε το Super Adventure στη διάθεσή του από τα πρώτα του βήματα, καθώς ήταν από τις μοτοσυκλέτες που δοκίμασαν με το νέο ελαστικό της εταιρίας. Τον συνάντησα πριν λίγες μέρες στην Ουαλία, στην παρουσίαση του Continental TKC 70 για την οποία θα διαβάσετε τα πάντα σε επερχόμενο τεύχος. Επειδή η κουβέντα μας έγινε πριν την επίσημη αποκάλυψη της ΚΤΜ για το Super Adventure, μου έλεγε τα πάντα με το σταγονόμετρο, αφού πρώτα έπινε τα gin tonic με το λίτρο.

Οι δυνατότητες αυτής της μοτοσυκλέτες, μου είπε, στη γρήγορη οδήγηση δεν διαφέρουν από street μοτοσυκλέτα αντίστοιχου κυβισμού. Αυτό που την διαφοροποιεί αρκετά είναι τα νέα ηλεκτρονικά, δηλαδή τα μαγικά της Bosch που ξέρουμε και περιμένουμε, αλλά με νέες δυνατότητες. Ο ίδιος απεχθάνεται τα ηλεκτρονικά, για αυτό και κάνει δοκιμές στην πίστα με δύο βασικές μοτοσυκλέτες, το S1000RR και το Ninja ZX-10R (αυτό το δεύτερο είναι και το αγαπημένο του) έχοντας απενεργοποιήσει και στις δύο, traction control και ABS. Ωστόσο είπε ότι στο Super Adventure δουλεύουν τόσο καλά, που κάνει τους ίδιους χρόνους είτε έτσι, είτε αλλιώς. Πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι υπόλοιποι θα πηγαίνουν πολύ πιο γρήγορα στο δρόμο με τα ηλεκτρονικά του Super Adventure ενεργοποιημένα.

Η KTM δοκιμάζει με επιλεγμένους κατασκευαστές μοτοσυκλετών το νέο Super Adventure, γιατί όπως και στο 1190 με το MSC, θα πρέπει ο ιδιοκτήτης να τοποθετεί μονάχα τα ελαστικά που θα έχουν ομολογκαριστεί, διαφορετικά το traction control δεν θα έχει την μέγιστη απόδοση.

Η πολύ κοντινή συνεργασία που υπάρχει με την Bosch στο παράρτημα της Ιαπωνίας, εκεί που δημιουργήθηκε το πρώτο ABS που λειτουργεί σε κλίση (και που απολαμβάνουν οι ιδιοκτήτες του 1190 που έχουν κάνει το σχετικό update), φέρνει στην περίπτωση του Super Adventure νέα δεδομένα. Πάλι για την ιστορία: Η Bosch έφτιαξε πριν από δεκαετίες ένα τμήμα R/D στην Ιαπωνία για να είναι κοντά στους κατασκευαστές που τότε καθόριζαν τις εξελίξεις στη μοτοσυκλέτα. Αποφάσισε πριν περίπου τρία χρόνια να βγάλει στην παραγωγή το πρώτο ABS που δουλεύει υπό κλίση, αλλά κανένας κατασκευαστής δεν δέχτηκε να αναλάβει το ρίσκο να το βάλει στη μοτοσυκλέτα του πρώτος, με το φόβο να μπλέξει σε μια σειρά μηνύσεων αν δεν δούλευε σωστά. Στο τέλος ανταποκρίθηκε μόνο η KTM και έτσι ενώ οι δύο εταιρίες βρίσκονται μόλις 4 ώρες μακριά με το αυτοκίνητο, βρέθηκαν να συνεργάζονται στην Ιαπωνία, μεταφέροντας εκεί μοτοσυκλέτες και προσωπικό.

Ο αισθητήρας κλίσης της Bosch που ήδη υπάρχει στο 1190 και προσφέρει τις υπηρεσίες του στο MSC, εικάζουμε εδώ στο MOTO, ότι τώρα θα χρησιμοποιηθεί από νέο software. Οπότε το νέο Super Adventure μπορεί να είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα του κόσμου που θα έχει υποβοήθηση εκκίνησης σε ανηφόρα, αναγνώριση πτώσης και το πιο σημαντικό: Τη λειτουργία των ηλεκτρονικών αναρτήσεων από τη μονάδα του MSC που πλέον μέσα στη στροφή θα επεμβαίνει και στις αναρτήσεις.

