Steve Harris - Απεβίωσε η κινητήριος δύναμη της Harris Performance

Τα ονομαστά πλαίσια της εταιρείας έφτασαν μέχρι και στο MotoGP
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

23/6/2022
Στις 15 Ιουνίου του 2022 πέθανε ο Steve Harris, ονομαστός Βρετανός οραματιστής μηχανικός και σχεδιαστής πλαισίων της εταιρείας Harris Performance. Μαζί με τον αδερφό του, έγιναν γνωστοί τόσο μέσα από τις διακρίσεις των πλαισίων τους στους αγώνες, όσο και από την διάθεση aftermarket πλαισίων για μοτοσυκλετών παραγωγής.
 
Ο Steve Harris ήταν παθιασμένος μοτοσυκλετιστής ενώ τα τελευταία χρόνια υπέφερε από τη νόσο του Πάρκινσον. Ήταν αυτοδίδακτος μηχανολόγος-μηχανικός, ενώ τα πλαίσια του εξόπλισαν τις μοτοσυκλέτες θρυλικών αναβατών όπως ο Barry Sheene, ο John McGuinness, ο Shane “Shakey” Byrne, κ.α.
 
Ο αδερφός του, Lester Harris αναφέρει για τον Steve μεταξύ άλλων: “ήταν ο εμπνευστής, η κινητήριος δύναμη πίσω από την εταιρεία. Ήταν εξαιρετικά κοινωνικός, έβλεπε τη μεγάλη εικόνα και πίστευε πως μπορούσε να καταφέρει τα πάντα. Στην αρχή της καριέρας μας (βλ. δεκαετία του 1970), η τεχνολογία ήταν στοιχειώδης. Πολλοί κινητήρες ήταν καλοί, όμως ο σχεδιασμός των πλαισίων υστερούσε.”
Η βρετανική Harris Performance Products Limited, πιο γνωστή ως Harris Performance, ιδρύθηκε to 1972 από τους αδερφούς Steve και Lester Harris, και από τον Stephen Bayford. Η εταιρεία έγινε διάσημη κυρίως για τα πλαίσια της, πλαίσια που την οδήγησαν ακόμα και στους αγώνες MotoGP, για να εξαγοραστεί τελικά από την Royal Enfield.
Η βάση της εταιρείας βρίσκεται στο Hertford, όπου σχεδιάζονται, εξελίσσονται και κατασκευάζονται τα ονομαστά πλαίσια, μαζί με ψαλίδια, τιμονόπλακες, μαρσπιέ, βίδες τιτανίου, paddock stands, κ.α.
 
Η Harris Performance εξέλισσε πάντα τα προϊόντα και τις τεχνικές της μέσα από τους αγώνες, ενώ κατόπιν παρείχε aftermarket πλαίσια για πολλές μοτοσυκλέτες, συμπεριλαμβανομένης και της γνωστής σειράς κιτ πλαισίου Magnum.
Πέρα από τα παραπάνω, η Harris κατασκεύασε περισσότερες από 3.000 μοτοσυκλέτες, από μοναδικές σπέσιαλ κατασκευές, μέχρι τη διάσημη σειρά Magnum.
 
Στην πίστα, η Harris έχει συμμετάσχει σε αγώνες GP, WorldSBK, Endurance, στο Isle of Man TT, και σε πολλούς αγώνες Road Racing.
Το 1991, η Harris έγινε μόλις η μία από δύο εταιρείας που η Yamaha έδωσε την άδεια να αγοράσουν εργοστασιακούς κινητήρες YZR500 για να συμμετάσχουν στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία ιδιωτών.
 
Εκεί η Harris ανταγωνίστηκε τα μεγάλα εργοστάσια στην κατηγορία των δίχρονων 500, με τη μεγαλύτερη ιδιωτική ομάδα του 1995, με 3 αναβάτες στις τάξεις της, συμπεριλαμβανομένου και του πρώην συντάκτη του περιοδικού Fast Bikes, Sean Emmett.
 
Την ίδια χρονιά, η Harris προσκλήθηκε να δημιουργήσει, οργανώσει και διαχειριστεί την επίσημη ομάδα WSBK της Suzuki, και να εξελίξει και τρέξει το GSX-R750 WT.
 
Επιπρόσθετα, η Suzuki ανέθεσε στη Harris να διανείμει το αγωνιστικό κιτ GSX-R750 στους πελάτες της εταιρείας.
Η εξέλιξη του GSX-R750 ολοκληρώθηκε στις σεζόν 96-98, ενώ το 1999 η Harris αναμίχθηκε στην προσπάθεια της Kawasaki στο BSB, και το 2000 ήταν διαχειρίστρια της ομάδας της Honda στο Βρετανικό Πρωτάθλημα Superbikes, εξελίσσοντας το VTR1000 SP-1.
 
Το 2001, η Harris συνεργάστηκε με την Sauber Petronas Engineering AG, εξελίσσοντας ένα πλαίσιο για μια τετράχρονη μοτοσυκλέτα GP.
Το 2002 η WCM ανέθεσε στη Harris να σχεδιάσει και κατασκευάσει μια MotoGP μοτοσυκλέτα, που θα φορούσε βελτιωμένο κινητήρα της Yamaha. Η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα αγωνίστηκε στο Πρωτάθλημα MotoGP του 2003, ως ο πρόδρομος της τετράχρονης εποχής της κατηγορίας.
 
Παράλληλα, η Harris αναμίχθηκε και με την ομάδα της Yamaha στους αγώνες Supermoto στη Βρετανία.
 
Σημειώστε πως η Harris ήταν ο επίσημος αντιπρόσωπος της Ohlins στη Βρετανία για σχεδόν 25 χρόνια, μέχρι που η σουηδική εταιρεία ίδρυσε την Ohlins UK.
Στα επόμενα 10 χρόνια, η Harris συνέχισε να εξελίσσει πλαίσια για αγώνες, με πιο γνωστά αυτά της Moto2 κατηγορίας, αλλά και των GP125, για την πρώτη κινέζικη εργοστασιακή ομάδα της κατηγορίας.
 
Για περίπου 15 χρόνια, η Harris συνεργαζόταν με την ινδική Eicher Motors Ltd, την μητρική εταιρεία της Royal Enfield, ενώ από το 2008 και μετέπειτα, η Harris αναμείχθηκε ακόμα περισσότερο με τη σχεδίαση των πλαισίων της RE, μαζί με τον Designer Mark Wells για μοτοσυκλέτες όπως την Cοntintental GT.
Η επιτυχία της παραπάνω συνεργασίας οδήγησε στην εξαγορά της Harris από την Eicher Motors Ltd, τον Ιούνιο του 2015.
 
Σεβόμενη τον τρόπο εργασίας της και την ιστορία της, η Royal Enfield δεν απορρόφησε την Harris, με την τελευταία να συνεχίζει να λειτουργεί στα ίδια κτήρια και με τον ίδιο τρόπο όπως και πριν, υπό την ονομασία Harris Performance (a unit of Eicher Motors Ltd).
Παράλληλα, ενώ η προτεραιότητα της Harris είναι πλέον η εξέλιξη των νέων μοτοσυκλετών της RE, η εταιρεία συνεχίζει να εξελίσσει και να διαθέτει στην αγορά νέα προϊόντα και για άλλες μάρκες μοτοσυκλετών.

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.