Σχέδια της BMW για την μέγιστη παθητική ασφάλεια

Πολλά στάδια μετά το C1
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

19/2/2021

Η BMW έχει εμπράκτως δείξει στο παρελθόν με το σκούτερ C1 πως υποστηρίζει την αναζήτηση για ένα δίκυκλο όχημα με αυξημένη παθητική ασφάλεια. Το C1 παρουσιάστηκε πριν 20 χρόνια και ήταν μία εξαιρετικά ακριβή μελέτη της BMW που τελειοποιήθηκε μετά από πολλά crash test και στηρίχθηκε επικοινωνιακά εκείνη την εποχή ως το σκούτερ που οδηγείς χωρίς να φοράς κράνος και δευτερεύων όφελος πως είσαι καλύτερα προστατευμένος από τον καιρό.

Σε κάθε περίπτωση ένα βασικό θέμα στο σχεδιασμό που σύμφωνα με τον εμπορικό κόσμο δεν βοήθησε στην εδραίωσή του στην αγορά, ήταν πως πρακτικά δεν είχε θέση συνεπιβάτη. Μπορούσες να βάλεις δεύτερο άτομο, αλλά με θυσίες και για τους δύο. Το νέο σχέδιο που κατέθεσε εδώ και καιρό η BMW, αλλά ήρθε τώρα στο φως μέσα από την WIPO, τον οργανισμό που προστατεύει τα πνευματικά δικαιώματα, μας δείχνει πως οι Γερμανοί πηγαίνουν τα πράγματα ένα βήμα παρακάτω και ακυρώνουν οριστικά τον συνεπιβάτη.

Στο νέο σχέδιο ο αναβάτης πηγαίνει τελείως πίσω, ελάχιστα μπροστά από τον άξονα του πίσω τροχού, που μάλλον έχει και κινητήρα hub καθώς το σχέδιο μαρτυρά ηλεκτρικό όχημα. Απομακρυσμένος από τον εμπρός τροχό, ο αναβάτης θα έχει αναγκαστικά και ένα τιμόνι που δεν είναι απευθείας συνδεδεμένο με το εμπρός τροχό. Έτσι ώστε επιπρόσθετα να έχει λιγότερες πιθανότητες τραυματισμού από το τιμόνι σε περίπτωση σύγκρουσης.

Το βασικό στοιχείο είναι το μεταλλικό κλουβί που περικλείει την θέση οδήγησης, ένα roll cage αντίστοιχο αγωνιστικού οχήματος που εγκλωβίζει τον αναβάτη στο εσωτερικό του και τον προστατεύει.

Η σκέψη αυτή είναι παλιά, είπαμε πως το C1 έχει κλείσει εικοσαετία που βγήκε στην αγορά, άρα το μελετούσαν ήδη από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90. Από τότε έχουν υπάρξει κι άλλες, εκτεταμένες μελέτες για τα ατυχήματα μοτοσυκλετών μέσα στον αστικό ιστό, που δείχνουν πως ο μοτοσυκλετιστής δεν έχει πολλές πιθανότητες να αποφύγει τον τραυματισμό ακόμη κι αν προλάβει να φύγει από την μοτοσυκλέτα. Το κλειδί εδώ είναι ο αστικός ιστός, το κέντρα των πόλεων με ατυχήματα που δεν γίνονται με πολλά χιλιόμετρα και εκεί που δεν υπάρχει χώρος για να συρθεί κάποιος μέχρι να σταματήσει, χωρίς να χτυπήσει κάπου άλλου.

Η BMW με αυτό το σχέδιο θέλει να μελετήσει ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες της αυξημένης παθητικής ασφάλειας για ξεκάθαρα ατομική μετακίνηση. Το κλουβί ασφαλείας στοχεύει ακριβώς σε αυτό και φαίνεται ξεκάθαρα η επιρροή του C1 στον σχεδιασμό του, από την πρόσθετη ενίσχυση που υπάρχει στο ύψος του ώμου. Αυτό το πρόσθετο μπράτσο είναι το πρώτο που έρχεται σε επαφή με την άσφαλτο εξασφαλίζοντας μία απόσταση από το έδαφος ώστε να μην εγκλωβιστούν τα άκρα του αναβάτη κάτω από το σκούτερ όταν αυτό πέσει.

Από εκεί και πέρα το σχέδιο δεν δείχνει οροφή, όπως είχε το C1 αλλά και τα σχέδιά του που κυκλοφόρησαν πέρσι το καλοκαίρι για μία ηλεκτρική νέα έκδοση. Δεν είναι όμως σίγουρο πως η οροφή θα απουσιάζει ολότελα, αν σκεφτεί κανείς πως εδώ βλέπουμε μόνο τον σκελετό και μάλιστα ένα βασικότερο στοιχείο, αυτό της μπροστινής ανάρτησης δεν αποκαλύπτεται καθόλου.