Για όποιον δεν γνωρίζει, το MSC που δοκιμάσαμε από τους πρώτους στον κόσμο στο τεύχος 528, σου δίνει την δυνατότητα να φρενάρεις με τη μέγιστη δύναμη ενώ η μοτοσυκλέτα ξύνει μαρσπιέ, με την εγγύηση ότι δεν θα πέσεις. Εναλλακτικά μπορείς απλά να φρενάρεις οπουδήποτε μέσα στη στροφή, χωρίς να ανοίγει την τροχιά της η μοτοσυκλέτα. Βασίζεται σε προηγμένους αλγόριθμους που αναγνωρίζουν την κλίση (με την βοήθεια του προαναφερθέντα αισθητήρα που λέγαμε) και τον ταχύτατο διαμοιρασμό της πίεσης από τις εμπρός δαγκάνες, πίσω. Έχοντας δοκιμάσει φρενάρισμα πανικού με 170 στο κοντέρ και τα μαρσπιέ να ξύνουν, μπορώ να πω ότι το σύστημα δουλεύει ακριβώς όπως θα μπορούσε κανείς να ονειρευτεί. Ωστόσο αν θα ήταν σε θέση να ελέγξει και τις αναρτήσεις, τότε θα μπορούσε να φρενάρει με ακόμα πιο γρήγορο ρυθμό, βασικά με τον ίδιο ρυθμό σαν να ήταν όρθια η μοτοσυκλέτα. Η Bosch μας είχε πει ότι αυτό θα ήθελε να είναι το επόμενο βήμα. Με βάση τους ισχυρισμούς του νέου μας "συν-πότη"  Γερμανού και τις δηλώσεις της KTM για τα πιο εξελιγμένα ηλεκτρονικά, υποθέτουμε ότι σε λίγες μέρες θα δούμε κάτι τέτοιο από κοντά, στην Intermot. Μια μοτοσυκλέτα που διαχειρίζεται αναρτήσεις για να φρενάρει ενώ πλαγιάζει, με υποβοήθηση στις ανηφόρες και αναγνώριση πτώσης. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ιπποδύναμη που εστιάζουν οι περισσότεροι, θα είναι για το Super Adventure το λιγότερο. Το αν πετύχαμε το tzoker με αυτές τις προβλέψεις, θα το μάθουμε στις 30 Σεπτεμβρίου, που το MOTO είναι στην Intermot…

Γιάννης Περιστεράς: Συνέντευξη με τον Έλληνα αναβάτη που συμμετέχει στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Sportbike

Το ξεκίνημα, οι άνθρωποι που τον ενέπνευσαν, οι διεθνείς αγώνες και το παγκόσμιο πρωτάθλημα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

7/7/2026

Ο Γιάννης Περιστεράς είναι 21 ετών και συμμετέχει φέτος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Στην αποκλειστική συνέντευξη που μας έδωσε μας μίλησε όχι μόνο για τους αγώνες και τις σκληρές προπονήσεις, αλλά και για τα παιδικά του χρόνια, τους ανθρώπους που τον βοήθησαν και μία αστεία ιστορία που διηγήθηκε για πρώτη φορά δημόσια.

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Πολυπρωταθλητή Ελλάδος Σάκη Συνιώρη για τη βοήθεια που μας παρείχε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και το κτήμα Casa e Campo για τη φιλοξενία. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη.

M: Λοιπόν, να ξεκινήσουμε λίγο απ' την αρχή και να μας πεις πώς ήσουν στο σχολείο. Ήσουν καλός μαθητής, άτακτο παιδί;

ΓΠ: Ήμουν άτακτος, πολύ. Αλλά δεν σημαίνει ταυτόχρονα αυτό ότι ήμουν κακός μαθητής, δηλαδή ήμουν. Βασικά στο δημοτικό ήμουν άριστος μαθητής, που δεν ακούγεται ότι είναι δύσκολο, αλλά ήμουν όντως άριστος μαθητής στο δημοτικό. Αλλά για ένα παιδί το οποίο ταξιδεύει από εκείνη την ηλικία και χάνει τη μισή σχολική χρονιά στο εξωτερικό και τα λοιπά, να είναι και άριστος ταυτόχρονα, θεωρώ ότι είναι καλό. Από το γυμνάσιο και μετά, λόγω του ότι έχανα πολλές μέρες και τα μαθήματα, ήταν δύσκολα γενικότερα, αλλά ήμουν πολύ άτακτος. Πολύ, πάρα πολύ. Από τους χειρότερους, δυστυχώς.

