Royal Enfield - Έρχεται νέο ιστορικό ρεκόρ παραγωγής για τους Ινδούς

Η κατακόρυφη άνοδος μέσα σε μια 10ετία - Η ιστορία της εταιρείας από το σήμερα στο χθες
Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

26/7/2024

Από "εσωστρεφή" εταιρεία με ιστορικό όνομα, σε παγκόσμιο κατασκευαστή με κυριαρχικές βλέψεις, η υπεραιωνόβια Royal Enfield συνεχίζει να γράφει τη δική της ξεχωριστή ιστορία ατενίζοντας ένα όλο και πιο ευοίωνο μέλλον.

Σε ένα ακόμη ορόσημο παραγωγής, ασύλληπτο πριν από μία περίπου δεκαετία για τα δεδομένα της, αναμένεται να φτάσει φέτος η Royal Enfield, ο παλαιότερος κατασκευαστής μοτοσυκλετών στον κόσμο με αδιάκοπη παραγωγή -συμπεριλαμβανομένης και της βρετανικής κληρονομιάς του- από την ίδρυσή, πριν από 123 χρόνια, έως και σήμερα.

Εκμεταλλευόμενη πλήρως και με σεμιναριακό τρόπο τις τάσεις που επικρατούν παγκοσμίως στους δύο τροχούς και υπό τη σκέπη του κολοσσού Eicher Group, η Royal Enfield έχει βγει για τα καλά από το καβούκι της και το 2024 θα είναι λογικά η χρονιά που θα φτάσει -και ίσως ξεπεράσει- σε παραγωγή το ένα εκατομμύριο μοτοσυκλέτες!

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Ένα ορόσημο που είναι εντός των δυνατοτήτων της εταιρείας αφού και το 2023 έκλεισε επίσης με ιστορικό ρεκόρ για τους Ινδούς, με 920.000 πωλήσεις μοτοσυκλετών και άνοδο της τάξης του 16% έναντι της προηγούμενης χρονιάς.

Αυτός ο όγκος παραγωγής φέρνει τη Royal Enfield ανάμεσα στους μεγαλύτερους κατασκευαστές μοτοσυκλετών στον κόσμο ακόμη και εντός δεκάδας, αν βγουν από την εξίσωση τα παπιά και τα scooter, αλλά και οι μοτοσυκλέτες έως 250 κ.εκ. 

Οι παραπάνω είναι κυβισμοί και κατηγορίες που η ινδική εταιρεία δεν είχε ποτέ παρουσία και ούτε σκοπεύει να αποκτήσει, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, και αυτό κάνει το επίτευγμα της ακόμη πιο εντυπωσιακό. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι στην εγχώρια αγορά της Ινδίας τα μοντέλα με τις υψηλότερες πωλήσεις είναι μεταξύ 100 και 160 κ.εκ., και οτιδήποτε πάνω από 250 κ.εκ. θεωρείται premium.

Στην ινδική αγορά, η Royal Enfield έχει πάνω από το 90% της πίτας στα 250-750 κ.εκ. και σε αυτούς τους κυβισμούς θα παραμείνει και στο μέλλον τόσο στην Ινδία όσο και στον υπόλοιπο κόσμο όπου δραστηριοποιείται ήδη σε περισσότερες από 40 χώρες, έχει παρουσία και στη Λατινική Αμερική, ενώ είναι ο μοναδικός Ινδός κατασκευαστής μοτοσυκλετών που δραστηριοποιείται και στη Β. Αμερική.

Για να πετύχει βέβαια αυτά τα νούμερα η Royal Enfield πραγματοποίησε "κοσμογονικές" για την ίδια αλλαγές στη στρατηγική της αλλά και στον τρόπο που κατασκευάζει μοτοσυκλέτες τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, χωρίς όμως να χάσει την ταυτότητά της. Αντίθετα την ενίσχυσε και την ανέδειξε αποκτώντας στην πορεία εκατοντάδες χιλιάδες φίλους σε όλο τον κόσμο. 

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Από τα μόλις δύο μοντέλα οι Ινδοί έχουν πλέον μια ευρεία γκάμα που απαρτίζεται από 8 μοτοσυκλέτες, οι οποίες θα φτάσουν στο άμεσο μέλλον στις 14 με απώτερο μάλιστα στόχο τις 20 συνολικά.

