To TOP-10 των πιο ακριβών μοτοσυκλετών παραγωγής σήμερα

Μοναδικές, εξωτικές κατασκευές με ιδιαίτερο design, τρελές επιδόσεις και συλλεκτικό χαρακτήρα
Οι ακριβότερες μοτοσυκλέτες παραγωγής το 2023
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/12/2023

Επειδή το διαδίκτυο βρίθει από κατατάξεις των πλέον ακριβών μοτοσυκλετών του κόσμου, και επειδή πολλά από τα TOP-10 / TOP-20 των ιστοσελίδων είναι παρωχημένα / ανακριβή, συλλέξαμε τα τελευταία στοιχεία από τα exclusive / hyper-premium μοντέλα που μπορεί να αγοράσει κανείς καινούργια αυτή τη στιγμή, και σας τα παραθέτουμε.

Σημειώστε πως η λίστα μας αφορά σε καινούργιες μοτοσυκλέτες παραγωγής -συνήθως περιορισμένης-, ενώ δεν λάβαμε στην εξίσωση την παράμετρο “πινακίδα κυκλοφορίας”, ούτε όμως και αν οι μοτοσυκλέτες αυτές διατίθενται προς πώληση και στην Ελλάδα. Ένα ακόμη στοιχείο στο οποίο πρέπει να αναφερθούμε, είναι το γεγονός πως όταν η τιμή ξεπερνά τις δυνατότητες του μέσου αγοραστή, πολλές φορές οι εταιρείες παραγωγής δεν ανακοινώνουν καθόλου την τιμή της μοτοσυκλέτας τους, και πρέπει να περάσεις τα πρώτα διερευνητικά στάδια αγοράς, για να στην αποκαλύψουν κατ’ ιδίαν. Για παράδειγμα, η τιμή του Vyrus Alyen δεν ανακοινώνεται σε κανένα από τα site των dealer της εταιρείας, με τα 145.000 ευρώ να έχουν “αλιευθεί” από την ιαπωνική αγορά, όπου ο δραστήριος dealer Motocorse.jp έκανε μια παρουσίαση του μοντέλου σε ελάχιστα μέσα του ειδικού τύπου. Θα πρέπει να τονίσουμε επίσης πως πολλές από τις τιμές αφορούν στη βασική έκδοση της μοτοσυκλέτας, με τον πελάτη να μπορεί αρκετές φορές να προσθέσει έξτρα τα οποία ανεβάζουν κατά πολύ την τελική τιμή. Τέλος, να διευκρινίσουμε πως δεν παραθέτουμε τιμές για ιστορικές μοτοσυκλέτες που μπορεί κανείς να αγοράσει σε κάποια δημοπρασία, ή μοτοσυκλέτες του πρόσφατου παρελθόντος που δεν διατίθενται όμως πλέον για αγορά, όπως πχ. τη διαστημική Superleggera V4 2022 της Ducati των 120.000 ευρώ, ή τις 2 αγωνιστικές MotoGP KTM RC16 των 288.000 ευρώ που βγήκαν για αγορά το 2020. Κι αν μας ξέφυγε κάποιο συλλεκτικό μοντέλο που παράγεται σ... 1-2 αντίτυπα, να μας συμπαθάτε, θα το προσθέσουμε στον ανανεωμένο πίνακα του 2024.

Ακολουθεί η κατάταξη των 10 πιο ακριβών μοτοσυκλετών παραγωγής στον κόσμο.