M: Πες μας σε ποια ηλικία και για ποιον λόγο ξεκίνησες στο μηχανοκίνητο αθλητισμό.

ΓΠ: Δεν το ξεκίνησα για κάποιον λόγο, απλά ουσιαστικά γεννήθηκα μέσα στις πίστες. Νομίζω από 45-50 ημερών ήμουν ήδη στην πίστα μαζί με τον πατέρα μου, οπότε θεωρώ πως ήταν αναμενόμενο να γίνω οδηγός, ανεξαρτήτως επίπεδου. Ξεκίνησα λοιπόν να οδηγώ από τεσσάρων έως και τώρα.

M: Ωραία, η απάντηση σου μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση. Προφανώς έχεις δει τους αγώνες από μέσα, ο πατέρας σου αγωνιζόμενος, έχει μάλιστα πάρει και Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Θέλω να μου πεις ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχεις από τους αγώνες.

ΓΠ: Είναι μία εικόνα, δεν είναι σαν ανάμνηση. Είμαι μωρό και κάθομαι στην κούνια και από την κούνια κοιτάω μια πολύ μικρή τηλεόραση ψηλά σε ένα φορτηγό που ήμασταν μέσα και ήταν γύρω μου ο πατέρας μου κι άλλοι αγωνιζόμενοι και βλέπαμε MotoGP.

peristeras

M: Πες μας λίγο για τα πρώτα σου χρόνια στον μηχανοκίνητο αθλητισμό, που δεν είναι τόσο γνωστά.

ΓΠ:  Περιληπτικά, ουσιαστικά ξεκίνησα τεσσάρων χρονών με PW50. Έκανα λίγο σε πάρκα, σε παλιά γήπεδα ποδοσφαίρου και τα λοιπά. Ο πρώτος μου “αγώνας” ήταν στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας το 2009 ή 2010 που είχε γίνει το Supercross. Ήμασταν πολλά παιδάκια που τρέξαμε κάτι σαν αγώνα εκεί. Από εκεί και πέρα μετά άλλαξα το στυλ μου σε street και θυμάμαι πως πήγαινα για προπόνηση με τον πατέρα μου σχεδόν κάθε μέρα. Όταν ήμουν τεσσάρων ετών, “έκλεβα” το μηχανάκι μου και το έπαιρνα στο μπαλκόνι του σπιτιού και έκανα βόλτες εκεί. Σιγά-σιγά βελτιωνόμουν. Με βάλανε και σε μικρή στιγμή μοτοσυκλέτα τότε. Έτρεξα και τον πρώτο μου αγώνα στα Mini GP και στο τέλος της χρονιάς κατάφερα να πάρω μία τρίτη θέση. Από την επόμενη χρονιά και μετά πήρα όλα τα πρωταθλήματα στο Mini GP που έτρεξα. Πήγα και στο εξωτερικό στα Pre Mini GP. Στον τελευταίο αγώνα της χρονιάς εκείνης (2016) βγήκα και δεύτερος. Την επόμενη χρονιά μαζί με τον Σάκη Συνιώρη τρέξαμε στα Ohvale 160. Δεν πήραμε πρωτάθλημα, αλλά κερδίσαμε έναν αγώνα με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, κάναμε πολλά ρεκόρ πίστας, εκτός του πρώτου αγώνα. Βγήκαμε και δεύτεροι ή τρίτοι στο Πανευρωπαϊκό Ohvale 160. Έπειτα είχα μία κενή σεζόν και μετά μεταπήδησα στα 300αρια. Ήμουν μόλις 13 ετών και κέρδιζα αγώνες, έκανα ρεκόρ, μέχρι που σε μία πτώση έσπασα τον μηρό μου και έκατσα εκτός για δύο-τρεις μήνες. Μετά όταν συνήλθα και άρχισα να πηγαίνω και πάλι γρήγορα, ξαναχτύπησα και μετά ήρθε η καραντίνα. Μετά την καραντίνα συμμετείχα στο Ιταλικό Πρωτάθλημα για έναν χρόνο και την δεύτερη χρονιά μεταπήδησα στο Πανευρωπαϊκό Yamaha R3 bLU cRU. Και από εκεί και πέρα νομίζω οι περισσότεροι γνωρίζουν την πορεία μου.

