Speedwerks RGV500 - Δίχρονη υπερπαραγωγή που ξεπήδησε από την "πένα" του Kar Lee

Πλαίσιο από Suzuki RGV250, βελτιωμένο RG500 μοτέρ 115 hp, και γεμάτο βάρος… 135 κιλών!
Speedwerks RGV500
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

2/10/2023

Στα τέλη του 2018, η αμερικάνικη Speedwerks των Steve Long και Dave Trotter, γνωστή για τις πολιτικές και αγωνιστικές βελτιώσεις της σε τετράχρονες και δίχρονες μοτοσυκλέτες, δέχθηκε μια παραγγελία για ένα υβρίδιο RGV250/RG500, από τον Δρ. Jeff Martin, με fairing και σχέδιο του Βρετανού σχεδιαστή Kar Lee, της KarDesign, υπεύθυνης μεταξύ άλλων και για το Suzuki SuperBusa. Το αποτέλεσμα δικαίωσε τους πάντες, καθώς πέρα από τους 115 hp στον τροχό και τα μόλις 135 γεμάτα κιλά, η μοτοσυκλέτα είχε εμφάνιση, συμπεριφορά και ποιότητα κατασκευής σύγχρονου sport μοντέλου μαζικής παραγωγής!

Τα τελευταία δίχρονα Sport 250 ήταν πάντα υπέρ-ελαφριά μοντέλα, με ακαριαίες αντιδράσεις και απαράμιλλη ευελιξία, όμως υστερούσαν σε δύναμη σε οποιαδήποτε ανοιχτή πίστα ή διαδρομή. Αντίθετα, τα δίχρονα RG 500 / RD 500 είχαν τη σωστή απόδοση, αλλά με πλαίσιο και τροχούς που δεν μπορούσαν να τη διαχειριστούν. Όπως ήταν φυσικό, υπήρξαν πάμπολλοι λάτρεις του δίχρονου κινητήρα που προχώρησαν σε ιδιοκατασκευές, συνδυάζοντας πλαίσια από 250 και κινητήρες 500 κυβικών.

Speedwerks RGV500

Στην περίπτωση μας, το πλαίσιο και το ψαλίδι “μπανάνα” από ένα Suzuki RGV250 του 1990 συνδυάστηκε με έναν βελτιωμένο τετρακύλινδρο κινητήρα RG 500 Gamma στα 555 κ.εκ. από τον -αποβιώσαντα το 2019- Rick Lance της Lance Gamma, με στοκ καρμπιρατέρ ανοιγμένα στα 30,5 mm με απόδοση στο δυναμόμετρο 115 hp στον τροχό, και με φαίρινγκ σχεδιασμένο από τον Kar Lee, designer και πρώην Art Director του Performance Bikes. Η Speedwerks ξόδεψε πολύ χρόνο για τη βέλτιστη έδραση του κινητήρα στο νέο πλαίσιο, αλλά και για την ιδανική γεωμετρία του RGV500 -πάντα με Square Four διάταξη, με το “V” να αναφέρεται στο πλαίσιο του 250.

Speedwerks RGV500

Νέο είναι και το υποπλαίσιο, της βρετανικής Performancefab (που περιέχει και ένα νέο δοχείο λαδιού), νέες και οι εξατμίσεις, ενώ τις εντυπώσεις κλέβει το πλήρως ρυθμιζόμενο ανεστραμμένο πιρούνι από ZX-10R του 2017 με τιμονόπλακα της IMA Italy! Φυσικά έχει γίνει revalving στα ελατήρια, ώστε να δουλεύει σωστά στη νέα του αποστολή σε μια κατά πολύ ελαφρύτερη μοτοσυκλέτα. Το πιρούνι συνεργάζεται με ένα επίσης πλήρως ρυθμιζόμενο αμορτισέρ της Ohlins πίσω. Για παν ενδεχόμενο, το RGV500 φέρει και ένα σταμπιλιζατέρ της Hyperpro. Οι δαγκάνες στα δυο δισκόφρενα της HP Racing μπροστά είναι ακτινικές τετραπίστονες Brembo Racing .484 προσφέροντας όση ισχύ και πληροφόρηση μπορεί να διαχειριστεί κανείς. Οι τροχοί είναι από ανθρακόνημα, της Blackstone Tek, και τα ελαστικά είναι τα Dunlop Q3+.

Speedwerks RGV500

Τα γραφικά και το design του Kar Lee έγιναν πράξη σε custom κοστούμι της Tyga Performance, ενώ δεν υπάρχει κανένα αυτοκόλλητο πάνω στη μοτοσυκλέτα -όλα τα γραφικά είναι βαμμένα από την House of Kolor και τον John Wa. Το ρεζερβουάρ ανήκει σε RGV250, ενώ από το ίδιο μοντέλο προέρχεται και η ουρά, με τα φτερά να έχουν κατασκευαστεί από carbon. Το ονειρικό πακέτο συμπληρώνουν μια μπαταρία λιθίου, όργανο της Koso, μεταλλικά σωληνάκια φρένων, αντλία φρένου Brembo, κ.α.

Speedwerks RGV500

Λίγο μετά την παρουσίαση της μοτοσυκλέτας, ο γνωστός αγωνιζόμενος, εκπαιδευτής και συντάκτης του Cycle World Nick Lenatsch οδήγησε το RGV500 της Speedwerks, γράφοντας πως τα μόνα στοιχεία που τον έκαναν να θυμάται πως δεν επρόκειτο για υπερσύγχρονη Superbike μαζικής παραγωγής ήταν… η μανιβέλα και… τα φώτα που δεν είχαν την απόδοση που περίμενε.

Speedwerks RGV500

Κι αν πέρασαν 5 χρόνια από την πρώτη εμφάνιση του Speedwerks’ RGV500, εντούτοις η εμφάνιση και η γοητεία του παραμένουν διαχρονικές. Τυχερός ο ιδιοκτήτης του.

Ετικέτες

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.