Μοτοσυκλέτα που ανέδειξε την εικόνα της εταιρείας και πρωτοστατεί στις πωλήσεις της είναι το adventure Himalayan, το οποίο παρουσιάστηκε το 2015 και βρίσκεται πλέον στη δεύτερη γενιά του. Mια γενιά που φέρνει μαζί της και το νέο Sherpa μοτέρ των Ινδών, το πρώτο υγρόψυκτο στην ιστορία τους, όπως και την πρώτη TFT οθόνη με δυνατότητα συνδεσιμότητας.

Οι Bullet και Classic είναι ο "στυλοβάτης" της Royal Enfield εκείνες που την κράτησαν ζωντανή για όσο διάστημα χρειάστηκε και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητάς της όπως και το εν σειρά δικύλινδρο Interceptor. Από την άλλη, τα επίσης δικύλινδρα 650 Shotgun και Super Meteor σκιαγραφούν την άποψη των Ινδών στα cruiser με το μονοκύλινδρο Meteor να αποτελεί την πιο προσιτή επιλογή και το HNTR να τραβά εντελώς διαφορετική πορεία και να συνδυάζει περισσότερα μοντέρνα στοιχεία -γραφικά και διχρωμίες ρεζερβουάρ- στη διαχρονική σχεδίασή του.

Άνθρωποι κλειδιά στην άνοδο της Royal Enfield είναι ο τωρινός διευθύνων σύμβουλός της εταιρείας Balakrishnan Govindarajan, ο Siddhartha Lal (CEO της εταιρείας την περίοδο 2000-2004) και ο πατέρας του, Vikram Lal, ο Ινδός δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας ο οποίος το 1994 εξαγόρασε τη Royal Enfield μέσω ομίλου της Eicher Motors, του ομίλου που ίδρυσε ο ίδιος και προήρθε από την οικογενειακή επιχείρηση του πατέρα του, την Eicher India.

O Govindarajan εντάχθηκε στο δυναμικό της Royal Enfield το 1994, όταν η παραγωγή δεν ξεπερνούσε τις 25.000 μοτοσυκλέτες τον χρόνο -ένα νούμερο που δεν θα άλλαζε σημαντικά για τουλάχιστον μία ακόμη 10ετία- στο μοναδικό τότε εργοστάσιο της εταιρείας στο Tiruvottiyur. 

Ο Govindarajan βρήκε τους κατάλληλους συμπαραστάτες στα πρόσωπα των δύο Lal που ήθελαν να επενδύσουν και να αναπτύξουν την εταιρεία, και από τα μέσα της 10ετίας του 2000 στόχευσε στην αύξηση της παραγωγής ώστε να δημιουργηθούν οι απαραίτητες οικονομίες κλίμακας και να περάσει η Royal Enfield στο επόμενο επίπεδο. 

Εκτός από τις μεγάλες επενδύσεις με τις ευλογίες των Lal, που επικεντρώθηκαν πρώτα στη Royal και έπειτα στα τρακτέρ του ομίλου, η σημαντικότερη ίσως συνεισφορά του Govindarajan ήταν στη βελτίωση της ποιότητας κατασκευής με τον παράλληλο εκσυγχρονισμό του εργοστασίου και των μεθόδων παραγωγής της εταιρείας, όπως και η προσοχή στον νευραλγικό ποιοτικό έλεγχο των εξαρτημάτων και των μοτοσυκλετών στο σύνολό τους.

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Με πτυχίο μηχανικού μηχανολόγου, ο νεαρός τότε Siddhartha Lal, ως CEO συνέβαλε και αυτός με τη σειρά του στη βελτίωση των μοτοσυκλετών της RE, κάνοντας στη σέλα τους πολλά χιλιόμετρα, ενώ είχε συμβολή στην ανάπτυξη και μιας πιο ομαδικής εταιρικής κουλτούρας. "Butts on Seats" (Πισινοί στις σέλες), είναι άλλωστε μια φράση που χρησιμοποιείται συχνά εσωτερικά από τους Ινδούς, μια αρχή που δείχνει τη γενικότερη φιλοσοφία τους και στην προσέγγισή νέων αναβατών. Στη Royal Enfield θέλουν οι μοτοσυκλέτες τους να οδηγούνται γιατί είναι σίγουροι ότι οι αναβάτες θα καταλήξουν έπειτα να τις αγοράσουν, με test rides να είναι διαθέσιμα σε όλες τις αγορές όπως και στην Ελλάδα.