M: Πάμε λίγο στην περσινή χρονιά. Έκανες μια εξαιρετική χρονιά. Θέλω να μας περιληπτικά τι σου έμεινε από την χρονιά και κατά πόσο έπαιξε ρόλο στη φετινή σου συμμετοχή στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα;

ΓΠ: Πέρσι φάνηκε μία χρονιά πολύ καλή. Αλλά από “μέσα” ήταν πολύ δύσκολη. Διότι έτρεχα με μειονέκτημα στο μοτέρ όλη τη χρονιά στο Ιταλικό Πρωτάθλημα. Το οποίο ήταν κάτι που δεν ήταν στο χέρι μας. Δυστυχώς. Πιστεύουμε πως οι μοτοσυκλέτες/ομάδες που ήταν μπροστά, έκαναν κάποιου είδους παρανομία στο μοτέρ, αφού στην ευθεία είχα 10 με 12 λιγότερα χιλιόμετρα από τους δέκα πρώτους και είχα πάντα από τις μικρότερες τελικές. Σίγουρα όσο αυτό συνέβαινε, δεν μου άρεσε καθόλου. Με νευρίαζε, με ξενέρωνε, δεν ήθελα να τρέχω έτσι. Ήθελα να τρέχω ισάξια, γιατί ήξερα ότι μπορούσα να κερδίσω χωρίς να ρισκάρω πολύ. Ενώ έτσι ήμουν συνέχεια στο όριο, σε όλους τους αγώνες, γιατί έπρεπε να καλύψω τον χρόνο που έχανα στην ευθεία, στις στροφές και τα προσπεράσματα έπρεπε να γίνουν από μακριά. Ήμουν δηλαδή συνέχεια 5 με 10 μέτρα πίσω και “έκανα μία βουτιά” μέσα στη στροφή. Και αυτό πάντα έχει μεγάλη επικινδυνότητα, δηλαδή όταν φρενάρεις δέκα μέτρα παρακάτω από όσο φρενάρεις κανονικά για να κάνεις ένα προσπέρασμα.

Είχα στεναχωρηθεί πολύ με τα αποτελέσματα και παραλίγο να μην πάρω και την πρόκριση για τον τελικό της Γαλλίας, διότι δεν ανέβαινα βάθρα. Ήμουν απλά σταθερός στην πέμπτη θέση συνήθως. Εν τέλει, πήραμε ένα βάθρο στην Imola και πήρα και την πρόκριση της Γαλλίας. Στη Γαλλία ήξερα λίγο την πίστα από την προηγούμενη χρονιά, οπότε μπήκα μέσα και ήμουν και αρκετά επιθετικός. Από την αρχή έσπασα το περσινό μου ρεκόρ πίστας και κέρδισα τον πρώτο αγώνα του Σαββατοκύριακου. Στον δεύτερο αγώνα ήταν λίγο πιο δύσκολα τα πράγματα είχαμε κάποιες ατυχίες, αλλά δεν πειράζει.

peristeras

M: Πάμε λίγο στη φετινή χρονιά, Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Πες μας λίγο πώς εξελίσσεται η σεζόν μέχρι τώρα και οι στόχοι σου για το υπόλοιπο της σεζόν;

ΓΠ: Δεν τα έχουμε πάει πολύ καλά η αλήθεια είναι. Αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνεννόηση με την ομάδα. Ήμασταν άγνωστοι και δεν είχαμε κάνει τα κατάλληλα τεστ πριν τη σεζόν που χρειάζονται. Όλες οι άλλες ομάδες είχαν κάνει αρκετά τεστ πριν να ξεκινήσει η σεζόν. Οπότε το πρώτο μισό της σεζόν ήταν δύσκολο. Έχουμε κάποια κανονισμένα τεστ και ίσως το δεύτερο κομμάτι της σεζόν να είναι καλύτερο.

