Moto Guzzi V7 III Stone: Μια ρετρό με σύγχρονες πινελιές

Πιστή στην παράδοση
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

27/6/2019

Την ώρα που οι περισσότεροι κατασκευαστές δημιουργούν νεορετρό μοτοσυκλέτες, ο όμιλος Piaggio, στον οποίο ανήκει η Moto Guzzi, προσφέρει με την V7, μια συνταγή τόσο κλασσική όσο το παγωτό βανίλια. Η πρώτη V7 δημιουργήθηκε το 1967 (ένα μίνι ιστορικό σχετικά με την ιστορία της μπορείτε να βρείτε εδώ) και έκτοτε διατηρεί αναλλοίωτο τόσο το χαρακτήρα της όσο και την μοναδική οδηγική εμπειρία που προσφέρει. Με την πάροδο των χρόνων δέχεται μόνο τις απαραίτητες βελτιώσεις ώστε να μην επηρεάζεται η αυθεντικότητά της. Στο δελτίο τύπου που ακολουθεί μπορείτε να βρείτε τις επιμέρους αλλαγές για φέτος.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ Η ΝΕΑ MOTO GUZZI V7 III STONE “NIGHT PACK”

ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΣΤΥΛ ΤΗΣ ΜΥΘΙΚΗΣ V7 ΕΜΠΛΟΥΤΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΜΕ ΦΩΤΙΣΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ LED

ΝΕΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ V7 III SPECIAL, ΤΗΝ ΠΙΟ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ "SETTEMMEZZO" ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΝΤΕΛΟ

Η Moto Guzzi πάντα αναπτύσσει τα μοντέλα της οικογένειας V7 III διατηρώντας αναλλοίωτο τον χαρακτήρα και την αυθεντικότητά τους. Αυτό ισχύει και για την τελευταία προσθήκη, τη νέα έκδοση Night Pack της V7 III Stone, που χαρακτηρίζεται από νέα φωτιστικά σώματα full led και άλλες στυλιστικές παρεμβάσεις.

Η έκδοση Night Pack ενώνει το ουσιαστικό στυλ της V7 III Stone με τη σύγχρονη ψυχή υψηλής τεχνολογίας των φώτων led, που εξασφαλίζουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα για τον προβολέα, τα φλας και το πίσω φανάρι. Η χαμηλότερη τοποθέτηση του προβολέα και του πίνακα οργάνων, καθώς και το νέο πιο κοντό και λεπτό πίσω φτερό, με ενσωματωμένο το φως φρένων και τη βάση πινακίδας, προσδίδουν στη V7 III Stone Night Pack ένα πιο εκλεπτυσμένο προφίλ. Η ειδική σέλα διαθέτει θερμοκολλημένες ραφές και γκρι λογότυπο Moto Guzzi κεντημένο στο πίσω μέρος.

Η V7 III Stone Night Pack είναι διαθέσιμη στο κλασσικό μαύρο "Nero Ruvido", αλλά και σε μπρονζέ "Bronzo Levigato" και μπλε "Blu Pungente", με ενδεικτική τιμή λιανικής 9.480 €.

Νέα χρώματα για τη V7 III Special

Η Moto Guzzi V7 III Special είναι η πιο κλασική και κομψή ερμηνεία της "settemmezzo" από το Μαντέλο, ενώ πρόκειται για την έκδοση που παραμένει πιο κοντά στο πνεύμα του πρωτότυπου μοντέλου. Διακρίνεται από τις πολυάριθμες επιχρωμιωμένες λεπτομέρειες και τα γυαλιστερά γραφικά, που τώρα συνδυάζονται με δύο νέες χρωματικές επιλογές, μαύρο Nero Onice και γκρι “Grigio Cristallo”.

Όπως η διάσημη V750 S3 του 1975, η V7 III Special φέρει τις χαρακτηριστικές λωρίδες στα πλαϊνά καπάκια κάτω από τη σέλα, που ταιριάζουν με τις ίδιου χρώματος οριζόντιες λωρίδες του ρεζερβουάρ.

Οι ακτινωτοί τροχοί φέρουν στιλβωμένα κανάλια και μαύρα μουαγιέ. Ο πίνακας οργάνων αποτελείται από δύο κυκλικά καντράν, ενώ η επιχρωμιωμένη ατσάλινη χειρολαβή για τον συνεπιβάτη περιλαμβάνεται στον βασικό εξοπλισμό. Η καφέ σέλα με "old school" ραφή, χαρίζει μία ακόμα vintage πινελιά.

Επισκεφτείτε ένα σημείο πώλησης Moto Guzzi για να δείτε από κοντά τα μοντέλα της οικογένειας V7 III και να ανακαλύψετε τα μοναδικά προνόμια Moto Guzzi:

  • Δωρεάν διετής επέκταση εργοστασιακής εγγύησης
  • Δωρεάν 4 χρόνια οδική βοήθεια
  • Ευέλικτα χρηματοδοτικά προγράμματα: προκαταβολή από 0%, έως 72 μήνες εξόφληση

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.