Μετατροπή του αέρα σε καύσιμο!

Ένα βήμα πιο κοντά στην ριζοσπαστική λύση
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

20/5/2020

Η μετατροπή του αέρα που μας περιβάλλει σε ένα αποτελεσματικό καύσιμο, είναι ένα ζήτημα που απασχολεί την επιστημονική κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες. Η πρώτη εφαρμογή της τεχνολογίας έγινε την δεκαετία του '50, αλλά το απαγορευτικά υψηλό κόστος της διαδικασίας που απαιτούνταν, μοιραία έκανε τα σχέδια για ευρεία διάδοση της τεχνολογίας, ένα άπιαστο όνειρο.

Τουλάχιστον έτσι ήταν μέχρι την στιγμή που η ομάδα της Carbon Engineering εξέλιξε ένα σύστημα, το οποίο ονομάζεται "Direct Air Capture" και το όραμα για μετατροπή του ατμοσφαιρικού αέρα καύσιμο, ήρθε αν βήμα πιο κοντά.

Ας δούμε όμως πώς δουλεύει το συγκεκριμένο σύστημα. Η διαδικασία αναφέρεται ως "air to fuel" (αέρας σε καύσιμο δηλαδή, με συντομογραφία το "Α2F") και αποτελείται από τρία βασικά στάδια. Αρχικά, το διοξείδιο του άνθρακα (CO2) από τον αέρα που υπάρχει στο περιβάλλον, συλλέγεται από έναν συνδυασμό ανεμιστήρων και κυψελοειδών κατασκευών που εγκλωβίζουν τα μόρια –κάτι σαν την κατασκευή περίπου των καταλυτών. Στη συνέχεια, χρησιμοποιείται η ηλεκτρόλυση για τον διαχωρισμό υδρογόνου και οξυγόνου από το νερό, και στο τελικό στάδιο το διοξείδιο του άνθρακα αναμιγνύεται με το υδρογόνο με το μείγμα να συνθέτει μια μορφή καυσίμου.

Σύμφωνα με τον CEO της Carbon Engineering, Steve Oldham, το καύσιμο που παράγεται μέσω αυτής της μεθόδου είναι ανώτερης ποιότητας από τα αντίστοιχα που προκύπτουν από την κατεργασία του πετρελαίου. Μάλιστα, επεκτείνει το σκεπτικό του λέγοντας ότι όχι μόνο έχουν πιο "καθαρή" καύση (άρα μολύνουν λιγότερο, από τι στιγμή που δεν περιέχουν και ίχνη θείου), αλλά κάνουν τους κινητήρες πιο αποδοτικούς με περισσότερη δύναμη σε σχέση με τα συμβατικά καύσιμα.

Ένας αποτρεπτικός παράγοντας του συστήματος όμως, είναι το ποσοστό της ενέργειας που απαιτείται για την δημιουργία τέτοιων καυσίμων, καθώς η παραγωγή του υδρογόνου μέσω της ηλεκτρόλυσης των μορίων του νερού είναι πολύπλοκη και χρησιμοποιεί πολλή ηλεκτρική ενέργεια. Πάντως ένα από τα οφέλη του είναι ότι θα μπορεί κάποιος να καίει συμβατικά καύσιμα και απλώς στη συνέχεια να… ανακυκλώνει τα καυσαέρια, αν και κάτι τέτοιο μάλλον ξεφεύγει από την θεωρία της λιγότερης ρύπανσης και της απεξάρτησης από το πετρέλαιο…

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.