Οι μεγάλες αλλαγές και επενδύσεις οδήγησαν στον διπλασιαμό της παραγωγής μέχρι το 2010, ενώ μια πενταετία αργότερα είχε ξεπεράσει το μισό εκατομμύριο. Η κατακόρυφη αύξηση της παραγωγής οφείλεται στα δύο νέα εργοστάσια της εταιρείας σε Oragadam (2013) και Vallam (2017) με ένα ακόμη να ολοκληρώνεται φέτος-βάσει όσων έχουν ανακοινωθεί- στο Cheyyar, που θα ανεβάσει την παραγωγή ένα ακόμη επίπεδο.

Τα μέγιστα στην προσπάθεια των Ινδών να επεκταθούν παγκοσμίως έχουν συνεισφέρει και τα δύο τεχνολογικά κέντρα που διαθέτουν πλέον, ένα στην Ινδία και ένα στο Leicestershire της Αγγλίας όπως και η εξαγορά της βρετανικής Harris Performance Products το 2015. Η Harris φημήζεται για τα πλαίσια που σχεδιάζει και κατασκευάζει από το 1972 αλλά και για την αγωνιστική της εμπλοκή που είχε φτάσει τη 10ετία του '90 έως και την κορυφαία κλάση των 500 κ.εκ. του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος MotoGP.

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Όλα τα εργοστάσια βρίσκονται στην πόλη Chennai (πρώην Madras), στην έδρα της Royal Enfield, εκεί όπου το 1955 στο Tiruvottiyur ξεκίνησε το δεύτερο κεφάλαιο στην ιστορία της εταιρείας. Τρία χρόνια νωρίτερα η τοπική Madras Motors είχε αναλάβει να εφοδιάσει τον ινδικό στρατό με Bullet 350 και 500 κυβικών με τις μοτοσυκλέτες να καταφθάνουν στην Ινδία το 1953. 

Σκληροτράχηλες και εύκολες στη συντήρησή τους οι μοτοσυκλέτες κέρδισαν τους Ινδούς, και το 1955 η Madras Motors και η Royal Enfield προχώρησαν στη σύσταση της Enfield India με αρχικό στόχο να συναρμολογούνται στο Tiruvottiyur οι μοτοσυκλέτες της. Από το 1962 οι μοτοσυκλέτες κατασκευάζονταν πλέον εξολοκλήρου στην Ινδία.

Η βρετανική κληρονομιά
Το πρώτο κεφάλαιο της Royal Enfield είναι φυσικά βρετανικό με την αρχή να γίνεται το 1891 από τους Bob Walker Smith και Albert Eadie στο Redditch της Αγγλίας και την εξαγορά της George Townsend & Co. που κατασκεύαζε τότε βελόνες και είχε μόλις ξεκινήσει να κατασκευάζει και ποδήλατα.

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Δύο χρόνια μετά, η εταιρεία έφτασε σε συμφωνία με την κρατική εταιρεία κατασκευής τουφεκιών Royal Small Arms Factory of Enfield -γνωστή και ως σκέτο Enfield- για την προμήθεια εξαρτημάτων. Αυτή η επιτυχία της την οδήγησε στη μετονομασία της σε Enfield Manufacturing Company Ltd., ενώ Enfield ονομάστηκε και το πρώτο ποδήλατό της. 

Το 1894 τα ποδήλατα ξεκίνησαν να ονομάζονται Royal Enfield έπειτα και από την άδεια που πήρε η εταιρεία από το Βρετανικό Στέμμα, ενώ τότε ξεκίνησε και το σήμα κατατεθέν σλόγκαν "Made Like A Gun" (Φτιαγμένο Σαν Όπλο).

Πέντε χρόνια μετά, το 1898, η εταιρεία κατασκεύασε το πρώτο της τετράκυκλο χρησιμοποιώντας δύο πλαίσια από τα ποδήλατά της και ένα μοτέρ De Dion, ενώ η εταιρεία άλλαξε ξανά το όνομά της σε The Enfield Cycle Co. Ltd., το οποίο και κράτησε για τις επόμενες επτά 10ετίες.

