Red Bull X-Fighters Ρώμη

Από το

Μαύρο Σκύλο

28/6/2011

Αυτοκράτορας Nate Adams

Φωτό, video: Red Bull

Με την δεύτερη συνεχόμενη νίκη του Αμερικανού Nate Adams ολοκληρώθηκε ο τρίτος φετινός γύρος του Red Bull X-Fighters Tour, στο κατάμεστο Stadio Olimpico της Ρώμης. 45.000 θεατές βρέθηκαν την προηγούμενη Παρασκευή στο Stadio Olimpico της Ρώμης για να παρακολουθήσουν τους κορυφαίους στον κόσμο αθλητής του Freestyle Motocross να αγωνίζονται στον τρίτο φετινό γύρο του Red Bull X-Fighters.

Για τις ανάγκες του αγώνα, μέσα στο στάδιο, είχαν στηθεί έντεκα ολόκληρα γιγαντιαία άλματα και οχτώ ράμπες προσγείωσης, στην μεγαλύτερη πίστα FMX που έχει ποτέ φτιαχτεί στην Ιταλία. Όπως ήταν λογικό, το θέαμα ανέβηκε στα ύψη, με τους αθλητές να πηδούν με άνεση τις ράμπες των τριάντα μέτρων. Το πλέον εντυπωσιακό, όμως, ήταν η σειρά των τριών αλμάτων κατά μήκους της διαδρομής, στην οποία, σαν ιπτάμενοι χορευτές οι αθλητές μαζί με τις μοτοσυκλέτες τους συνδύαζαν νέα κόλπα στα δεκαπέντε μέτρα ύψος από το έδαφος.

Για πρώτη φορά σε επίσημη διοργάνωση ο Αυστραλός Robbie Maddison δοκίμασε το διάσημο “vault”, ένα trick κατά το οποίο ο αναβάτης εκτελεί μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον εαυτό του κατά την διάρκεια της πτήσης, χωρίς όμως το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Στον μεγάλο τελικό της βραδιάς βρέθηκαν οι Nate Adams και Andre Villa, με τους πέντε κριτές να δίνουν τελικά τη νίκη στον Αμερικανό Adams, που στις δηλώσεις του έκανε λόγο για την “πιο δύσκολη νίκη στην καριέρα” του.
Με το προβάδισμά του στον πίνακα της βαθμολογίας να αγγίζει πλέον τους σαράντα βαθμούς, ο Αμερικανός έχει βάλει πλώρη για τον τίτλο από την φετινή διοργάνωση, της οποίας επόμενος σταθμός θα είναι η Μαδρίτη, με τον αγώνα να γίνεται το βράδυ της 15ης Ιουλίου 2011.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
1. N. Adams (ΗΠΑ)
2. A. Villa (Νορβηγία)
3. J. Sheehan (Αυστραλία)
4. B. Williams (Αυστραλία)
5. D. Torres (Ισπανία)
6. E. Sato (Ιαπωνία)
7. A. Jones (ΗΠΑ)
8. R. Maddison (Αυστραλία)
9. J. Villegas (Χιλή)
10. M. Melero (Ισπανία)
11. M. Bianconchini (Ιταλία)
12. C. Moore (Αυστραλία)

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ (3 στους 6 γύρους)

1. N. Adams   265 βαθμούς
2. A. Villa       225 βαθμούς
3. D. Torres   145 βαθμούς
4. R. Maddison         135 βαθμούς
4. B. Williams  135 βαθμούς

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.