M:  Έγινε τη φετινή χρονιά για σένα και μια μεγάλη αλλαγή μετά από 7 χρόνια με τη Yamaha και τελευταία με R7, τρέχεις πλέον με Aprilia RS660 Factory. Θα ήθελα να μου πεις τις διαφορές μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών.

ΓΠ: Η μεγάλη διαφορά που θα μπορούσε να καταλάβει ο καθένας είναι το πλαίσιο της Aprilia. Δεν λέμε πως η μία είναι καλύτερη και η άλλη χειρότερη, είναι δύο διαφορετικές μοτοσυκλέτες στην ίδια κατηγορία. Το Aprilia θεωρώ πως μου ταιριάζει φέτος. Νιώθω καλά πάνω του, όταν όλα δουλεύουν σωστά με την ομάδα.

M: Θέλω λίγο να μας πεις πως πήγες στην MMR και πώς είναι να μένεις στην Ελλάδα μόνιμα και η ομάδα σου να έχει τη βάση της σε διαφορετική χώρα. Πώς επηρεάζει αυτό την εξέλιξη και τη σχέση σας;

ΓΠ: Γενικά συνήθως με άλλες ομάδες δεν με έχει επηρεάσει αυτό. Τώρα επειδή άλλαξα τη μοτοσυκλέτα και ήταν τελείως διαφορετική, χρειαζόμασταν κάποιες μέρες εξοικείωσης, τις οποίες δεν είχαμε. Θεωρώ ότι είναι πιο δύσκολο που μένω Ελλάδα μόνιμα. Θεωρώ όμως ότι είμαι αρκετά προπονημένος και έχω και αρκετή εμπειρία και μπορώ να μπαίνω στην πρώτη πεντάδα αν όλα είναι σωστά. Όχι από τον επόμενο αγώνα, ίσως από την επόμενη σεζόν γιατί χρειάζεται εμπειρία στην κατηγορία και με τη μοτοσυκλέτα και με την ομάδα και όλα τα σχετικά. Τώρα για το πως πήγα στην MMR. Ακόμα και από τα χρονομετρημένα του περσινού τελικού της Γαλλίας είχαμε δύο-τρεις προτάσεις από ομάδες και μετά τη Γαλλία ήρθαν κι άλλες. Επιλέξαμε την MMR γιατί μας ταίριαζε καλά το συμβόλαιο και θεωρήσαμε πως είναι μια σοβαρή ομάδα διότι έχει και Moto2 ομάδα στο Junior GP και έτρεξαν και με wildcard πάλι στη Moto2, οπότε θεωρήσαμε πως η ομάδα έχει καλή οργάνωση και θα είναι καλή ομάδα γενικά.

M: Κοιτώντας πίσω τι θα μπορούσε στη φετινή χρονιά να είχε γίνει διαφορετικά ώστε να έχεις καλύτερα αποτελέσματα;

ΓΠ: Αυτό που είπα και νωρίτερα, δηλαδή να είχαμε κάνει κάποιες ημέρες τεστ, διότι ό,τι πρόβλημα μας έρχεται δεν έχουμε τη λύση έτοιμη γιατί δεν μας έχει ξανασυμβεί και συνέχεια καταλήγουμε να ψαχνόμαστε εντός αγωνιστικού τριήμερου, το οποίο είναι για μένα απαράδεκτο. Στο τριήμερο του αγώνα δεν έχουμε πολύ χρόνο εξοικείωσης και δοκιμών, οπότε πρέπει να είσαι έτοιμος πριν καν μπεις στην πίστα. Από τη στιγμή που εμείς δεν είμαστε, χάνουμε πολύτιμο χρόνο.

M: Τι σχέση έχεις με τον teammate σου Thomas Benetti;

ΓΠ: Έχουμε αρκετά καλές σχέσεις, δηλαδή συνήθως μαζί καθόμαστε στους αγώνες και τον συμπαθώ αρκετά.

peristeras

M: Έχεις εδώ και λίγο καιρό έναν μεγάλο χορηγό, την Seajets του Μάριου Ηλιόπουλου. Θέλεις να μας πεις δυο λόγια για τη νέα χορηγία κι αν έχετε μιλήσει για την πίστα στην Πάτρα που ανακοίνωσε πως θα φτιάξει;

ΓΠ:  Η χορηγία συνέβη πριν ανακοινωθεί η πίστα στην Πάτρα, οπότε δεν μιλήσαμε γι’ αυτό. Ο Μάριος γενικά είναι ένα πολύ μεγάλο όνομα στον χώρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Πάρα πολλές φορές πρωταθλητής στις αναβάσεις και γενικά είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει το Motorsport και είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ανέβασε πολύ το Motorsport στην Ελλάδα και προσπαθεί να το ανεβάσει ακόμη περισσότερο.

