Νέο R&D από την Royal Enfield

Στοχεύοντας στην παγκόσμια αγορά
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

8/11/2018

Η Royal Enfield είχε δυναμική παρουσία στην φετινή EICMA, παρουσιάζοντας όχι μόνο τα δύο νέα μοντέλα της αλλά και μια concept μοτοσυκλέτα, καθώς παράλληλα ανακοίνωσε και τα εγκαίνια του R&D τμήματός της στην Αγγλία. Οι εγκαταστάσεις βρίσκονται στο Bruntingthorpe του Ηνωμένου Βασιλείου και διαθέτουν ιδιωτική πίστα, προσφέροντας την δυνατότητα να δοκιμαστούν τα νέα μοντέλα σε ένα κλειστό και ασφαλές περιβάλλον, όπως έγινε με τα GT 650 και Interceptor 650. Ο λόγος που επέλεξε η ινδική εταιρεία την Αγγλία για τη δημιουργία του νέου της τμήματος, ήταν αφενός μεν για να τιμήσει την ιστορία της φίρμας αλλά αφετέρου γιατί ανάμεσα στο προσωπικό των  120+ ανθρώπων που στεγάζει ο 3.000τ.μ. χώρος του διόροφου τμήματος, βρίσκονται ορισμένες πολύ σημαντικές προσωπικότητες από τον κόσμο της μοτοσυκλέτας.

Αναφερόμαστε στον Simon Warburton που είναι επικεφαλής του τμήματος της Royal Enfield, ο οποίος στο παρελθόν είχε εργαστεί για την Triumph, και στον πρώην ιδιοκτήτη της Xenophya Design, Mark Wells, που είχε συνεργαστεί με την Triumph σχεδιάζοντας διάφορα μοντέλα της παλιότερα. Με την Royal Enfield να τους έχει υπό την δούλεψή της, εκμεταλλευόμενη την προϋπηρεσία τους και την εμπειρία τους, καθίσταται αρκετά ανταγωνιστική απέναντι στην Triumph και στις υπόλοιπες εταιρείες στην μάχη της neoretro κατηγορίας. Να τονίσουμε εδώ, πως λέγοντας ανταγωνιστική αναφερόμαστε στην ποιότητα κατασκευής τους και όχι στις επιδόσεις τους, καθώς βάζοντας στην συνάρτηση τον σύγχρονο εξοπλισμό του τμήματος έρευνας και εξέλιξης και την ιδιωτική πίστα που διαθέτει, τα νέα μοντέλα πριν βγουν στην παραγωγή περνάνε από πολλές εξαντλητικές δοκιμές. Το UKTC (UK Technology Centre) όπως ονομάζεται διαθέτει ειδικά τμήματα σχεδιασμού, εξέλιξης κινητήρα, κατασκευής πλαισίων, ηλεκτρικών, καθώς και έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο 470τ.μ. δοκιμής των κινητήρων με τελευταίας τεχνολογίας δυναμόμετρα.

Μέχρι τις αρχές του 2000 η ετήσια παραγωγή των μοτοσυκλετών της Royal Enfield περιοριζόταν στις μόλις 25.000 μονάδες, τις οποίες απορροφούσε η εγχώρια αγορά. Μέσα σε λιγότερο από το δύο δεκαετίες κατάφερε να αυξήσει το δυναμικό της, ενώ σκοπεύει μέχρι το τέλος του έτους να φτάσει τις 900.000 μονάδες, με το 96% να απορροφάται από την εγχώρια αγορά. Εκμεταλλευόμενη την ραγδαία εξέλιξή της και τα κέρδη που έχει, σκοπεύει να ξαναμπεί στην παγκόσμια αγορά με το λανσάρισμα των νέων δικύλινδρων μοντέλων, ενώ η δημιουργία του R&D τμήματος της προδίδει κύρος με αποτέλεσμα να τάσσεται περήφανα απέναντι στα μεγάλα ονόματα της μοτοσυκλετικής βιομηχανίας. Η πορεία της μέχρι στιγμής είχε πολύ ενδιαφέρον, ενώ η προσπάθειά της να εδραιωθεί στην παγκόσμια αγορά και τα μοντέλα που πρόκειται να παράξει πρόκειται, να έχουν ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον.

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.