1. Marine Turbine Technologies 420 RR - 224.000 ευρώ

MTT 420

Η 420 RR είναι αυτή τη στιγμή η μοναδική μοτοσυκλέτα με αεριοστρόβιλο (τουρμπίνα) που μπορεί κανείς να αγοράσει, και να κυκλοφορήσει στον δρόμο -και όμως, βγάζει πινακίδα κυκλοφορίας! Η απόδοση της τουρμπίνας C20B της Rolls-Royce φτάνει τους 420 hp και τα 76 kgm, σύμφωνα με την αμερικάνικη κατασκευάστρια εταιρεία Marine Turbine Technologies. Η τελική της ταχύτητα ξεπερνά τα 400 χλμ/ωρα, κάτι που δεν είναι όμως εύκολο να εξακριβωθεί, καθώς οι ελάχιστοι αγοραστές της μοτοσυκλέτες δεν έχουν ανεβάσει βίντεο που να αποδεικνύουν τις επιδόσεις της. Η μοτοσυκλέτα διαθέτει κορυφαία εξαρτήματα, όπως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της Ohlins, carbon τροχούς, carbon κοστούμι, κ.α., ενώ το ηλεκτρονικά ελεγχόμενο κιβώτιο έχει 2 μόλις σχέσεις -δεν χρειάζονται περισσότερες. Η πρόγονος του 420 RRY2K” βρίσκεται στο γκαράζ του μανιακού φαν των 2 και 4 τροχών Αμερικανού παρουσιαστή Jay Leno, ενώ το βάρος της μοτοσυκλέτας ανακοινώνεται στα μόλις 227 κιλά! Δυο ακόμα ενδιαφέροντα τεχνικά χαρακτηριστικά είναι το μεταξόνιο των 1.727 mm και το ρεζερβουάρ diesel / κηροζίνης των 34 λίτρων -η αυτονομία δεν ανακοινώνεται...

2. Lazareth LM 847 - 199.960 ευρώ

Lazareth

Μια Leaning Wheel τετράτροχη μοτοσυκλέτα, στα πρότυπα του Yamaha NIKEN, κ.α., με V8 κινητήρα 4.700 κ.εκ., 470 hp και 63 kgm από... Maserati! Αν τώρα κρίνουμε από το βίντεο της γαλλικής εταιρείας, τα επίπεδα κλίσεων της LM 847 μάλλον είναι τόσο μικρά, με τη μοτοσυκλέτα να μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μόνο για cruising. Το βάρος φτάνει τα 408 κιλά, ενώ απ' ότι ισχυρίζεται η εταιρεία διαθέτει ακόμα 5 μοτοσυκλέτες προς πώληση, από τις 10 που είχε κατασκευάσει. Παρόλα αυτά, η απραξία και τα... φούμαρα της Lazareth, ιδίως στο τελευταίο της project που αφορά μια ιπτάμενη μοτοσυκλέτα -που μέχρι στιγμής έχει καταφέρει μόνο να ανυψωθεί λίγα μέτρα από το έδαφος, δεμένη με ιμάντες, μας κάνουν να αμφιβάλλουμε για πολλούς από τους ισχυρισμούς της.

3. Brough Superior Aston Martin AMB 001 PRO - 148.900 ευρώ

AMB 001 PRO

Μετά την παρουσίαση του AMB 001 το 2019, οι Aston Martin & Brough Superior ένωσαν ξανά τις δυνάμεις τους για το AMB 001 Pro, ένα γυμνό Superbike 225 hp περιορισμένης παραγωγής, με έμπνευση από το Valkyrie AMR Pro hypercar. Το AMB (με τα τρία αρχικά να προέρχονται από τα τρία συνθετικά των 2 εταιρειών - Aston Martin – Brough Superior) 001 Pro είναι κατά 25% δυνατότερο από τον προκάτοχο του (που απέδιδε 183 hp), προσφέροντας λόγο ιπποδύναμης προς βάρος 1.28 hp/kg, που η Aston Martin αναφέρει πως είναι παρόμοιος με ενός μονοθεσίου της F1. Ο V2 κινητήρας των 88 μοιρών και των 997 κ.εκ. διαθέτει υπερτροφοδότη που εκτινάσσει την απόδοση στους 225 hp, με turbo μεταβλητής γεωμετρίας με intercooler. Το Pro διαθέτει πλαϊνά αεροδυναμικά βοηθήματα (φτεράκια) για καλύτερη αεροδυναμική συμπεριφορά και το προχωρημένης τεχνολογίας “lacewing” σήμα της Aston Martin. Σημειώστε πως η Pro είναι συνολικά ελαφρύτερη από την πρώτη AMB 001, καθώς ζυγίζει 175 στεγνά κιλά, αντί για 185 της προκατόχου της. Η οθόνη οργάνων είναι TFT, ενώ παρόλο που δεν αναφέρονται ηλεκτρονικά βοηθήματα, στα όργανα βλέπουμε ενδείξεις για ρυθμιζόμενο Traction Control και για Riding Modes. Σημειώστε τέλος πως η Pro δεν φέρει εξοπλισμό δρόμου, ούτε έχει πάρει έγκριση τύπου για κυκλοφορία εκτός πίστας, με μόνο στόχο ύπαρξης της τα Track Day.