M: Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει στο μηχανοκίνητο, με τους αναβάτες να είναι πρώτα αθλητές. Εσύ, έχεις κάποιον γυμναστή, κάποιον διατροφολόγο, κι αν ναι, δικό σου ή της ομάδας;

ΓΠ: Ναι έχω γυμναστή και κάνουμε δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, τώρα είχαμε κάποιο καιρό να κάνουμε λόγω ταξιδιών και κάτι μικροτραυματισμών που αντιμετώπιζα. Όμως σίγουρα κάθε μέρα θα έχω μία δραστηριότητα κάπου μέσα στη μέρα μου, δηλαδή είτε αυτό θα είναι να πάω να τρέξω έστω και για μισή ώρα είτε θα είναι να πάω με τον προπονητή μου για προπόνηση το πρωί, να κάνω ποδήλατο το μεσημέρι και το βράδυ να ξανατρέξω. Η διατροφή μου είναι ανάλογη με τη σωματική μου κατάσταση και αλλάζει ανά εβδομάδα.

M: Στην Ελλάδα έχουμε μόνο δύο πίστες. Πόσο συχνά και πού προπονείσαι;

ΓΠ: Προπονούμαι κυρίως στα Μέγαρα (στην πίστα καρτ), διότι είναι σχετικά κοντά σε εμένα. Αν έχει και trackday στη μεγάλη πίστα θα οδηγήσω για να έχω επαφή με την πίστα και με κόσμο μέσα στην πίστα. Την περίοδο που δεν έχω αγώνες πάω δύο φορές τη βδομάδα, όταν έχω αγώνες, συνήθως δεν προλαβαίνω λόγω ταξιδιών κλπ. Τώρα κανονίζουμε που είναι καλοκαίρι να πάμε και στις Σέρρες για προπόνηση.

M: Πόσο συχνά προπονείσαι στο εξωτερικό;

ΓΠ: Πέρυσι ανά δύο εβδομάδες ήμουν εξωτερικό για προπόνηση. Φέτος είχα πάει στην Ισπανία στην αρχή της χρονιάς για τρεις εβδομάδες, μετά ξαναπήγα άλλη μία βδομάδα για προπόνηση. Μου είναι σχετικά εύκολο, λόγω το ότι τόσα χρόνια προπονούμαι και τρέχω στο εξωτερικό – στο αγωνιστικό είμαι περισσότερο στο εξωτερικό, παρά στην Ελλάδα - και λόγω αυτού μου είναι λίγο πιο εύκολο να βρω μία μοτοσυκλέτα και έναν άνθρωπο μαζί μου και τα σχετικά. Δεν είναι επίσης και τόσο κοστοβόρο όσο νομίζει ο κόσμος.

M: Είσαι από αυτή τη γενιά ο πρώτος που άνοιξε τα φτερά του στο εξωτερικό. Βλέπουμε μετά από σένα τον Παντελεάκη, τον Μαυρόπουλο κι έρχονται κι άλλα παιδιά από πίσω ακόμα πιο μικροί σε ηλικία. Τι θα τους συμβούλευες για να καταφέρουν να φτάσουν στο κορυφαίο παγκόσμιο επίπεδο;

