Το παρατσούκλι Moby Dick (το όνομα της φάλαινας από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Melville Herman που έστελνε στο βυθό του ωκεανού όποιον θηρευτή την κυνηγούσε) της το έδωσε ο Dennis May, δοκιμαστής του αμερικάνικου περιοδικού Cycle World όταν την έκανε τεστ το 1931 και από τότε συνοδεύει την πιο σπάνια Brough Superior που κατασκεύασε η θρυλική βρετανική εταιρεία.
Συμφωνούμε ότι όλες οι Brough Superior είναι σπάνιες και δύσκολα βρίσκεις μία που να είναι ολόιδια με κάποια άλλη, όμως ο Moby Dick έχει ένα κινητήρα της JAP που την έκανε την γρηγορότερη Brough Superior που είχε πουληθεί σε ιδιώτη και δεν ήταν αγωνιστική. Ο κινητήρας είχε το κιτ μεγαλύτερης χωρητικότητας κυλίνδρων στα 1140cc, που έδινε επιπλέον 13 ίππους και στο πρώτο τεστ του 1931 πέτυχε τελική ταχύτητα 109 μιλίων (174km/h).
Ο Charles Hobbs δεν ήταν ικανοποιημένος και αργότερα έστειλε τη μοτοσυκλέτα στον Ted Baragwanath, όπου απέκτησε δύο καρμπιρατέρ της Amal, εκκεντροφόρους για μεγαλύτερο βύθισμα βαλβίδων και ελαφρύτερες βαλβίδες. Συνολικά απέδιδε 65 ίππους, δηλαδή 23 περισσότερους από τις υπόλοιπες SS 100 και στο δεύτερο τεστ τον Οκτώβριο του 1932, πέτυχε τελική ταχύτητα 114 μίλια, που είναι 182km/h στη δική μας γλώσσα.
Το 1936 ο Moby Dick πουλήθηκε τους αδερφούς Bilbé (Ken και Ralph) οι οποίοι συμμετείχαν σε αγώνες solo και sidecar κερδίζοντας πολλούς από αυτούς. Το sidecar που είχε η μοτοσυκλέτα πουλήθηκε για να δώσουν πίσω τα χρήματα που είχαν δανειστεί για την αγορά της και το 1937 την πήγαν στην εταιρεία BMCRC, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τη δύναμη του κινητήρα, πετυχαίνοντας τελική ταχύτητα 124 μίλια (198km/h).
Μέχρι σήμερα η μοτοσυκλέτα παραμένει στην κατοχή της οικογένειας των Bilbé όπου την χρησιμοποιούσαν τακτικά για καθημερινή μετακίνηση. Απόδειξη είναι το γεγονός ότι από τις 32 κλήσεις για υπερβολική ταχύτητα που είχε σε όλη του τη ζωή ο Ralph, οι 23 ήταν με τον Moby Dick.
Δέχτηκε μια ανακατασκευή το 1997 και το 2011 πουλήθηκε έναντι 243.000 ευρώ. Σήμερα ξαναβγαίνει στο σφυρί, αλλά η τιμή εκκίνησης είναι τα 500.000 ευρώ, με τις προσδοκίες των οίκου δημοπράτησης να είναι κοντά στα 700.000 ευρώ. Καλή επένδυση να δώσεις 243.000 και μετά από έξι χρόνια να πάρεις πάνω από 500.000. Στην ίδια δημοπρασία μια “συμβατική” 100 SS πωλείται έναντι 150.000 ευρώ.
Scootsmart 2: Στην Ελλάδα το πιο προηγμένο ελαστικό της Dunlop για σκούτερ
Υψηλότερη αντοχή, άνεση και πρόσφυση έναντι του προηγούμενου - Για ζάντες από 10 έως 16 ιντσών
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
23/6/2026
Η δεύτερη γενιά του ελαστικού της Dunlop είναι ήδη διαθέσιμη στην ελληνική αγορά με σαφείς βελτιώσεις στην αντοχή, τη συμπεριφορά του σκούτερ και το κράτημα έναντι της πρώτης.
Τα Dunlop Scootsmart 2 ήρθαν στην Ελλάδα σε πολύ ανταγωνιστικές τιμές σε σχέση με τις επώνυμες επιλογές που έχουν στη διάθεσή τους οι αναβάτες σκούτερ και είναι μια επιλογή γενικής χρήσης για τους αναβάτες που χρησιμοποιούν όλον τον χρόνο το σκούτερ τους, η οποία ενσωματώνει ωστόσο τεχνολογίες που έρχονται απευθείας από τα σπορ ελαστικά μοτοσυκλετών της Dunlop.
Τα Scootsmart 2 έχουν εντελώς διαφορετική χάραξη, σύσταση γόμας αλλά και σκελετό σε σχέση με την πρώτη γενιά, και έχουν ενσωματώσει στη σχεδίαση και την εξέλιξή τους όλη την εμπειρία και την τεχνογνωσία που ανέπτυξε η Dunlop την τελευταία 10ετία στα ελαστικά της, ενώ στην εξέλιξή τους συμπεριλήφθηκε και το feedback που πήρε η εταιρεία από τους αναβάτες που χρησιμοποίησαν την πρώτη γενιά.