Η πρώτη Royal Enfield μοτοσυκλέτα παρουσιάστηκε το 1901 και είχε σχεδιαστεί από τον Smith και τον Γάλλο Jules Gobiet. Το μοτέρ του 1,5 ίππου βρισκόταν μπροστά από τον λαιμό του σκελετού και η δύναμη έφτανε στον πίσω τροχό μέσω ενός τεράστιου σε μήκος δερμάτινου ιμάντα.

Το 1909 ακολούθησε η πρώτη V2 μοτοσυκλέτα της εταιρείας με κινητήρα Motosacoche 297 κ.εκ., ενώ το 1914 η μεγαλύτερη V2 μοτοσυκλέτα που κατασκεύαζε έφερε μοτέρ έξι ίππων και 770 κ.εκ. Αυτή ήταν και η μοτοσυκλέτα που "είδε δράση" στον 1ο ΠΠ, με τη Royal Enfield να προμηθεύει τον βρετανικό, τον βέλγικο, τον γαλλικό, τον αμερικάνικο αλλά και τον ρώσικο στρατό.

Μετά τον πόλεμο η εταιρεία συνεχίζει να μεγαλώνει και να εξελίσσει μοτοσυκλέτες φτάνοντας το 1930 να έχει συνολικά 11 μοντέλα, από τα 225 έως και τα 976 κ.εκ. Ο σταθμός στην ιστορία της έρχεται δύο χρόνια αργότερα όταν το 1932 παρουσιάστηκε η πρώτη Bullet στην ιστορία στο Λονδίνο, σε τρεις διαφορετικούς κυβισμούς: 250, 350 και 500 κ.εκ. Αυτό είναι και το μακροβιότερο όνομα μοτοσυκλέτας την ιστορία των δύο τροχών αφού εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι και σήμερα με την ίδια την μοτοσυκλέτα να έχει αλλάξει πολλές φορές από τότε.

Royal Enfield - Πάνε για νέο ρεκόρ παραγωγής οι Ινδοί - Η ιστορία της εταιρείας

Ακολουθεί η εμπλοκή της στον 2ο ΠΠ με την προμήθεια μοτοσυκλετών, γεννητριών, ποδηλάτων αλλά και εξαρτημάτων για αντιαεροπορικά όπλα. Πιο διάσημη μοτοσυκλέτα της αυτή την περίοδο ήταν ο δίχρονος "Ιπτάμενος Ψύλλος" (Flying Flea) των 126 κ.εκ. που χρησιμοποιήθηκε από τον στρατό για να πέφτει με αλεξίπτωτο από αεροπλάνο.

Η βρετανική Royal Enfield συνέχισε να κατασκευάζει μοτοσυκλέτες μετά τον πόλεμο κάνοντας το πέρασμα και στην Ινδία, παρουσιάζοντας το 1960 το Interceptor που έμεινε στην παραγωγή έως το 1970. Ωστόσο η άνοδος των ιαπωνικών εργοστασίων εκείνη την περίοδο αλλά και η δυσκολία των Βρετανών να καλύψουν τη ζήτηση για τις μοτοσυκλέτες τους στην Ευρώπη αλλά και στην άλλη μεριά του Ατλαντικού οδήγησαν στο κλείσιμο της εταιρείας με το οριστικό λουκέτο να μπαίνει το 1970. Επτά χρόνια μετά η πρώτη ινδική Royal Enfield "αποβιβάστηκε" στη Μ.Βρετανία...

Ετικέτες

KOVE Λευκορωσία / Ουκρανία – Κωνσταντίνος Μητσάκης και 800X Pro επιστρέφουν μετά από 7.500 απροβλημάτιστα χιλιόμετρα

Ο Κωνσταντίνος Μητσάκης με μια Kove 800X Pro της Γκοργκόλης ΑΕ ταξίδεψε ως την πολύπαθη Ουκρανία, διασχίζοντας 10 ευρωπαϊκές χώρες: Σκόπια, Σερβία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Πολωνία, Λευκορωσία, Λιθουανία, Ουκρανία, Ρουμανία και Βουλγαρία.
kove 800x pro
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

2/6/2026

Το ταξίδι αυτό μέτρησε περίπου 7.500 χιλιόμετρα χωρίς να υπολογίζουμε σε αυτά όσα μεσολαβούν από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα ως την Αθήνα, τελικό προορισμό του οδοιπορικού.