ΓΠ: Δεν ξέρω να πω την αλήθεια, ο καθένας πρέπει να έχει το δικό του μονοπάτι όπως συμβαίνει στο εξωτερικό. Νιώθω ότι στην Ελλάδα όλοι προσπαθούν να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο μονοπάτι, αλλά εγώ θεωρώ σαν Έλληνας ότι έχω χαράξει ένα δικό μου μονοπάτι κυρίως μαζί με τον πατέρα μου, αλλά και με όλους τους γύρω μου που με βοηθάνε, το οποίο ίσως να είναι δυσκολότερο, ίσως ευκολότερο από το κανονικό, όμως αυτό δεν θα το ξέρουμε μέχρι ένας άλλος να χαράξει το δικό του μονοπάτι παράλληλα στο δικό μου. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται όλοι οι Έλληνες που θέλουν να πάνε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα τη δική μου συμβουλή. Το μόνο όμως που θα έλεγα είναι αυτό που έκανα κι εγώ από μικρό παιδί. Όσο πιο ανταγωνιστικό είναι το πρωτάθλημα τόσο το καλύτερο. Δηλαδή εγώ δεν είμαι της γνώμης ότι θα ήθελα να πάω σε ένα πρωτάθλημα το οποίο ξέρω ότι θα το κερδίσω, αλλά είμαι της άποψης να τρέχω κάπου δύσκολα κι ας τερματίζω 15ος ή 20ος. Αυτό όμως θα με κάνει καλύτερο αναβάτη και θα με ανεβάσει επίπεδο.

M: Ωραία, πάμε λίγο και σε πιο χαλαρές ερωτήσεις. Ποιος είναι ο αγαπημένος σου αγαπημένος και γιατί;

ΓΠ: Αυτή τη στιγμή είναι ο Quartararo. Ο αγαπημένος μου αναβάτης γενικά είναι ο Rossi, ο καλύτερος αναβάτης είναι ο Marquez. Ο Rossi ανέβασε την δημοφιλία του MotoGP κατακόρυφα, ο Marquez είναι ο καλύτερος αναβάτης ever και τον Quartararo τον ακολουθώ από την αρχή της καριέρας του, είναι ένας εξαιρετικός αναβάτης, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

M: Τι κάνεις όταν δεν δουλεύεις και δεν είσαι στο εξωτερικό για αγώνες;

ΓΠ: Όπως είπα και πριν σίγουρα θα έχω μία προπόνηση μέσα στη μέρα μου. Εκτός αυτού, δεν μου αρέσει να κάθομαι πολύ στο σπίτι, μου αρέσει να πηγαίνω για καφέ, για μία βόλτα, για φαγητό και προσπαθώ να κρατάω μία ισορροπία γενικότερα.

M: Θέλω τώρα να μου πεις τρία επίθετα που χαρακτηρίζουν τον πατέρα σου τον Νίκο Περιστερά και τρία για τον νονό σου τον Άλεξ Παπαγεωργίου;

ΓΠ: Τρία επίθετα είναι πολύ λίγα για να χαρακτηρίσουν και τους δύο. Και οι δύο ήταν δίπλα μου σε όλη μου τη ζωή, όχι μόνο στην καριέρα μου. Οπότε θα πω από μία λέξη έτσι που μου έρχεται τώρα, ο πατέρας μου τρελός και ο νονός μου κοντός. Από εκεί και πέρα, δεν μπορώ να εκφράσω το πόσο πολύ με έχουν στηρίξει και το πως μου έχουν φερθεί και οι δύο.

M: Για τον νονό σου, θα μας πεις κανένα μυστικό που μπορεί και κερδίζει αγώνες στα 51 του;

ΓΠ: Ο νονός μου δεν σταματάει να εξελίσσεται και να βελτιώνεται συνεχώς, ακούγοντας παράλληλα και την ομάδα του. Εμένα μου φαίνεται πραγματικά απίστευτο, το ότι είναι 51 χρονών κι επειδή ξέρω πώς δουλεύει όλη μέρα, αλλά κάνει και προπόνηση όποτε μπορεί και πάει στο εξωτερικό και κερδίζει αγώνες.

M: Ποια είναι η σχέση σου με τον πολυπρωταθλητή Ελλάδας Σάκη Συνιώρη;

ΓΠ: Είναι ο αγωνιστικός μου πατέρας. Τον Σάκη τον ήξερα προφανώς από όταν ήμουν παιδί. Μετά θυμάμαι την πρώτη φορά που ο πατέρας μου κανόνισε να με προπονήσει ο Σάκης και ο πατέρας μου πριν συναντηθούμε μου έλεγε να είμαι σοβαρός, μάλιστα μου είχε δώσει και ένα μπλοκάκι για να σημειώνω ό,τι μου πει και όταν συναντηθήκαμε ο Σάκης έκανε συνέχεια χαβαλέ και αστεία (γέλια). Από εκείνη τη μέρα και μετά κάναμε εντατικές προπονήσεις σχεδόν κάθε μέρα, με κυνηγούσε για να κάνω τρέξιμο, αλλά εγώ δεν ήθελα (γέλια). Στο οδηγικό κομμάτι όμως τα βρίσκαμε μια χαρά, εκτός από τη γυμναστική.

