Πωλείται Honda RC30 έκδοση Bol d’Or με 177 χλμ. στο κοντέρ!

Ειδική έκδοση της εμβληματικής ιαπωνικής Superbike, σε κατάσταση “κούτας”
Honda RC30 Bol d'Or
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

5/9/2024

Η Honda VFR750R-K RC30 είναι μια από τις πιο όμορφες και ικανές Superbike της ιστορίας, ενώ σήμερα είναι και από τις πιο περιζήτητες, με τιμές που αφορούν σχεδόν αποκλειστικά συλλέκτες. Στη Βρετανία πωλείται αυτό τον καιρό μια RC30, στην έκδοση Bol d’Or που κυκλοφόρησε στη γαλλική αγορά, με ελάχιστα χιλιόμετρα στο κοντέρ, ενώ δείχνει λες και βγήκε πριν λίγο από τη γραμμή παραγωγής!

H Honda RC30 και το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα WorldSBK έχουν άρρηκτους δεσμούς, καθώς η Superbike της Honda που έκανε ντεμπούτο το 1987 στην ιαπωνική αγορά δημιουργήθηκε για να θριαμβεύσει στο WorldSBK που ξεκίνησε ως θεσμός το 1988. Οι κανονισμοί των WorldSBK που ήθελαν τις μοτοσυκλέτες που συμμετέχουν να παράγονται και για καθημερινή χρήση, σήμαιναν πως η Honda δεν μπορούσε να πάρει μέρος με την καθαρά αγωνιστική RVF750 που κυριαρχούσε στο Endurance -και θα συνέχιζε να κερδίζει εκεί μέχρι και το 1992, πριν την έλευση της RC45-, και έπρεπε να δημιουργήσει μια νέα Superbike παραγωγής -έστω και περιορισμένης. Ο χρησμός των Ιαπώνων βγήκε αληθινός, καθώς στη σέλα μιας αγωνιστικά προετοιμασμένης RC30, ο Fred Merkel κέρδισε δις τον τίτλο, το 88 και το 89, ενώ ο Robert Dunlop κέρδισε με τη μοτοσυκλέτα της Honda τον αγώνα Road Racing, Macau GP to 1989, ενώ ο Steve Hislop επανέλαβε την επίδοση του Dunlop στον ίδιο αγώνα το 1990. Παράλληλα, ο Helmut Dahne “έγραψε” με RC30 τον ταχύτερο γύρο στο Nordschleife το 1993, ενώ η μοτοσυκλέτα είχε αρκετές νίκες στο Isle of Man TT με τους Joey Dunlop, Carl Fogarty, Nick Jefferies, Phillip McCallen, κ.α.

Τέσσερα χρόνια αργότερα βγήκε ο αντικαταστάτης της RC30, η RC45 που όμως δεν κατάφερε να φτάσει τις επιτυχίες, αλλά κυρίως τη δημοτικότητα της προκατόχου της.

Η RC30 παρήχθη σε περιορισμένα νούμερα, που μόλις έφταναν για να καλύψουν τις απαιτήσεις της πιστοποίησης για αγωνιστική χρήση (ομολογκάρισμα), ενώ το 1988, τη χρονιά που η RC30 έφτασε στην Ευρώπη, ο Γάλλος αντιπρόσωπος παρουσίασε παράλληλα και μια σπέσιαλ έκδοση της μοτοσυκλέτας υπό την ονομασία Bol d’Or.  

Honda RC30

Στην καρδιά της RC30 χτυπά ένας υγρόψυκτος V4 90 μοιρών - σε ανοιχτή μορφή στην έκδοση Bol d’Or, χωρίς τους όποιους περιορισμούς υπήρχαν σε συγκεκριμένες αγορές-, με 16 βαλβίδες, 2 εκκεντροφόρους που παίρνουν κίνηση με γρανάζια, μπιέλες τιτανίου, σφυρήλατα πιστόνια, ανάφλεξη Big-Bang και συμπίεση 11 προς 1. Ο συμπλέκτης είναι μονόδρομος, το κιβώτιο 6τάχυτο και η απόδοση φτάνει τους 118 hp / 11.000 rpm και τα 7,6 kgm στις 9.800. Το βάρος της μοτοσυκλέτας είναι 179 στεγνά και 221 γεμάτα κιλά, που τότε ήταν περί τα 5 κιλά λιγότερα από το επίσης ριζοσπαστικό για την εποχή GSX-R750. Η τελική ταχύτητα φτάνει τα 240 χλμ/ώρα, ενώ η πολύ μακριά, αγωνιστική πρώτη σχέση σημαίνει πως με πρώτη στο κιβώτιο ο αναβάτης μπορεί να δει ακόμα και 128 χλμ/ώρα στο κοντέρ.