Ένα από τα βασικά στοιχεία της νέας σειράς είναι η κατασκευή του σκελετού. Η Dunlop έχει δουλέψει ώστε να προσφέρει ουδέτερη και προβλέψιμη συμπεριφορά, προσφέροντας ανάλαφρη αίσθηση κατά την αλλαγή κατεύθυνσης και περισσότερη πρόσφυση και στα δύο άκρα υπό κλίση, σταθερότητα στην ευθεία και μικρότερες αποστάσεις φρεναρίσματος.
Για την κατασκευή του νέου σκελετού έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως πολυεστέρας αντί νάιλον -προηγούμενη γενιά- με τον σκελετό να έχει ειδική δομή στους ώμους του ελαστικού κάνοντας τους πιο εύκαμπτους χωρίς όμως να θυσιάζεται ο έλεγχος και η αίσθηση του αναβάτη. Το κέρδος που προκύπτει είναι το υψηλότερο επίπεδο άνεσης λόγω της αποτελεσματικότερης απορρόφησης των ανωμαλιών και αυτό βοηθά επίσης στην αύξηση της πρόσφυσης -και υπό κλίση- αλλά και στις μικρότερες αποστάσεις φρεναρίσματος.
Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται και η σχεδίαση της κορόνας του εμπρός και του πίσω ελαστικού. Συγκεκριμένα και σε σχέση με την προηγούμενη γενιά η κορόνα του πίσω ελαστικού παρουσιάζει μικρότερη καμπυλότητα, ενώ η καμπυλότητα του εμπρός ελαστικού είναι μεγαλύτερη και η σχεδίαση στα άκρα προσφέρει περισσότερο εκμεταλλεύσιμο πλάτος υπό κλίση.
Τα Scootsmart 2 έχουν σχεδιαστεί επίσης για να ζεσταίνονται ταχύτερα και να προσφέρουν έτσι πιο σύντομα πρόσφυση και σε χαμηλές θερμοκρασίες οδοστρώματος και περιβάλλοντος. Η Dunlop αναφέρει επίσης ότι το κράτημα έχει βελτιωθεί σε στεγνό και βρεγμένο δρόμο λόγω της νέας χάραξης και του σχήματος της κορόνας. Εξαιρετικά σημαντικό ρόλο παίζει σε αυτό η σύσταση της νέας γόμας με πυρίτιο όπου έχουν χρησιμοποιηθεί μικροσκοπικά σωματίδια διοξειδίου του πυριτίου ως το κύριο υλικό για την πλήρωση (filler) του πέλματος αντικαθιστώντας την παραδοσιακή αιθάλη (carbon black) της προηγούμενης γενιάς.
Παράλληλα, η νέα χάραξη του ελαστικού απομακρύνει πιο αποτελεσματικά το νερό ώστε να βελτιώσει την επαφή του τροχού με τον δρόμο, άρα και την πρόσφυση, ενώ τα αυλάκια έχουν τοποθετηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε το πέλμα να αντιστέκεται στη φθορά. Έναντι της προηγούμενης γενιάς η απόσταση κατά το φρενάρισμα σε βρεγμένο οδόστρωμα έχει μικρύνει κατά 10% σύμφωνα με τις μετρήσεις της Dunlop, ενώ κατά 20% έχει αυξηθεί η διάρκεια ζωής των ελαστικών.
Με τη διαφορά που χωρίζει την εξέλιξη της πρώτης με τη δεύτερη γενιά να ξεπερνά τη 10ετία, τα Scootsmart 2 έχουν βελτιωθεί συνολικά έναντι των ελαστικών που αντικαθιστούν στην γκάμα της Dunlop σε όλους τους σημαντικούς τομείς: την άνεση κατά την οδήγηση, την απόδοση σε βρεγμένο και στεγνό οδόστρωμα και την συνεισφορά τους στην οδηγησιμότητα και την ευελιξία. Η Dunlop αναφέρει επίσης ότι σημαντικά είναι τα οφέλη που προκύπτουν και στον τομέα της χιλιομετρικής απόδοσης και εδώ είναι που έχει επιτευχθεί και η μεγαλύτερη πρόοδος από όλους τους υπόλοιπους τομείς ελέω του πυριτίου που χρησιμοποιήθηκε στο πέλμα.
Την πρώτη γενιά Scootsmart είχαμε την ευκαιρία να τη δοκιμάσουμε από πρώτο χέρι τοποθετώντας ένα ζευγάρι σε σκούτερ που χρησιμοποιούν οι συνάδερφοι στις πωλήσεις και τη διεκπεραίωση του ΜΟΤΟ. Το ίδιο θα γίνει και με τη δεύτερη γενιά ενός ελαστικού που είναι πολύ σημαντική επιλογή για τον αναβάτη σκούτερ κρίνοντας και από τη συνολική απόδοση της πρώτης γενιάς. Μείνετε συντονισμένοι.
Το Dunlop Scoosmart είναι διαθέσιμο για ζάντες από 10 έως 16 ιντσών καλύπτοντας το 84% των μοντέλων (από μικρού κυβισμού έως maxi σκούτερ) και έως το τέλος του 2026 θα είναι διαθέσιμες στην ελληνική αγορά και οι 75 διαστάσεις του ελαστικού.
Περισσότερες πληροφορίες για το πού μπορείτε να προμηθευτείτε τα Scootsmart 2 στο εκτεταμένο δίκτυο των εμπόρων της Dunlop πανελλαδικά.