Εκτός από τον Σάκη, με βοήθησαν ο πατέρας μου φυσικά, ο Γιάννης Μπούστας και ο Λευτέρης Πίππος. Από όλους τους έχω πάρει πράγματα, όχι μόνο οδηγικά αλλά και σε χαρακτήρα και στην ουσία έχω συλλέξει τα θετικά τους και τα έχω εφαρμόσει σε μένα και ήταν πολύ καλό που δεν έμεινα με έναν μόνο προπονητή.

M: Κλείνοντας τη συνέντευξη, θα ήθελα να μου πεις μία ιστορία που δεν έχεις ξαναπεί δημόσια, μπορεί να είναι μία αστεία ιστορία, ένα ευτράπελο, κάτι που σου έχει μείνει.

ΓΠ: Θα πω μία ιστορία από όταν έτρεχα στην Ιταλία το 2024. Βρίσκομαι στην Ίμολα για τον τελευταίο αγώνα της σεζόν και την Πέμπτη στα δοκιμαστικά έχω σπάσει το ρεκόρ πίστας, την Παρασκευή συνεχίζω στο ίδιο μοτίβο και Σάββατο ήταν τα χρονομετρημένα και στόχευα στο να κάνω πάλι ρεκόρ. Να σημειωθεί πως εγώ έμενα σε ένα σπίτι μισή ώρα μακριά από την πίστα και συνήθως ερχόταν ο Roccoli (Πολυπρωταθλητής Ιταλίας και ιδιοκτήτης της ομάδας που έτρεχε ο Γιάννης τότε) και με έπαιρνε το πρωί και κάποιος από την ομάδα με γυρνούσε το απόγευμα. Την Παρασκευή ήρθε κλασσικά να με πάρει, όμως εγώ είχα αργήσει να ξυπνήσω και τον έστησα πέντε λεπτά. Μου λέει λοιπόν πως το Σάββατο θα είναι έξω από την πόρτα μου στις 7:32 π.μ. ακριβώς, αν δεν είμαι εκεί δεν θα με περιμένει και θα φύγει. Το Σάββατο το πρωί λοιπόν μου στέλνει μήνυμα πως σε ένα λεπτό θα είναι εκεί, εγώ όμως εκείνη την ώρα βούρτσιζα τα δόντια μου και με το που τελειώνω μαζεύω γρήγορα τα πράγματά μου και βγαίνω έξω από το σπίτι. Με το που βγαίνω όμως στον δρόμο, βλέπω το βανάκι του που έφευγε, ξεκινάω λοιπόν και τρέχω, όμως εκείνος δεν σταματούσε και μετά από λίγο μου στέλνει μήνυμα πως θα πρέπει να είμαι σωστός στην ώρα μου και να μην αργώ και πως αυτό είναι ένα μάθημα. Μετά μάλιστα μου στέλνει άλλο ένα μήνυμα που μου έλεγε πως ξέρει πως θα πάρω την pole position ακόμα κι αν έρθω στο δεύτερο session!

Εμένα εκείνη την ώρα με έπιασε απελπισία και άρχισα να κλαίω. Ξεκινάω λοιπόν και ψάχνω που έχει τρένο κοντά και τρέχω με τα πράγματά μου μέχρι τον σταθμό. Με το που φτάνω όμως βλέπω πως έχουν ακυρωθεί όλα τα δρομολόγια εκείνη τη μέρα. Ξεκινάω να τρέχω πάλι πηγαίνοντας προς την πόλη και βρίσκω έναν Ιταλό που δεν ήξερε όμως αγγλικά, συνεννοούμαστε με τα χίλια ζόρια και μου καλεί ταξί. Εντέλει πλήρωσα 100 ευρώ στο ταξί, έφτασα 20 λεπτά πριν τα χρονομετρημένα και έκανα ρεκόρ πίστας και πήρα και την pole position!