Honda RC30

Το τηλεσκοπικό πιρούνι των 43 mm της Showa και το πίσω αμορτισέρ της ίδιας εταιρείας είναι πλήρως ρυθμιζόμενα, ενώ στα φρένα βρίσκουμε δυο δίσκους 310 mm με τετραπίστονες δαγκάνες της Nissin και έναν δίσκο 220 mm πίσω με διπίστονη δαγκάνα.

honda-rc30-boldor--00007

Το μονόμπρατσο ψαλίδι Pro-Arm και οι μπροστινές δαγκάνες που μπορούσαν να παραμένουν στη θέση τους σε αλλαγή ελαστικών ήταν ειδικά σχεδιασμένα για τις ανάγκες των αγώνων, ειδικά του Endurance.

Honda RC30

Η έκδοση Bol d’Or κυκλοφόρησε μόνο στη γαλλική αγορά, ενώ όπως φαίνεται, πέρα από τα γραφικά Bol d’Or και τον ανοιχτό κινητήρα, δεν είχε κάποιες άλλες αλλαγές. Οι ισχυρισμοί για μεγαλύτερους προβολείς και για πιθανώς διαφορετικό πλαίσιο δεν επιβεβαιώνονται, όμως όπως και να έχει η μοτοσυκλέτα παραμένει κορυφαίας αξίας.

Honda RC30

Η συγκεκριμένη RC30 έχει μόλις 177 χιλιόμετρα στο κοντέρ, και τον αύξοντα αριθμό #287 της γαλλικής έκδοσης. Θα πουληθεί με το original αγωνιστικό σταντ, το κιτ εργαλείων κάτω από τη σέλα, το owners manual της και το συλλεκτικό δερμάτινο μπρελόκ με την εσωτερική πλάκα που αναφέρει τον αύξοντα αριθμό, και τους αριθμούς πλαισίου και κινητήρα.

honda-rc30-boldor

Η τιμή που ζητούν οι “The Bike Specialists” για την RC30 Bol d’Or βρίσκεται στις 54.999 βρετανικές λίρες, δηλαδή 65.213 ευρώ με την τελευταία ισοτιμία.

Ετικέτες

MV Agusta: Πέντε μήνες χωρίς παραγωγή – Φήμες για εξαγορά από CFMOTO με ορίζοντα MotoGP και το αγκάθι QJMOTOR

Από το ρεκόρ του 2023 ως την μείωση πωλήσεων κατά 54% του 2025 τα σκωτσέζικα ντους επέστρεψαν στη Schiranna
mv-agusta
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

7/9/2026

Τον Νοέμβριο του 2022 έγινε γνωστή η εξαγορά της MV Agusta από τον Όμιλο Pierer, ο οποίος απέκτησε το 50,1% της ιταλικής εταιρείας και ξεκίνησε ένα μεγάλο πρόγραμμα αναδιοργάνωσής της. Στόχος ήταν να αυξηθεί η παραγωγική ικανότητα της MV σε 15.000 μοτοσυκλέτες ετησίως και, μέσω του δικτύου προμηθειών αλλά και πωλήσεων της ΚΤΜ, να ανεβάσει σημαντικά τις ετήσιες πωλήσεις της. Ο πρώτος δημοσίως ανακοινωμένος στόχος ήταν να φτάσει στις 4.000 πωλήσεις τον χρόνο, με ορίζοντα τις 12.000, ως είχε δηλώσει ο τότε νέος πρόεδρος του ΔΣ της MV, Hubert Trunkenpolz - πρόκειται για ιδρυτικό μέλος της ΚΤΜ, καθώς το Τ στο όνομα προέρχεται από το επώνυμό του.

Το 2023 είχε κλείσει πανηγυρικά για την MV Agusta, αναφέροντας τζίρο 133 εκατομμυρίων ευρώ και κέρδη 11 εκατομμυρίων, επίδοσή που δεν είχε ξαναπετύχει ποτέ στην ιστορία της.

