Η μετατροπή του αέρα που μας περιβάλλει σε ένα αποτελεσματικό καύσιμο, είναι ένα ζήτημα που απασχολεί την επιστημονική κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες. Η πρώτη εφαρμογή της τεχνολογίας έγινε την δεκαετία του '50, αλλά το απαγορευτικά υψηλό κόστος της διαδικασίας που απαιτούνταν, μοιραία έκανε τα σχέδια για ευρεία διάδοση της τεχνολογίας, ένα άπιαστο όνειρο.
Τουλάχιστον έτσι ήταν μέχρι την στιγμή που η ομάδα της Carbon Engineering εξέλιξε ένα σύστημα, το οποίο ονομάζεται "Direct Air Capture" και το όραμα για μετατροπή του ατμοσφαιρικού αέρα καύσιμο, ήρθε αν βήμα πιο κοντά.
Ας δούμε όμως πώς δουλεύει το συγκεκριμένο σύστημα. Η διαδικασία αναφέρεται ως "air to fuel" (αέρας σε καύσιμο δηλαδή, με συντομογραφία το "Α2F") και αποτελείται από τρία βασικά στάδια. Αρχικά, το διοξείδιο του άνθρακα (CO2) από τον αέρα που υπάρχει στο περιβάλλον, συλλέγεται από έναν συνδυασμό ανεμιστήρων και κυψελοειδών κατασκευών που εγκλωβίζουν τα μόρια –κάτι σαν την κατασκευή περίπου των καταλυτών. Στη συνέχεια, χρησιμοποιείται η ηλεκτρόλυση για τον διαχωρισμό υδρογόνου και οξυγόνου από το νερό, και στο τελικό στάδιο το διοξείδιο του άνθρακα αναμιγνύεται με το υδρογόνο με το μείγμα να συνθέτει μια μορφή καυσίμου.
Σύμφωνα με τον CEO της Carbon Engineering, Steve Oldham, το καύσιμο που παράγεται μέσω αυτής της μεθόδου είναι ανώτερης ποιότητας από τα αντίστοιχα που προκύπτουν από την κατεργασία του πετρελαίου. Μάλιστα, επεκτείνει το σκεπτικό του λέγοντας ότι όχι μόνο έχουν πιο "καθαρή" καύση (άρα μολύνουν λιγότερο, από τι στιγμή που δεν περιέχουν και ίχνη θείου), αλλά κάνουν τους κινητήρες πιο αποδοτικούς με περισσότερη δύναμη σε σχέση με τα συμβατικά καύσιμα.
Ένας αποτρεπτικός παράγοντας του συστήματος όμως, είναι το ποσοστό της ενέργειας που απαιτείται για την δημιουργία τέτοιων καυσίμων, καθώς η παραγωγή του υδρογόνου μέσω της ηλεκτρόλυσης των μορίων του νερού είναι πολύπλοκη και χρησιμοποιεί πολλή ηλεκτρική ενέργεια. Πάντως ένα από τα οφέλη του είναι ότι θα μπορεί κάποιος να καίει συμβατικά καύσιμα και απλώς στη συνέχεια να… ανακυκλώνει τα καυσαέρια, αν και κάτι τέτοιο μάλλον ξεφεύγει από την θεωρία της λιγότερης ρύπανσης και της απεξάρτησης από το πετρέλαιο…
Test ελαστικού: Bridgestone Battlax SCOOTER SC2 – Τα “φορέσαμε” στο SYM Maxsym 400 GT
Στην θέση των πρώτης τοποθέτησης ελαστικών της MAXXIS
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
20/10/2025
Βάλαμε ένα ζευγάρι ολόφρεσκα Bridgestone Battlax SC2 στο SYM Maxsym 400 GT ρίχνοντας το ελαστικό των Γιαπωνέζων κατευθείαν στα βαθιά ήτοι στο μεγαλύτερο και βαρύτερο scooter που χρησιμοποιούμε στο MOTO.
Το Maxsym 400 GT Euro 5+ είναι αναπόσπαστο κομμάτι του περιοδικού τον τελευταίο χρόνο. Δίνει καθημερινά τη μάχη εντός και όταν απαιτηθεί και εκτός του αστικού ιστού προσφέροντας τις υπηρεσίες του όπου χρειάζεται και είναι απαραίτητο. Το μονοκύλινδρο 400άρι είναι ένας πραγματικός GT εργάτης που ενίοτε αντιμετωπίζει και σκληρή μεταχείριση όπως άλλωστε και όλα τα δίτροχα που παιρνούν την πόρτα του ΜΟΤΟ.
Στα 10.000 χλμ. που ήδη έχει γράψει στο οδόμετρό του από τον περασμένο Φεβρουάριο που εντάχθηκε στο στόλο του περιοδικού το Maxsym 400 GT δεν έχει δημιουργήσει κανένα απολύτως πρόβλημα με την ποιότητα κατασκευής του να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων και τους τριγμούς να λάμπουν δια της απουσίας τους. Φυσικά αυτό που δεν έχουμε στερήσει στο σκούτερ της SYM είναι η ευλαβική συντήρηση πάντα σύμφωνα με αυτά που ορίζει η εταιρεία για το μοντέλο της.
Το Maxsym 400 GT ανανεώθηκε το 2024 τόσο αισθητικά όσο και λειτουργικά, ενώ τότε εναρμονίστηκε και με τις προδιαγραφές Euro5+. Μια κατηγορία πάνω σε κυβισμό πάνω από τα δημοφιλή 300άρια, το Maxsym ανήκει στα GT και προτάσσει πολύ καλή κάλυψη από τον αέρα, ισορροπημένη συμπεριφορά και πρακτικότητα που προκύπτει από τους χώρους του.
