Michelin City Grip 2: Το ελαστικό που θέλεις στην καθημερινότητά σου

Σταθερή αξία ως μια από τις κορυφαίες επιλογές στα σκούτερ
Michelin City Grip 2: Το ελαστικό που θέλεις στην καθημερινότητά σου
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

11/11/2025

Στους ελληνικούς δρόμους η επιλογή του σωστού ελαστικού έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την ασφάλεια που απολαμβάνει ο αναβάτης, πόσο μάλλον όταν κινούμαστε με σκούτερ στο αστικό τοπίο. Τα Michelin City Grip 2 είναι από εκείνες τις επιλογές που αποτελούν σταθερή αξία στην κατηγορία προσφέροντας υψηλή απόδοση σε κάθε συνθήκη κίνησης.

Η αγορά των σκούτερ είναι τεράστια και κάθε μεγάλος κατασκευαστής που σέβεται τον εαυτό του έχει παρουσία στην κατηγορία με προτάσεις που δεν αποτελούν τους φτωχούς συγγενείς των ελαστικών μοτοσυκλετών. Αντιθέτως δανείζονται και ενσωματώνουν στη σχεδίασή τους τεχνολογίες από εκείνα για μια συνολικά υψηλή απόδοση έχοντας παράλληλα να “εργαστούν” στο πιο απαιτητικό από όλα τα περιβάλλοντα κίνησης, το αστικό.

Το αστικό περιβάλλον των ελληνικών πόλεων είναι ακόμη πιο δύσκολο για τα ελαστικά έναντι άλλων ευρωπαϊκών πόλεων. Η πρόσφυση στους δρόμους είναι αισθητά χαμηλότερη, με πολλές και διαδοχικές αλλαγές στην μέτρια ποιότητα της ασφάλτου, όπως και ανωμαλίες και νερά εκεί που δεν τα περιμένει ο αναβάτης.

Η σωστή επιλογή ελαστικού όπως καταλαβαίνετε παίζει τεράστιο ρόλο και ένα από τα ελαστικά που έχουμε δοκιμάσει κατά καιρούς σε πολλά και διαφορετικά μοντέλα εδώ στο ΜΟΤΟ, εντός και εκτός συνόρων, είναι το Michelin City Grip 2.

Το City Grip 2 αντικατέστησε τα City Grip και City Grip Winter, συνδυάζοντας τα πλεονεκτήματά που πρόσφεραν αυτά τα δύο ελαστικά σε ένα προϊόν. Οι βελτιώσεις στη σχεδίαση του πέλματος και τη σύσταση της γόμας που βελτιώθηκε αύξησαν την πρόσφυση και την αντοχή σε όλες τις συνθήκες, έναντι της πρώτης γενιάς City Grip, ενώ βελτιώθηκε και η ποιότητα κύλισης.

Michelin City Grip 2: Το ελαστικό που θέλεις στην καθημερινότητά σου


Τα χαρακτηριστικά που κάνουν τη διαφορά
Το City Grip 2 συγκεντρώνει όλες τις τελευταίες τεχνολογίες που έχει εξελίξει η Michelin για τα ελαστικά των σκούτερ αναφορικά με την πρόσφυση, την αίσθηση κατά την οδήγηση αλλά και την χιλιομετρική απόδοση. Είναι πιστοποιημένο με το σήμα M+S, που σημαίνει ότι συνεχίζει να αποδίδει σε ικανοποιητικό επίπεδο και σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.

 

Επιπλέον, διαθέτει “οδοντωτό” σκάλισμα στο πέλμα του, με τα χαρακτηριστικής σχεδίασης αυλάκια του να το κάνουν αναγνωρίσιμο από μακριά, ενώ λόγω της σχεδίασής του τα εν λόγω αυλάκια “σπάνε” πιο εύκολα το φιλμ νερού, εξασφαλίζοντας σταθερότητα και πρόσφυση στο βρεγμένο οδόστρωμα. Η σύνθεσή της γόμας, σε συνδυασμό με το σχήμα της κορώνας βελτιώνουν επίσης και την ευελιξία του σκούτερ με τα City Grip 2 να δίνουν έμφαση και στη διάρκεια ζωής.

Πλεονεκτήματα για τον αναβάτη
Το City Grip 2 είναι σχεδιασμένο για όλες τις καιρικές συνθήκες και οι Γάλλοι θέλουν να προσφέρουν με αυτό άνεση και αυτοπεποίθηση σε κάθε διαδρομή. Είτε κινείστε μέσα στην πόλη είτε σε πιο απαιτητικές συνθήκες, το ελαστικό ανταποκρίνεται σωστά, μειώνοντας τον κίνδυνο ολίσθησης και αυξάνοντας την ασφάλεια.

 

Παράλληλα, η αντίδρασή του είναι πολύ προοδευτική στο όριο και αυτό είναι επίσης ένα χαρακτηριστικό που συγκαταλέγεται στα δυνατά του σημεία. Μάλιστα αυτή η προοδευτικότητα παραμένει σταθερή άσχετα από την ποιότητα της ασφάλτου και αυτό είναι κάτι που κάνει το ελαστικό της Michelin να ταιριάζει και με τους κακής ποιότητας ελληνικούς δρόμους προσφέροντας έτσι στον αναβάτη έξτρα ασφάλεια αλλά και τη δυνατότητα να φρενάρει δυνατά και αποτελεσματικά. Τα Michelin City Grip 2 είναι άλλωστε επιλογή που προτιμούν και πολλοί κατασκευαστές ως πρώτη τοποθέτηση στα premium σκούτερ τους εκεί όπου δεν χωρά συμβιβασμός στο κόστος και στην απόδοση.

Το δίκτυο συνεργατών 

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.