4. Vyrus Alyen - 145.000 ευρώ

Vyrus Alyen

Η Vyrus είναι μία από τις ελάχιστες "βιοτεχνίες" μοτοσυκλετών στον κόσμο που κάθε δημιουργία της θα μπορούσε κάλλιστα να κοσμεί τις προθήκες κάποιου μουσείου μοντέρνας τέχνης. H τελευταία δημιουργία της Vyrus -που δανείζεται τεχνογνωσία από τις μοτοσυκλέτες προηγούμενης γενιάς της Bimota- ονομάζεται Alyen 988, έχοντας στα σωθικά του έναν δικύλινδρο V κινητήρα της Ducati που παράγει 202 άλογα. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για τον δικύλινδρο V-90 των 1.285cc και εκεί σταματά οτιδήποτε έχει να κάνει με δεσμούς με συμβατικές μοτοσυκλέτες. Όπως συμβαίνει σε κάθε μοτοσυκλέτα της Vyrus, το Alyen διαθέτει δύο ψαλίδια, ένα εμπρός κι ένα πίσω, ελέω hub steering. Το σύστημα διεύθυνσης του μπροστινού τροχού συνδέεται μέσω συνδέσμων και υδραυλικών κυκλωμάτων με το τιμόνι. Σε αντίθεση με το προηγούμενο Vyrus -επίσης με hub steering- το 983 C3 4V το οποίο είχε μια πολύ κομψή και στενή όψη, το Alyen έχει μια high-end τεχνολογικά εμφάνιση, αλλά με πολύ μεγάλο όγκο. Η μετωπική επιφάνεια είναι τεράστια, όπως τεράστιες είναι και οι χούφτες στο τιμόνι, κάνοντάς το να θυμίζει ξεχειλωμένο Hypermotard. Η Vyrus αναφέρει πως συνολικά θα κατασκευαστούν 20 Alyen.

5. Combat Wraith - 140.000 ευρώ

Combat Wraith

Το Wraith εξελίσσει τη φόρμουλα των ακραίων και ιδιαίτερων αισθητικά μοτοσυκλετών της πρώην Confederate, υπό την αιγίδα της νέας αμερικάνικης εταιρείας Combat. Όπως και με τον προκάτοχο P-51 Combat Fighter, το Wraith κατασκευάζεται από billet κομμάτια αλουμινίου, χαρίζοντας του μοναδική εμφάνιση. Στην καρδιά της μοτοσυκλέτας χτυπά ένας κτηνώδης αερόψυκτος V2 κινητήρας 2.163 κ.εκ. της S&S με 111 hp και 20 kgm ροπής. Το πλαίσιο είναι αλουμινένιο μονοκόκ, περιέχοντας και το ρεζερβουάρ, με την Combat να κάνει λόγο για τελική ταχύτητα που ξεπερνά τα 260 χλμ/ώρα. Μοναδικό είναι και το εναλλακτικό σύστημα διεύθυνσης μπροστά, με carbon τροχούς 19 ιντσών μπροστά και 17 πίσω, μεταξόνιο 1.587 mm και βάρος με υγρά στα 254 kg. Ένα πραγματικά μοναδικής αισθητικής αμερικάνικο power-cruiser που δεν θυμίζει τίποτα άλλο.

6. Curtiss The One - 132.416 ευρώ

The One

Οι άνθρωποι πίσω από την Confederate (Ο CEO Matt Chambers και ο σχεδιαστής JT Nesbitt) δημιούργησαν την Curtiss, με στόχο την παραγωγή hyper-exclusive ηλεκτρικών κομψοτεχνημάτων, που θα ξεχωρίζουν για το design, τις επιδόσεις αλλά και για την τιμή τους. Η “The One” είναι το πρώτο τους μοντέλο -και το πρώτο ηλεκτρικό μοντέλο της λίστας μας-, χρησιμοποιώντας την θήκη της μπαταρίας ως φέρων τμήμα του πλαισίου. Η μοτοσυκλέτα φέρει πολλά CNC εξαρτήματα και βρίθει από ανθρακόνημα, με πλαίσιο μεταβλητής γεωμετρίας, και με απόδοση 217 hp και 37 kgm από τον ηλεκτροκινητήρα της. Το βάρος ανακοινώνεται στα 192 κιλά, ενώ η αρχική έκδοση (Founder’s Edition) θα παραχθεί σε 15 μόλις αντίτυπα, με την Curtiss να βάζει στόχο κατόπιν την παραγωγή 100 ηλεκτρικών μοτοσυκλετών σε ετήσια βάση.

