Οδοιπορικό στον Εύξεινο Πόντο: Στον προορισμό των Αργοναυτών

Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

11/7/2016

Τα παρευξείνια παράλια της Τουρκίας, από την πόλη Σαμψούντα ως την Τραπεζούντα, ήταν η επόμενη διαδρομή του ταξιδιού μου με το Honda Supra-Χ. Στην Σαμψούντα, την αρχαία Αμισός, δεν υπήρχαν εναπομείνασες μαρτυρίες από την μακραίωνη παρουσία του ελληνικού-ποντιακού στοιχείου. Όλα είχαν χαθεί στην λήθη του χρόνου και κάτω από το τσιμέντο των άχαρων πολυκατοικιών. Και να σκεφτεί κανείς πως κάποτε στην Σαμψούντα υπήρχε μια αρκετά δραστήρια ελληνική κοινότητα που μετρούσε πάνω από 6.000 άτομα.


Καθοδόν για την Τραπεζούντα (320 χλμ. ανατολικά), όσα παραθαλάσσια αστικά κέντρα προσπέρασα, είχαν όλες καταγωγή από τις αποικίες που ίδρυσαν εδώ στον Πόντο οι αρχαίοι Έλληνες. Πρόκειται για πόλεις όπως η Giresun/Κερασούντα, η Ordu/ Κοτύωρα, η Tirebolu/Τρίπολη, αλλά και η Trabzon/Τραπεζούντα.


Αντίθετα απ’ ότι στην Σαμψούντα, στην Τραπεζούντα το ακούραστο Supra είχε πολλούς προορισμούς να επισκεφθεί. Την αυτοκρατορική εκκλησία της Αγίας Σοφίας, την έπαυλη του Καραγιάννη (νυν βίλα Ατατούρκ), πολλά νεοκλασικά κτίρια εύπορων Ελλήνων αστών της πόλης (της εποχής των αρχών του 20ου αιώνα) και φυσικά το διάσημο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά (48 χιλιόμετρα νότια της πόλης), που βρίσκεται κτισμένο από τον 4ο μ. Χ αιώνα σε μια καταπληκτική ορεινή δασώδη περιοχή. Δυστυχώς, η μονή ήταν κλειστή για συντήρηση των εγκαταστάσεών της κι έτσι έμεινα να θαυμάζω απ’ έξω το μοναστικό συγκρότημα του Πόντου.


Από τις πιο όμορφες και αξέχαστες στιγμές που είχα στην Τραπεζούντα ήταν η συνάντησή μου στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας μ’ ένα γκρουπ Ελλήνων επισκεπτών-προσκυνητών. Με ποντιακή καταγωγή οι περισσότεροι, ήταν εμφανώς συγκινημένοι και ενθουσιασμένοι που μπόρεσαν να έρθουν στην ένδοξη γη των προγόνων τους, εκπληρώνοντας έτσι ένα από τα πιο τολμηρά όνειρά τους. Το ίδιο βράδυ περάσαμε υπέροχα σε ένα παραδοσιακό εστιατόριο της παλαιάς πόλης, ανταλλάσσοντας εμπειρίες και εικόνες από την εμπειρίας μας στην γη του Πόντου.


Μόλις 180 χιλιόμετρα ανατολικά της Τραπεζούντας ορθώνονταν τα σύνορα της Γεωργίας. Πλέον στο κοντέρ του μικρού Honda ήταν καταγεγραμμένα τα πρώτα 1.920 χλμ. του οδοιπορικού. Συνοπτικές συνοριακές διαδικασίας και μετά από μόλις 16 χιλιόμετρα το παπί έφτασε στην πόλη Batumi, που αποτέλεσε και προορισμός των Αργοναυτών (τότε λεγόταν Βαθύς Λιμήν). Τι είχα να κάνω εδώ; Διήμερη ξεκούραση και ξενάγηση στα αξιοθέατα της πόλης, που είναι το μεγαλύτερο παραθαλάσσιο κέντρο της χώρας…

Κωνσταντίνος Μητσάκης

BRC R600V2 – Δίχρονο R6 με 160 άλογα για 140 κιλά!

