Όχι κάτω από 500 κυβικά λέει η Moto Morini

Στόχος τους να είναι άμεσοι ανταγωνιστές των Ιαπώνων
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

1/9/2022

Η πρόσφατη συνέντευξη του γενικού διευθυντή Alberto Monni της Moto Morini στην Ιταλία στο Motociclismo, ήταν αρκετά αποκαλυπτική για τις προθέσεις που έχουν στο άμεσο μέλλον, αλλά και για την γενικότερη φιλοσοφία που θα ακολουθήσουν.

Ο κύριος Monni δήλωσε πως η Moto Morini δεν πρόκειται να παρουσιάσει κάποιο μοντέλο με κυβισμό κάτω από 500cc.

Η απόφαση αυτή σχετίζεται με τον στόχο τους να καθιερωθούν ως άμεσοι ανταγωνιστές των Ιαπωνικών εργοστασίων στις μεσαίες κατηγορίες κυβισμού και να μην μπουν σε έναν απευθείας πόλεμο τιμών με την Benelli ή την Voge στις μικρότερες κατηγορίες. Διατηρώντας την γκάμα των μοντέλων της Moto Morini πάνω από τα 500 κυβικά, αυτομάτως τοποθετούν την εταιρεία μια κατηγορία πάνω από τις υπόλοιπες εταιρείες που κατασκευάζουν τις μοτοσυκλέτες τους στην Κίνα και η γκάμα τους στην Ευρώπη σταματά στα 700 κυβικά.

Αυτή τη στιγμή, οι βασικές αγορές της Moto Morini είναι οι Μεσογειακές χώρες, όπου οι πιο εμπορικές κατηγορίες στις μοτοσυκλέτες είναι τα μεσαίου κυβισμού on-off και naked, όπου η Moto Morini με το X-Cape 649 αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία της.

Η μηνιαία παραγωγή στην Κίνα είναι 600 μοτοσυκλέτες τον μήνα ανά μοντέλο και σύμφωνα με τον κύριο Monni είναι όλες πουλημένες.

Στην ίδια συνέντευξη, ο Alberto Monni δίνει μερικά επιπλέον στοιχεία για το άμεσο μέλλον, προαναγγέλλοντας πως στην EICMA θα ξεκινήσουν να δείχνουν κάποιες “πρωτοποριακές” ιδέες όπως τις χαρακτήρισε, ενώ δεν έκρυψε πως ταυτόχρονα σκέπτονται την δημιουργία μιας νέας πλατφόρμας μοντέλων στα 800 κυβικά.

 

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.