Όλα αυτά ανατράπηκαν έναν χρόνο αργότερα, όταν στα τέλη του 2024 η ΚΤΜ βρέθηκε προ του φάσματος της χρεωκοπίας και σύντομα η εξαγορά της MV Agusta αναστράφηκε, καθώς ο Όμιλος Pierer επέστρεψε το ποσοστό μετοχών του στην οικογένεια Sardarov - του Black Ocean Group που κατείχε την εταιρεία από το 2017 – χάνοντας αρκετά λεφτά, αλλά και έχοντας καθαρίσει την MV από χρέη.

Παρόλα αυτά ωστόσο, η αφαίρεση από την εξίσωση των προμηθευτών της ΚΤΜ, αλλά και του δικτύου πωλήσεών της, είχε άμεση επίπτωση στην MV Agusta, οι επιδόσεις της οποίας τόσο σε πωλήσεις όσο και σε τζίρο βαίνουν σταθερά μειούμενες από το 2024 και μετά, ξυπνώντας εκ νέου φημολογίες περί χρεωκοπίας.

Το 2025 σημείωσε μείωση πωλήσεων της τάξης του 54,3% ενώ φέτος η MV Agusta πούλησε ως και τον Ιούλιο μόλις 1.238 μοτοσυκλέτες, κάνοντας τον στόχο των 4.000 να μοιάζει με όνειρο απατηλό.

Στο μεταξύ, με την επιστροφή των μετοχών στην MV Agusta διορίστηκε νέος διευθύνων σύμβουλος ο Luca Martin, με τον Trunkenpolz να παραμένει στο Δ.Σ. αναλαμβάνοντας το δύσκολο έργο εύρεσης νέων οικονομικών συμμάχων για την MV.

Παρέα με στελέχη της ελβετικής Circular Economy AG, επενδυτικής εταιρείας που επίσης κατείχε μικρό μετοχικό ποσοστό στην MV Agusta, o Trunkenpolz πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του 2025 αναζητώντας νέους στρατηγικούς επενδυτές, επικεντρώνοντας τις προσπάθειές του κατά κόρον στην Κίνα με τη συνδρομή της συνεργάτιδας της ΚΤΜ, CFMOTO.

Σύμφωνα με έγκυρες αναφορές του ιταλικού Τύπου, ο Trunkenpolz επιχείρησε να συνδέσει τις βλέψεις για MotoGP των MV Agusta και CFMOTO, προτείνοντας την εξαγορά της πρώτης από τη δεύτερη και κοινή είσοδο στο κορυφαίο πρωτάθλημα Ταχύτητας του κόσμου. Πέρυσι μάλιστα η CFMOTO φερόταν ως έτοιμη να αποκτήσει το 49% της MV Agusta, με πρόβλεψη για απόκτηση μεγαλύτερου μεριδίου στη συνέχεια και οι δύο πλευρές είχαν υπογράψει σχετικό μνημόνιο συνεργασίας.

Η νέα ανατροπή ήρθε μετά την EICMA 2025, όταν o Timur Sardarov διέκοψε τη συνεργασία με τη Circular Economy, σχέση που πλέον έχει οδηγηθεί στα δικαστήρια, ενώ οι Κινέζοι αποσύρθηκαν από τη σχεδιαζόμενη εξαγορά με πληροφορίες να αναφέρουν πως οι οικονομικές απαιτήσεις των Ιταλών κρίθηκαν ως υπερβολικές.

Αυτό μάλλον ρίχνει τίτλους τέλους και στο σενάριο κοινής καθόδου στο MotoGP των CFMOTO και MV Agusta, παρότι είναι δεδομένο πως και οι δύο εταιρείες ονειρεύονται και σχεδιάζουν την παρουσία τους στο παγκόσμιο πρωτάθλημα.

Ένα πρόβλημα είναι η πρόθεση των Κινέζων να επενδύσουν σε δική τους μοτοσυκλέτα για το MotoGP και όχι να τρέξουν με ιταλική βάση, αλλά προέκυψε ένα ακόμη αγκάθι που πιθανότατα έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο τέλος των συζητήσεων περί Grand Prix. Η MV Agusta έχει εδώ και μερικά χρόνια μια συμφωνία συνεργασίας με την QJMOTOR, βάσει της οποίας οι Κινέζοι έχουν αδειοδοτηθεί να χρησιμοποιήσουν κινητήρες των Ιταλών σε μοτοσυκλέτες τους, προσφέροντας παράλληλα πρόσβαση στο εμπορικό δίκτυο της QJ ως γερό πάτημα στην αχανή αγορά της Κίνας.