Σίγουρα θα είναι κάποιο εναλλακτικό σύστημα, ιδιαίτερα από την στιγμή που το τιμόνι δεν συνδέεται απευθείας στο πιρούνι και η BMW είναι εταιρεία που έχει δουλέψει αρκετά στα εναλλακτικά συστήματα αναρτήσεων.

Τα πόδια του αναβάτη θα είναι μπροστά, σε μία cruiser θέση οδήγησης και θυμόμαστε παλαιότερες αναφορές της BMW από μελέτες σε crash test που δείχνουν πως υπό προϋποθέσεις και πάντα με δεδομένο πως μιλάμε για αστικές μετακινήσεις στα όρια ταχύτητας του ΚΟΚ, μία τέτοια στάση σώματος προστατεύει από πιο σοβαρούς τραυματισμούς.

Όλο το εμπρός μέρος είναι φτιαγμένο για να απορροφά την πρόσκρουση και μπορείτε να θυμηθείτε και εδώ, πως η BMW έχει μελετήσει κάθε πιθανή λύση για λιγότερες ζημιές κατά την μετωπική σύγκρουση.

Η προσπάθεια για να έρθει το κέντρο βάρους χαμηλά και μπροστά, τώρα που ο αναβάτης κάθεται τέρμα πίσω, εικάζουμε πως θα γίνεται με τις μπαταρίες αλλά και με τον τύπο της εμπρός ανάρτησης.

Το τελευταίο στοιχείο είναι πως η BMW κατέθεσε τα σχέδια αυτά στο ευρωπαϊκό γραφείο της WIPO τον Αύγουστο του 2018 αλλά επέλεξε να μείνουν κλειδωμένα μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2021, ενώ τον Αύγουστο του 2020 ξεκλείδωσαν και τα σχέδια ενός ηλεκτρικού C1, όπως βλέπετε εδώ. Αυτό σημαίνει πως όλα τα παραπάνω δεν είναι μία σχεδιαστική άσκηση αλλά προσεκτικά σχεδιασμένα βήματα στην εξέλιξη ενός νέου ηλεκτρικού σκούτερ με έμφαση στην παθητική ασφάλεια και στην αυστηρά ατομική μετακίνηση.

Ετικέτες

Ιαπωνία: Θρυλικές αγωνιστικές GP των Honda & Yamaha συναντιούνται ξανά στο μουσείο της πρώτης

Μια έκθεση στο Honda Collection Hall συγκεντρώνει αγωνιστικές μοτοσυκλέτες που έγραψαν την ιστορία της ιαπωνικής αντιπαλότητας
Honda Yamaha
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

11/8/2026

Η έκθεση "Two Passions, One Dream: Honda and Yamaha's Challenges in WGP" φιλοξενείται στο Honda Collection Hall του Motegi έως τις 18 Οκτωβρίου, φέρνοντας στον ίδιο χώρο μερικές από τις σημαντικότερες αγωνιστικές μοτοσυκλέτες των Honda και Yamaha.

Honda και Yamaha αποτελούν εδώ και περισσότερες από επτά δεκαετίες δύο από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές της ιαπωνικής μοτοσυκλέτας. Η νέα έκθεση στο Honda Collection Hall παρουσιάζει την ιστορία αυτής της αντιπαλότητας μέσα από αγωνιστικές μοτοσυκλέτες που συμμετείχαν στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας, τον πρόδρομο των σημερινών MotoGP.

Η έκθεση ξεκίνησε στις 18 Ιουλίου και θα παραμείνει ανοιχτή έως τις 18 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που συνδέονται με το Ιαπωνικό Grand Prix του MotoGP, το οποίο θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο στο Mobility Resort Motegi.

Η εντυπωσιακή αρχή της Yamaha

Η ιστορία της Yamaha Motor ξεκίνησε το 1955, όταν η Nippon Gakki, πρόγονος της σημερινής Yamaha Motor, παρουσίασε την πρώτη της μοτοσυκλέτα, την YA1 των 125 cc. Η Yamaha Motor ιδρύθηκε επίσημα την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους.

Honda and Yamaha
Η Yamaha YA-1 (1955) στην αγωνιστική έκδοση Asama Highlands Race, η οποία θριάμβευσε στην κατηγορία Ultra Light των 125 κυβικών εκατοστών

Μόλις δέκα ημέρες αργότερα, η νέα εταιρεία συμμετείχε στον τρίτο αγώνα ανάβασης του Mount Fuji. Η Yamaha είχε ήδη αποφασίσει ότι οι αγώνες αποτελούσαν τον καλύτερο τρόπο για να αποδείξει την τεχνολογική αξία των μοτοσυκλετών της.