Ο υγρόψυκτος, μονοκύλινδρος, τετράχρονος κινητήρας του 399 κυβικών Euro 5+ αποδίδει 34 ίππους στις 6.750 σ.α.λ. και 4 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις 5.250 σ.α.λ. Συνεργάζεται με καλορυθμισμένο CVT κιβώτιο και προσφέρει επιδόσεις που βγάζουν το σκούτερ της SYM με αξιώσεις και εκτός των τειχών.
Το πλαίσιο είναι κλασικό σωληνωτό, με ένα συμβατικό πιρούνι με δύο πλάκες και δύο αμορτισέρ να αναλαμβάνουν τον ρόλο της ανάρτησης. Στα φρένα έχουμε δίσκο 288 χλστ. εμπρός με ακτινική δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων και πίσω έναν 275 χλστ. πίσω. Το υποχρεωτικό ABS δεν λείπει, ενώ στάνταρ είναι και το Traction Control. Κάτω από την σέλα μπορείτε να αποθηκεύσετε δύο κράνη full face και περισσεύει και επιπλέον χώρος τουλάχιστον για ένα σετ αδιάβροχα. Χώρος υπάρχει και στα δύο ντουλαπάκια της ποδιάς με θύρα USB ταχείας φόρτισης, ενώ στάνταρ είναι και η σχάρα στο πίσω μέρος με έτοιμες βάσεις για Top Case.
Το SYM έρχεται από το εργοστάσιο με ελαστικά πρώτης τοποθέτησης της Maxxis (120/70-15 και 160/ 60-14), τα οποία, σε αυτά τα 10.000 χλμ. έδειξαν καλή συμπεριφορά με φυσιολογικό ρυθμό κίνησης παρά τη σκληρή, για τη δική μας άσφαλτο σύσταση γόμας γεγονός που υποστηρίχθηκε από τις καλές στη λειτουργία τους αναρτήσεις του Maxsym 400 GT, ενώ και το ABS δεν έδειξε να προβληματίζεται από τη συμπεριφορά του. Θα έρθει και η ώρα για την πλήρη δοκιμή του Maxsym 400 GT, ας επιστρέψουμε όμως τώρα στο ελαστικό της Brigdestone που είναι και η αφορμή για αυτό το άρθρο.
Bridgestone Battlax Scooter SC2
Το Bridgestone Battlax Scooter SC2 αποτέλεσε συνειδητή επιλογή γιατί έχει σχεδιαστεί ειδικά για μεγάλα σε μέγεθος και βάρος σκούτερ με στόχο να προσδώσει μια πιο ελαφριά συμπεριφορά στην αλλαγή κατεύθυνσης αλλά και περισσότερη πρόσφυση αναδεικνύοντας τις δυνατότητες των maxi σκούτερ ειδικά στο στεγνό, ενώ είναι και το κορυφαίο ελαστικό που προσφέρει η ιαπωνική εταιρεία. Σε σχέση με τα Battlax SC έχει διαφορετική σύσταση γόμας που βελτιώνει την πρόσφυση στο στεγνό σε όλες τις θερμοκρασίες, ενώ υψηλότερη είναι και η πρόσφυση που προσφέρει στο βρεγμένο όπου υπολείπεται μόνο των Scooter SC2 Rain. Προσφέρει επίσης πιο προοδευτική συμπεριφορά στο όριο σε βρεγμένο και στεγνό οδόστρωμα, ενώ και η χάραξή του έχει μελετηθεί ώστε να βελτιώνει την πρόσφυση υπό κλίση.
Η γόμα του Scooter SC2 έχει διαφορετική σύσταση στο κέντρο από εκείνη που βρίσκεται κοντά στους ώμους με την πρώτη να φροντίζει για τη χιλιομετρική απόδοση και την κατευθυντικότητα και τη δεύτερη για την πρόσφυση υπό κλίση, ενώ το πίσω ελαστικό έχει έξτρα διοξείδιο του πυριτίου και αυξάνει με αυτόν τον τρόπο ακόμη περισσότερο την πρόσφυση στο βρεγμένο. Φέρει επίσης ζώνη μονού σπιράλ στην περιφέρεια, η οποία βελτιώνει την ποιότητα κύλισης, μειώνει το βάρος έναντι των συμβατικής σχεδίασης ελαστικών, ενώ βελτιώνει και το επίπεδο άνεσης.
Το νέο ζευγάρι “παπούτσια” του Maxsym 400 GT τοποθετήθηκε στο κατάστημα Moto Racer του Δημήτρη Κορδερά (Αγίας Γλυκερίας 21, Γαλάτσι 111 47), ο οποίος μας στηρίζει πάντα στα MEGA TEST αναλαμβάνοντας να αλλάξει τα ελαστικά όλων των μοτοσυκλετών του συγκριτικού, με τη επαγγελματική συνέπεια και την ταχύτητα πάνω στη δουλειά του να είναι και τα χαρακτηριστικά που δεν μας αφήνουν περιθώριο να σκεφτούμε κάποιον άλλο τις απαιτητικές ημέρες της προετοιμασίας του MEGA TEST όπου όλα πρέπει να γίνονται σωστά, με γρήγορο ρυθμό και χωρίς πισωγυρίσματα. Τα ελαστικά τοποθετήθηκαν στο σκούτερ της SYM και θα επανέλθουμε σε δεύτερο χρόνο για μία πρώτη αποτίμηση της συμπεριφοράς τους αλλά και των νέων στοιχείων που θα προσδώσουν στη συμπεριφορά του Maxsym 400 GT.