Η KOVE 800X PRO συνεχίζει απροβλημάτιστα τη διαδρομή της προς την Αθήνα, ολοκληρώνοντας ένα ιδιαίτερα απαιτητικό ταξίδι μεγάλων αποστάσεων, ή για την ακρίβεια ένα ακόμη μετά το KOVE SILK ROAD του Κωνσταντίνου Μητσάκη και το δικό μας MEGA TEST.

Kove 800X Pro

Για τον Μητσάκη το τελευταίο σκέλος της επιστροφής περιλάμβανε τη διάσχιση της Ρουμανίας, σε διαδρομές που είχε ξανακάνει και στο παρελθόν, όπως μας περιγράφει ο ίδιος:

Το πρώτο δειλό φως της ημέρας με βρήκε στο τιμόνι της KOVE 800X PRO να ταξιδεύω στους δρόμους της βορειοανατολικής Ρουμανίας. Πίσω μου άφηνα τη νύχτα και χιλιόμετρα πιο πίσω τη θαλπωρή της πόλης Suceava, όπου και διανυκτέρευσα μετά το πέρασμα των ουκρανικών συνόρων. Το οδοιπορικό KOVE ΛΕΥΚΟΡΩΣΙΑ / ΟΥΚΡΑΝΙΑ 2026 διαδραματιζόταν πλέον στην 9η κατά σειρά χώρα, η οποία μού αποκαλυπτόταν σταδιακά μέσα από την πρωινή καταχνιά.

Δείτε εδώ το ταξίδι του Κωνσταντίνου Μητσάκη προς Λευκορωσία-Ουκρανία με KOVE 800X PRO

“Με κατεύθυνση την πρωτεύουσα Βουκουρέστι (460 χλμ. νότια), ένα στενό ασφάλτινο χαλί είχε επωμιστεί την πορεία μου μέσα σ’ ένα χαμηλό ανάγλυφο με απέραντες καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Χιλιόμετρα δεντροστοιχιών οριοθετούσαν την πορεία του οδικού άξονα, ενώ η γαλήνη του επίπεδου τοπίου, η σαφήνεια των χρωμάτων της φύσης και η αγροτική καθημερινότητα των ντόπιων με καλωσόριζαν σ’ έναν τόπο ‘ακατέργαστο’, όπου κάθε γωνιά, χωριό ή κωμόπολη μού πρόσφεραν μια συναρπαστική αίσθηση ανακάλυψης.

“Σύντομη ήταν η παρουσία μου στο ηλιόλουστο Βουκουρέστι. Παλιά μου γνώριμη από προηγούμενες εξορμήσεις στα Βαλκάνια, η ρουμανική πρωτεύουσα μού διηγήθηκε ένα μικρό μόλις κομμάτι από την πολυτάραχη ιστορική της διαδρομή, με ‘αφηγητές’ την Αψίδα του Θριάμβου, τη νεοκλασική αίθουσα συναυλιών Romanian Athenaeum, το –σοβιετικής αρχιτεκτονικής– Σπίτι Ελευθερίας του Τύπου και τα πλακόστρωτα σοκάκια της παλιάς πόλης.”

Kove 800X Pro

Απέμενε μια χώρα ανάμεσα στον ταξιδευτή με την Kove 800X Pro και τα σύνορα της Ελλάδα, η Βουλγαρία που από φέτος έχει αφήσει στο παρελθόν τα Λεβ καθώς εντάχθηκε στη ζώνη του Ευρώ, παρόλα αυτά διατηρεί ακόμη αρκετά φτηνότερη βενζίνη απ’ ότι η Ελλάδα, όπως διαπίστωσε ιδίοις όμασι ο ταξιδευτής:

Και μετά, Βουλγαρία! Μόλις 65 χλμ. νότια του Βουκουρεστίου, οδηγώντας πάνω στην επιβλητική μεταλλική γέφυρα του Δούναβη, αναβάτης και μοτοσυκλέτα εισβάλλαμε ειρηνικά στην τελευταία χώρα του KOVE ΛΕΥΚΟΡΩΣΙΑ / ΟΥΚΡΑΝΙΑ 2026. Το κοντέρ της απροβλημάτιστης KOVE 800X PRO είχε αγγίξει –από την αρχή του ταξιδιού– τα 7.000 χλμ., αριθμός που μέσα στις επόμενες δυο μέρες θα αυξανόταν κατά 480 ακόμα (βουλγαρικά) χιλιόμετρα. 

