MV Agusta 750S 1972 με μόλις 477 μίλια σε δημοπρασία Bohnam’s!
Άνηκε στον Βρετανό πρωτοπόρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού Michel Noël Mavrogordato
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
20/1/2026
Μία από τις πιο εμβληματικές τετρακύλινδρες μοτοσυκλέτες δρόμου της δεκαετίας του ’70 επιστρέφει στο προσκήνιο, σε κατάσταση που δύσκολα συναντάται.
Η MV Agusta 750S του 1972 που παρουσιάζεται στη δημοπρασία Motorcycles Online του οίκου Bohnams στις 13 με 23 Φεβρουαρίου 2026. Αποτελεί ένα πραγματικό κόσμημα για συλλέκτες. Πρόκειται για μοτοσυκλέτα που ανήκε στον Michel Noël Mavrogordato και παραδόθηκε καινούργια από την αντιπροσωπία του επίσης ιστορικού αγωνιζόμενου, Gus Kuhn, τον άνθρωπο που ταύτισε το όνομα του με την MV Agusta στη Μεγάλη Βρετανία.
Το κοντέρ δείχνει μόλις 477 μίλια, ένδειξη που από μόνη της την κατατάσσει σε σπάνια κατηγορία. Η 750S ήταν η “πολιτική” απόγονος των αγωνιστικών τετρακύλινδρων της MV, με εγκάρσιο τετρακύλινδρο κινητήρα, διπλούς εκκεντροφόρους και πλατίνες, με χαρακτηριστικό ήχο που πέρασε στην ιστορία. Ήταν η μοτοσυκλέτα που έφερε τον αέρα των GP στον δρόμο, σε μια εποχή που η ιταλική εταιρεία κυριαρχούσε στα Grand Prix, συνυφαίνοντας τον θρύλο της με τον, κατά πολλούς σπουδαιότερο αναβάτη αγώνων μοτοσυκλέτας, Giacomo Agostini.
Η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα φέρει αριθμό πλαισίου MV4C752140266 και αριθμό κινητήρα 214-0221*, ενώ συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα έγγραφα βρετανικής ταξινόμησης. Η συνολική του εικόνα παραπέμπει σε μοτοσυκλέτα που διατηρήθηκε περισσότερο ως συλλεκτικό αντικείμενο παρά ως μέσο μετακίνησης, κάτι που εξηγεί και τα ελάχιστα μίλια στο οδόμετρο.
Η εκτίμηση τιμής κυμαίνεται από 30.000 έως 50.000 λίρες (περίπου 35.000 – 58.000 ευρώ), ποσό που αντικατοπτρίζει όχι μόνο τη σπανιότητα της 750S, αλλά και την ιστορικότητα και γενική κατάσταση της μοτοσυκλέτας. Για τους λάτρεις της κλασικής ιταλικής σχολής, πρόκειται για μια “ευκαιρία” που δεν βλέπει κανείς συχνά διαθέσιμη.
Η Continental καταργεί τον άνθρακα και το αργό πετρέλαιο από την παγκόσμια παραγωγή ελαστικών της
Από τον Ιανουάριο του 2026 όλα τα εργοστάσια της εταιρείας λειτουργούν με εναλλακτικές πηγές ενέργειας, μειώνοντας δραστικά τις εκπομπές CO₂
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
3/3/2026
Η Continental ολοκλήρωσε ένα βήμα στη στρατηγική βιωσιμότητάς της, εξαλείφοντας πλήρως τη χρήση άνθρακα και ορυκτών καυσίμων από την παραγωγή ελαστικών, υιοθετώντας ένα μείγμα ανανεώσιμων και χαμηλότερων εκπομπών ενεργειακών πηγών σε όλες τις μονάδες της.
Η Continental ανακοίνωσε πως από τον Ιανουάριο του 2026 όλα τα εργοστάσια παραγωγής ελαστικών της εταιρείας παγκοσμίως έχουν στραφεί σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας για την παραγωγή ατμού που απαιτείται στις διαδικασίες κατασκευής και θέρμανσης.