Ο εσωτερικός ανταγωνισμός των CFMOTO και QJMOTOR στην Κίνα ήταν αυτός που έχρισε ως αδύνατη την αγωνιστική συνεργασία της πρώτης με την MV Agusta και πιθανότατα έπαιξε μικρό ή μεγάλο ρόλο και στην απόρριψη του σχεδίου εξαγοράς της ιταλικής εταιρείας.

Αυτή τη στιγμή, ωστόσο, η MV Agusta αντιμετωπίζει ακόμη σοβαρά προβλήματα με την εφοδιαστική της αλυσίδα, καθώς πολλοί έμποροι στην Ευρώπη δηλώνουν πως δεν έχουν δει ούτε μια καινούργια μοτοσυκλέτα το 2026, ενώ αναφέρουν και μεγάλες ελλείψεις σε ανταλλακτικά. Το γεγονός επιβεβαίωσε ο Γερμανός εισαγωγέας της MV δηλώνοντας πως, “άκουσα ανεπίσημα πως η παραγωγή σχεδιάζεται να επανεκκινήσει τον Οκτώβριο, στο μεταξύ δεν έχω ούτε μια καινούργια μοτοσυκλέτα, ούτε καν Brutale 1000, παρά μόνο demo μοντέλα και μεταχειρισμένα. Επίσης δεν έχω παραλάβει ανταλλακτικά εδώ και δύο μήνες…”

Θεωρεί όμως πως δεν υπάρχει κίνδυνος να κλείσει η MV Agusta και πως είναι απλά θέμα χρόνου να βρεθεί η οικονομική υποστήριξη που θα την επαναφέρει σε τροχιά κερδοφορίας, όπως το 2023 και 2024.

Η πραγματικότητα στη Schiranna περιγράφει μια δυσάρεστη εικόνα, με την παραγωγή να έχει πρακτικά σταματήσει από τον Απρίλιο και κυκλοφορούν πληροφορίες για ανεξόφλητες οφειλές σε προμηθευτές. Μια παρτίδα μοτοσυκλετών που είχαν σταλεί στην Αυστρία θα αποδεσμευτεί για πώληση σε Αυστρία, Γερμανία και Ελβετία – χώρες που έχουν κοινό αντιπρόσωπο τη γερμανική MV Agusta Operations GmbH με έδρα στην Κολωνία – αλλά για τον υπόλοιπο κόσμο δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο από το προϋπάρχον στοκ, όπου και όσο υπάρχει, καθώς το εργοστάσιο δεν έχει τίποτε να τους δώσει σε αυτή τη φάση.

O Trunkenpolz διαφώνησε με τον Sardarov μετά τη διακοπή συνεργασίας με τη Circular Economy και παραιτήθηκε από τη θέση του στο διοικητικό συμβούλιο της MV Agusta στις 20 Ιουλίου 2026, την ώρα που η γραμμή παραγωγής παραμένει σβηστή επί πέντε μήνες και οι εργαζόμενοι στη Schiranna κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου φοβούμενοι απώλεια των 185 θέσεων εργασίας.

Αμέσως μετά την περσινή EICMA και την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων με τη CFMOTO, η MV Agusta ανέθεσε την εύρεση χρηματοδοτών στον Γερμανό Markus Hüter, ιδιοκτήτη της Restart AG που ειδικεύεται στην αναδιοργάνωση εταιρειών που φλερτάρουν με τη χρεωκοπία, ωστόσο ούτε η δική του συνδρομή έχει φέρει αποτέλεσμα ως σήμερα.

Η διοίκηση από την πλευρά της καθησυχάζει πως δεν υπάρχει περίπτωση χρεωκοπίας και πως το μέλλον της MV Agusta είναι εξασφαλισμένο, αλλά τα τρέχοντα δεδομένα δείχνουν αισθητά πιο δυσοίωνα. Σύμφωνα με αναφορές του ιταλικού Τύπου, η MV φέρεται να έχει δημιουργήσει ξανά χρέος δεκάδων εκατομμυρίων, ενώ υπάρχουν δημοσιεύματα πως έχει ήδη καταθέσει αίτημα υπαγωγής σε καθεστώς διαχείρισης, κάτι που, αν αληθεύει, επιβεβαιώνει τους φόβους των εργαζόμενων της.

Το μόνο σίγουρο είναι πως οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι για την επιβίωση και το μέλλον της MV Agusta.