7. Brough Superior AMB 001 - 118.000 ευρώ

AMB 001

Τον Νοέμβριο του 2019 στην EICMA έκανε ντεμπούτο η απίστευτη Aston Martin AMB 001, με το ελκυστικό design του Reichman και της ομάδας του στην Aston Martin, μια μοτοσυκλέτα που θα οδηγούσε αργότερα για το ΜΟΤΟ ο Alan Cathcart. Τον Μάρτιο του 2022 ξεκίνησαν οι παραδόσεις στους υπομονετικούς ιδιοκτήτες των πρώτων 30 κομματιών της μοτοσυκλέτας με την οποία η Aston Martin έκανε το ντεμπούτο της στους δύο τροχούς. Στην κατασκευή ξεχώριζε το πλαίσιο μονής ραχοκοκαλιάς κατασκευασμένο από ένα ενιαίο κομμάτι τιτανίου με κατεργασία billet, ενώ το υποπλαίσιο που φιλοξενεί τη σέλα είναι από ανθρακόνημα, και μερικά κομμάτια carbon είναι επίσης και δομικά στοιχεία, φιλοξενώντας πτερύγια και άλλα αεροδυναμικά βοηθήματα. Ο υγρόψυκτος V2 κινητήρας της AMB 001 λειτουργεί ως ενεργό στοιχείο του πλαισίου, παράγοντας 184,5 ίππους που φτάνουν στον πίσω τροχό μέσω ενός αφαιρούμενου κιβωτίου τύπου κασέτας έξι σχέσεων. Ο υψηλής πίεσης υπερπληρωτής Garrett είναι ικανός να δώσει ώθηση 1.00 bar/14,5 psi στους κυλίνδρους, προσφέροντας μεταβλητό boost μέσω της ECU της Bosch, ανάλογα με την επιλεγμένη σχέση, την ταχύτητα και το φορτίο. Το μονόμπρατσο ψαλίδι είναι από χυτό αλουμίνιο, ενώ η μπροστινή ανάρτηση της Aston Martin είναι βασισμένη στον αρθρωτό σχεδιασμό του πιρουνιού που δημιουργήθηκε από τον Γάλλο μηχανικό Claude Fior και είχε τερματίσει μέσα στους βαθμούς σε αγώνες του πρωταθλήματος FIM Endurance, περίπου δύο χρόνια προτού δημιουργηθεί η πρώτη μοτοσυκλέτα που έφερε το παρόμοιο σύστημα Hossack.

8. Arch 1S - 115.650 ευρώ

Arch 1S

Ο γνωστός ηθοποιός Keanu Reeves (John Wick, Matrix, κ.α.) είναι φανατικός λάτρης των δύο τροχών, και μαζί με δύο φίλους του μηχανολόγους και σχεδιαστές αποφάσισε πριν μερικά χρόνια να φτιάξει μια δική του εταιρεία κατασκευής custom μοτοσυκλετών. Τέτοιου είδους εταιρείες υπάρχουν άπειρες στις ΗΠΑ, όμως η διαφορά της Arch ήταν ότι οι ιδρυτές της ήθελαν μια κανονική εταιρεία, που οι μοτοσυκλέτες της να πληρούν τις κρατικές και πολιτειακές προδιαγραφές και να εξάγουν τα μοντέλα τους και στην Ευρώπη, λαμβάνοντας και έγκριση Euro. Είναι η πρώτη φορά που ένας αερόψυκτος V2 με ωστήρια και 2.032 κυβικά -κατασκευής της S&S- περνάει τόσο αυστηρές προδιαγραφές θορύβου και ρύπων, ενώ η εταιρεία κάνει λόγο για απόδοση 15,9 kgm ροπής, χωρίς να αναφέρεται στην ιπποδύναμη της μοτοσυκλέτας. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της 1S είναι τα αλουμινένια τμήματα του πλαισίου/υποπλαισίου που σκαλίζονται στο CNC, οι αναρτήσεις είναι της Ohlins, οι ζάντες της BST είναι από ανθρακόνημα, το μονόμπρατσο ψαλίδι κάνει το μάτι να σκαλώνει πάνω του, και στα φρένα ξεχωρίζουν μπροστά οι ακτινικές… εξαπίστονες δαγκάνες.