“Ξεκάθαρα διεκπεραιωτική διαδικασία ήταν η οδική αποστολή μου εντός της βουλγαρικής επικράτειας. Με την KOVE 800X PRO να κυλά τους τροχούς της στη διαδρομή Ruse–Sofia–Kulata, δεν υπήρχε πλέον ο χρόνος (αλλά ούτε και η διάθεση) να αναλωθώ σε επιπρόσθετες ταξιδιωτικές αναζητήσεις ή περιηγήσεις. Παρακάμπτοντας περιφερειακά την πρωτεύουσα Σόφια, η πόλη Sandanski (γενέτειρα του θρυλικού Σπάρτακου της αρχαιότητας) επιλέχθηκε για τη μοναδική διανυκτέρευσή μου στη Βουλγαρία – εκεί πραγματοποίησα και τον τελευταίο ανεφοδιασμό με φτηνά καύσιμα (1,50 Euro/lt).”

Kove 800X Pro

Πατώντας πλέον σε ελληνικό έδαφος, το τελευταίο κομμάτι της επιστροφής ήταν μια διαδικαστική απόσταση, μια ευκαιρία να θυμηθεί πόσο ευχάριστα και απροβλημάτιστα τον έχει ταξιδέψει αυτή η Kove 800X Pro, αλλά και μια αφορμή να αναλογιστεί τους κινδύνους που εγκυμονούσε ένα ταξίδι σε εμπόλεμη ζώνη.

Προμαχώνας–Θεσσαλονίκη–Αθήνα. Το ταξίδι είχε μπει στην τελική ευθεία και οι τίτλοι τέλους δεν θα αργούσαν να πέσουν. Την τελευταία μέρα μου on the road, καθισμένος σ’ ένα υπαίθριο καφέ της διαδρομής, απολάμβανα με χαλαρή διάθεση μια παγωμένη μπύρα ατενίζοντας την αειθαλή KOVE 800X PRO. Η ταξιδιωτική περιπέτεια KOVE ΛΕΥΚΟΡΩΣΙΑ / ΟΥΚΡΑΝΙΑ 2026 είχε σχεδόν ολοκληρωθεί και η επιστροφή στη βάση μου ήταν πλέον θέμα ωρών. Κορεσμένος από το πλήθος των πρωτόγνωρων εικόνων και εμπειριών του KOVE ΛΕΥΚΟΡΩΣΙΑ / ΟΥΚΡΑΝΙΑ 2026, προσπαθούσα να προσδώσω έναν χαρακτηρισμό στην απόφασή μου να ταξιδέψω με μια μοτοσυκλέτα στην εμπόλεμη ζώνη της Ουκρανίας. Τόλμη, θράσος, αποφασιστικότητα ή μήπως ηλιθιότητα; Τι ήταν εκείνο που μ’ έσπρωξε ν’ αψηφήσω τη φωνή της λογικής και να επιχειρήσω ένα τόσο ριψοκίνδυνο εγχείρημα; Η πρόκληση του άγνωστου ή μήπως η γοητεία του κινδύνου;

“Τελικά, όσο κι αν κοίταξα μέσα μου βαθιά, πειστική απάντηση δεν κατάφερα να δώσω. Παρά τα εξήντα καλοκαίρια που μετρώ, στη ζωή μου υπάρχει ακόμα αρκετός χώρος για περιπέτεια. Με πυξίδα το πάθος της εξερεύνησης και την λαχτάρα της ανακάλυψης, οι διαδρομές της δίτροχης ζωής μου συνεχίζονται με μόνιμη συντροφιά τις υπαρξιακές ανησυχίες μου, τα επιτακτικά κελεύσματα της ψυχής, την ‘περιφρόνηση’ του κινδύνου και την μοναξιά της πίσω σέλας. Πάμε γι’ άλλα…”