Mercedes X-Class 250d

Για τα πάντα και παντού με ακαταμάχητο upper class image
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

6/8/2018

Είμαστε περιοδικό μοτοσυκλέτας και όχι αυτοκινήτου, όμως σχεδόν σε κάθε τεστ μοτοσυκλέτας που κάνουμε χρησιμοποιούμε αυτοκίνητα, αφού ο φωτογράφος μας δεν οδηγάει δίκυκλα (δεν έχει καν δίπλωμα). Ακόμα όμως κι ήταν μοτοσυκλετιστής, ο βαρύς εξοπλισμός που πρέπει να έχει μαζί του κάνει απαγορευτική την μετακίνησή του με δίκλυκλα για μεγάλες αποστάσεις. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν ήταν μόνο ο σάκος με τα φωτογραφικά των 25 κιλών, ούτε μόνο τα τριπόδια και οι κάμερες.

Έπρεπε να πάνε στην πίστα καρτ της Motul στην Σπάρτη για να οδηγήσουμε και να φωτογραφίσουμε τρία Husqvarna. Αμέσως μετά έπρεπε να φορτώσουμε ένα από αυτά και να πάμε 90 χιλιόμετρα πιο κάτω, στις αλυκές της παραλίας της Πούντας (απέναντι από την Ελαφόνησο) για το δεύτερο μέρος του τεστ και της φωτογράφησης. Εκεί θα ερχόντουσαν το απόγευμα άλλες τρεις μοτοσυκλέτες της Honda, για να κάνουμε την επόμενη ημέρα μια πλήρη φωτογράφιση και βιντεοσκόπηση.

Οπότε χρειαζόμασταν ένα όχημα, που να ταξιδεύει ξεκούραστα για πολλές ώρες, να μπορεί να διασχίσει δύσβατους χωματόδρομους για να έχουμε πρόσβαση στις απομονωμένες παραλίες, να μπορεί να κουβαλήσει τουλάχιστον μια μοτοσυκλέτα και να έχει χώρο, ώστε ο φωτογράφος μας να μπορεί να φωτογραφίζει και να έχει πλάνα εν κινήσει (το γνωστό tracking) χωρίς να πέφτει η σκιά του αυτοκινήτου πάνω στις μοτοσυκλέτες που βρίσκονται γύρο του.

Τα καινούρια τετράθυρα pick-up είναι γενικώς τα πιο κατάλληλα για αυτή την δουλειά και στα Mega Test είναι αυτά που προτιμάμε ως οχήματα συνοδείας και ταυτόχρονα είναι τα αγαπημένα οχήματα του φωτογράφου μας.

 

Αυτή τη φορά ζητήσαμε από την Mercedes-Benz Hellas να μας παραχωρήσει την ολοκαίνουρια και άκρως εντυπωσιακή σε εμφάνιση X-Class και όπως αποδείχτηκε στην πράξη ήταν μια καταπληκτική ιδέα!

Ο κινητήρας Diesel των 190 ίππων κινεί αξιοπρεπέστατα το επιβλητικό X-Class, κυρίως όμως είναι πολύ ήσυχός στο ταξίδι και οικονομικός σε κατανάλωση. Σε σύγκριση με το βενζινοκίνητο Ford Transit που έχουμε και κάναμε πέρσι ακριβώς το ίδιο ταξίδι, γλιτώσαμε πάνω από 200 ευρώ σε καύσιμα και διόδια με την X-Class!

Μεγάλη ευκολία κατά την διάρκεια της φωτογράφισης ήταν και το αυτόματο κιβώτιο με τις ομαλές αλλαγές ταχυτήτων (έχει επιπλέον επιλογή κοντής κλιμάκωσης και κλείδωμα κεντρικού και εμπρός διαφορικού), αλλά και οι εντυπωσιακές περιμετρικές κάμερες (μία εμπρός, δύο στους καθρέπτες και μία πίσω) που έδειχναν στην TFT τα πάντα γύρο από το αυτοκίνητο.

Φυσικά ως Mercedes είχε όλα τα τελευταίας τεχνολογίας συστήματα ενεργητικής και παθητικής ασφάλειας (αερόσακους παντού, stability control, lane assist κ.τ.λ.).

 

Περιττό να πούμε ότι ο φωτογράφος μας το λάτρεψε και εμείς έχουμε αρχίσει να το σκεφτόμαστε σοβαρά να αγοράσουμε ένα για το περιοδικό.

Το πρόβλημα του X-Class είναι ένα… Είναι υπερβολικά εντυπωσιακό και υπερβολικά καλό παντού!

Έτσι αν το πάρουμε εδώ στο περιοδικό, είναι βέβαιο ότι θα τσακωνόμαστε διαρκώς μεταξύ μας για το ποιος θα το χρησιμοποιήσει το επόμενο Σαββατοκύριακο. Αν φυσικά καταφέρουμε να το πάρουμε από τα χέρια του φωτογράφου μας, που κάνει φανατικά Mountain Bike…

Γενικά με το X-Class μπορείς να κάνεις τα πάντα στην Ελλάδα και μέχρι σήμερα δεν μας είχε έρθει στα χέρια μας αυτοκίνητο που να έχει τέτοιους χώρους για να το φορτώνεις με ό,τι μπορείς να φανταστείς (μέχρι τη φουσκωτή βάρκα του γιού μου βάλαμε…), να ταξιδεύει τόσο ήσυχα, οικονομικά και με ασφάλεια.

 

 Κι όταν τελειώσεις με τις δραστηριότητές σου, το πλένεις από τα χώματα και έχεις το πιο εντυπωσιακό σε εμφάνιση και κύρος Off-road.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιβλητικότητας και του κύρους του X-Class είναι στην εθνική οδό που τα υπόλοιπα αυτοκίνητα αλλάζουν αμέσως λωρίδα, ακόμα κι αν είσαι πολλά μέτρα πίσω τους! Περιττό φυσικά να πούμε ότι όπου σταματάγαμε γινόταν λαϊκό προσκύνημα και ότι από το κέντρο του Πειραιά έως την τελευταία άκρη της Πελοποννήσου μας ρωτάγανε διαρκώς πόσα κυβικά είναι και πόσο κάνει, ενώ ακούγαμε συνέχεια την ίδια ατάκα: «’Α ρε X-Class. Αμαξάρα!» Μέχρι και ιδιοκτήτης S-Class των 150.000€ σταμάτησε και άρχισε να κοιτάει το εσωτερικό της X-Class.

 

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.