Οι νέες ενεργειακές λύσεις περιλαμβάνουν βιομάζα, βιοαέριο και ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, ενώ για τη διασφάλιση σταθερής ενεργειακής τροφοδοσίας χρησιμοποιούνται επίσης υγραέριο (LPG) και φυσικό αέριο. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2020, επτά από τις 19 μονάδες παραγωγής βασίζονταν ακόμη σε άνθρακα και αργό πετρέλαιο για την παραγωγή ατμού, εξασφαλίζοντας υψηλή θερμική απόδοση σε περιοχές με περιορισμένες ενεργειακές υποδομές. Σήμερα, η εταιρεία έχει στραφεί σε πιο οικολογικές μορφές ενέργειας, έπειτα από μακροχρόνιες επενδύσεις προς αυτό τον στόχο.
Μείωση εκπομπών και ενίσχυση ανθεκτικότητας
Όπως δήλωσε ο Dr. Bernhard Trilken, επικεφαλής της Παραγωγικής διαδικασίας και των Logistics της εταιρείας, ο άνθρακας και τα ορυκτά έλαια αποτελούν πλέον παρελθόν για την εταιρεία, με το μέλλον να βασίζεται όλο και περισσότερο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η στρατηγική αυτή, που συνδυάζει διαφορετικές ενεργειακές πηγές, ιδανικά παραγόμενες επιτόπου, καθιστά την παραγωγή πιο ανεξάρτητη και ανθεκτική.
Η παραγωγή ελαστικών απαιτεί σημαντικά ποσά ενέργειας, κυρίως για θερμικές διεργασίες όπως ο βουλκανισμός, που προσδίδει στο καουτσούκ τις ελαστικές του ιδιότητες. Ενώ παραδοσιακά η διαδικασία βασιζόταν σε ατμό παραγόμενο από ορυκτά καύσιμα, νέες προηγμένες ηλεκτρικές τεχνολογίες καθιστούν πλέον τη διαδικασία πιο ευέλικτη, πράσινη και ενεργειακά αποδοτική.
Από το 2020, η Continental προμηθεύεται αποκλειστικά ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και επεκτείνει συνεχώς τις δικές της εγκαταστάσεις παραγωγής πράσινης ενέργειας. Το 2025 η ένταση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην παραγωγή μειώθηκε κατά περισσότερο από 10% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και κατά περίπου 70% σε σχέση με το 2019. Συνολικά, τα τελευταία τέσσερα χρόνια η εταιρεία έχει μειώσει κατά περίπου 180.000 τόνους τις εκπομπές CO₂ από την παραγωγή ελαστικών.
Παραδείγματα από όλο τον κόσμο
Η μετάβαση διαφοροποιείται ανάλογα με τις τοπικές υποδομές και αγορές ενέργειας. Στο Gqeberha της Νότιας Αφρικής, όπου ο άνθρακας αποτελούσε βασικό στοιχείο παραγωγής ατμού, η μονάδα έχει πλέον στραφεί στη βιομάζα, με το LPG να καλύπτει τις υπόλοιπες ανάγκες. Στην Kalutara της Σρι Λάνκα, η λειτουργία δεύτερου λέβητα βιομάζας επέτρεψε την πλήρη κατάργηση των ορυκτών ελαίων, με τον ατμό να παράγεται αποκλειστικά από βιομάζα. Στην Otrokovice της Τσεχίας, σε συνεργασία με τον τοπικό πάροχο ενέργειας, η παραγωγή ατμού μετατοπίστηκε από τον άνθρακα σε βιομάζα και φυσικό αέριο, ωφελώντας και τις τοπικές κοινότητες μέσω πιο καθαρού συστήματος τηλεθέρμανσης.
Η στρατηγική αυτή έχει αναγνωριστεί και διεθνώς, καθώς ο ανεξάρτητος οργανισμός CDP απένειμε στην Continental βαθμολογία A- το 2025 για τη διαφάνεια και τις επιδόσεις της στη μείωση εκπομπών CO₂.
Για έναν κατασκευαστή που δραστηριοποιείται σε παγκόσμια κλίμακα και εξοπλίζει εκατομμύρια οχήματα, από αυτοκίνητα μέχρι μοτοσυκλέτες, η πλήρης απεξάρτηση από τον άνθρακα αποτελεί μια ουσιαστική κίνηση προς μια πιο βιώσιμη βιομηχανία ελαστικών με ένα ελαφρύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.