Η YA1 κέρδισε την κατηγορία των 125 cc, με έξι μοτοσυκλέτες της να τερματίζουν στις πρώτες εννέα θέσεις.

Τον Νοέμβριο του 1955, στον πρώτο αγώνα Asama Highland Race, η Yamaha έκανε ακόμη πιο εντυπωσιακή εμφάνιση. Οι YA1 κατέλαβαν τις τέσσερις πρώτες θέσεις στην κατηγορία Ultra Light των 125 cc, αφήνοντας πίσω τις Honda Benly.

Η ήττα ήταν τόσο έντονη ώστε ο Soichiro Honda αναγνώρισε ανοιχτά την αποτυχία της εταιρείας, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα συντριπτικό και τονίζοντας την ανάγκη για βαθύτερη αξιολόγηση.

Έτσι ξεκίνησε ουσιαστικά η αντιπαλότητα Honda και Yamaha, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η Honda και η παγκόσμια κυριαρχία

Η Honda έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας το 1959, συμμετέχοντας στο Isle of Man TT με μοτοσυκλέτα 125 cc.

Το 1960 η Honda συμμετείχε σε δύο κατηγορίες, 125 και 250 cc, ενώ το 1961 ήρθε η πρώτη μεγάλη επιτυχία. Η εταιρεία κατέκτησε τόσο το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών όσο και το Πρωτάθλημα Αναβατών στις δύο κατηγορίες.

Honda and Yamaha
RC143 (125cc) του 1961 και ένα πάνελ που παρουσιάζει το ταξίδι προς την πρώτη κατάκτηση του κόσμου

Η εξέλιξη ήταν ταχύτατη. Το 1966 η Honda πέτυχε ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα στην ιστορία των αγώνων μοτοσυκλέτας, κατακτώντας το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών και στις πέντε κατηγορίες του WGP, από τα 50 έως τα 500 cc.

Η ειδική έκθεση στο Motegi είναι αφιερωμένη και στην επέτειο των 60 ετών από αυτό το πρωτοφανές επίτευγμα.

Οι θρυλικές Honda της έκθεσης

Στο Honda Collection Hall παρουσιάζονται μεταξύ άλλων:

Honda RC143 (1961) – 125 cc

Honda RC149 (1966) – 125 cc

Honda RC166 (1966) – 250 cc

Honda RC116 (1966) – 50 cc

Honda RC174 (1967) – 350 cc

Honda RC181 (1967) – 500 cc

Honda and Yamaha
Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του 1966 RC166 (250cc), τετράχρονη εξακύλινδρη με 2 επικεφαλής εκκεντροφόρους και 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο εξοπλισμός του Mike Hailwood, ο οποίος παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό στο πλαίσιο της συγκεκριμένης έκθεσης.

Honda and Yamaha

Και οι Yamaha που αντιμετώπισαν τη Honda

Η Yamaha εκπροσωπείται επίσης με σημαντικές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της εποχής, μεταξύ των οποίων οι:

Yamaha RD56 (1965) – 250 cc

Yamaha RA97 (1966) – 125 cc

Yamaha RA31A (1968) – 125 cc

Yamaha RD05A (1968) – 250 cc

Honda and Yamaha
Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του 1965 RD56 (250cc), αερόψυκτη, δίχρονη, δικύλινδρη. Μια θρυλική μηχανή που κατέκτησε το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών & Αναβατών για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά μετά το 1964.

Η συνύπαρξη αυτών των μοτοσυκλετών στον ίδιο χώρο επιτρέπει μια άμεση σύγκριση της τεχνολογικής προσέγγισης των δύο κατασκευαστών σε μία από τις πιο ανταγωνιστικές περιόδους του WGP.

Η έκθεση δεν περιορίζεται στις επιτυχίες. Παρουσιάζει επίσης την πορεία που οδήγησε στην απόφαση των Ιαπώνων κατασκευαστών να αποχωρήσουν από τις εργοστασιακές συμμετοχές στο WGP, σηματοδοτώντας το τέλος μιας σημαντικής εποχής.

Από την πρώτη νίκη της Yamaha με την YA1 το 1955 μέχρι την κυριαρχία της Honda το 1966 και τη μεταγενέστερη εξέλιξη των δύο εταιρειών, η έκθεση στο Motegi παρουσιάζει μέσα από τις ίδιες τις μοτοσυκλέτες την ιστορία μιας αντιπαλότητας που διαρκεί περισσότερα από 70 χρόνια.