Δίχρονος V2 κινητήρας που κουμπώνει ως έχει στο πλαίσιο του Yamaha R6
BRC Racing R600V2
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

10/6/2026

Η Καναδική BRC Racing έχει μακρύ παρελθόν με τους δίχρονους κινητήρες, έχοντας ασχοληθεί πολύ με καρτ και off-road μοτοσυκλέτες, ενώ με το R600V2 επιχειρεί ένα άνοιγμα στις μοτοσυκλέτες δρόμου καθώς, όπως δηλώνει στην ιστοσελίδα της, “δεν θέλουμε να αποκλείσουμε τους αναβάτες μοτοσυκλετών δρόμου από το δίχρονο κίνημά μας. Δεν έχει υπάρξει δίχρονη street μηχανή στην αγορά από το 1986 και τις Suzuki RG500 Gamma και Yamaha RZ500”.

Στην κατεύθυνση αυτή λοιπόν, η BRC εξελίσσει έναν δικύλινδρο V δίχρονο κινητήρα 589 cc με περιεχόμενη γωνία κυλίνδρων 105 μοιρών και απόδοση άνω των 150 ίππων για όλες τις Yamaha R6 από το 2006 ως σήμερα. Σύμφωνα με τον σχεδιαστή της μοτοσυκλέτας, Steve Buffel, μάλιστα η απόδοση μπορεί να φτάσει και πάνω από 160 ίππους!

BRC Racing R600V2

Το ενδιαφέρον της καναδικής πρότασης είναι πως το δίχρονο μοτέρ κουμπώνει ως έχει στις βάσεις του τετρακύλινδρου της Yamaha, χωρίς να απαιτείται καμιά τροποποίηση στο πλαίσιο. Εξίσου πρακτικό και ευχάριστο είναι το γεγονός πως ο V2 της BRC συνεργάζεται και με το κιβώτιο ταχυτήτων του R6, μειώνοντας έτσι το κόστος της μετατροπής, ενώ εκμεταλλεύεται ένα εξάρτημα αποδεδειγμένης αξιοπιστίας με πολλά χρόνια στις αγορές του κόσμου, τόσο για χρήση δρόμου όσο και για αγωνιστική.

Ο δικύλινδρος της BRC δηλώνει 45 κιλά ελαφρύτερος από αυτόν της Yamaha, έτσι από τα 185 υγρά κιλά που ανακοινώνει η R6 Race που πωλείται σήμερα από την ιαπωνική εταιρεία καταλήγουμε σε ένα ζύγι της τάξης των 140 κιλών. Αυτό το βάρος σε συνδυασμό με την ισχύ που αποδίδει ονομαστικά ο δίχρονος κινητήρας φτιάχνει ένα εκρηκτικό αποτέλεσμα που βάζει δύσκολα σε οποιαδήποτε supersport της αγοράς.

BRC Racing R600V2

Η τροφοδοσία ανατίθεται σε ένα ζεύγος καρμπυρατέρ Keihin, αν και η BRC λέει πως εξετάζει και ψεκασμό για μια μελλοντική αναβάθμιση. Ο κινητήρας διαθέτει power valve που ελέγχεται από σερβομοτέρ, καθοδηγούμενα από λογισμικό εξελιγμένο στο MotoGP, ενώ εξοπλίζεται και με αντικραδασμικό άξονα για εξομάλυνση της λειτουργίας του.

Προς το παρόν η BRC δεν έχει ορίσει χρονικό ορίζοντα για το R600V2, το οποίο παραμένει ένα σχέδιο υπό εξέλιξη. Μπορείτε πάντα να μείνετε ενήμεροι για την πορεία του μέσω της ιστοσελίδας της καναδικής εταιρείας.

Ετικέτες