9. Suter MMX500 - 110.000 ευρώ

Suter MMX500

Το δίχρονο MMX500 αποτελεί τη σύγχρονη εκδοχή των GP 500 μοτοσυκλετών, με την τεχνογνωσία της Suter, συμμετοχή στο Isle of Man TT και διάθεση σε περιορισμένη παραγωγή. Θυμίζουμε πως το 2016 το ΜΟΤΟ είχε οδηγήσει το MMX500 στην πίστα των Μεγάρων! Το Suter mmx 500 κοστίζει περίπου €110.000 με την τιμή να ανεβαίνει ακόμα περισσότερο, αν ο ιδιοκτήτης του αποφασίσει να τοποθετήσει διαφορετικό σετ αναρτήσεων, carbon ζάντες και Brembo δαγκάνες με πιστόνια τιτανίου. Η εταιρεία κάνει λόγο για κατασκευή μόλις 99 MMX500. Ο V4 δίχρονος κινητήρας των 576 κυβικών με τους δύο στρόφαλους που γραναζωμένοι μεταξύ τους περιστρέφονται αντίρροπα, παράγει 195 ίππους με κόφτη στις 13.000 στροφές και εκτοξεύει την μοτοσυκλέτα των μόλις 127 κιλών σε ταχύτητες μεγαλύτερες των 310Km/h, οπότε η απόδοσή του είναι παραπλήσια των θρυλικών αγωνιστικών μοτοσυκλετών. Βέβαια τώρα έχουμε ψεκασμό, εκτεταμένη χρήση carbon, από το ρεζερβουάρ μέχρι το φαίρινγκ και αλουμινένιο πλαίσιο και ψαλίδι, φτιαγμένα σε CNC, κλπ. Το Suter έχει εξατάχυτο κιβώτιο τύπου κασέτας και ξερό, πολύδισκο συμπλέκτη, αναρτήσεις της Ohlins (FGR300, TTX25 ή RVP20) εμπρός και Ohlins TTX36 ή RVP46 πίσω. Η Akrapovic έχει εξελίξει σε συνεργασία με την Suter τις εξατμίσεις από τιτάνιο, που ευθύνονται για τον μαγικό, αγωνιστικό ήχο που εξαπλώνεται στο Isle of Man με τον 53χρονο Ian Lougher που αγωνίζεται μαζί της, να δηλώνει πως είναι η καλύτερη μουσική στα αυτιά του!

10. Arc Vector - 103.500 ευρώ

Arc Vector

H Vector είναι η 2η ηλεκτρική μοτοσυκλέτα της κατάταξης μας, ένα ιδιαίτερα προηγμένο βρετανικό μοντέλο περιορισμένης παραγωγής της νεότευκτης εταιρείας Arc, που ξεχωρίζει για το μονοκόκ πλαίσιο από ανθρακονήματα που χρησιμοποιεί, τα carbon ψαλίδια της, το εναλλακτικό σύστημα διεύθυνσης μπροστά, και το ηλεκτρικό μοτέρ απόδοσης 117 hp και 17,6 kgm που της χαρίζουν τελική ταχύτητα 200 χλμ/ώρα. Από επιδόσεις πάντως δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πως η μοτοσυκλέτα υπολείπεται αρκετά σε σχέση με την τιμή της. Η Vector δεν έχει ταχύτητες, ενώ στις αναρτήσεις βρίσκουμε ρυθμιζόμενα αμορτισέρ της Ohlins. Οι τροχοί της BST έχουν διαστάσεις 17 ιντσών, ενώ είναι από ανθρακόνημα, και στα φρένα υπεύθυνη είναι η Brembo με 4πίστονες ακτινικές μονομπλόκ Stylema δαγκάνες μπροστά. Το βάρος ανακοινώνεται στα 240 κιλά, και η θεωρητική μέγιστη αυτονομία στα 200 χλμ. στον αυτοκινητόδρομο και στα 320 χλμ. σε αστική χρήση. Η εταιρεία παρέχει και εξίσου ακριβά αξεσουάρ με τη μοτοσυκλέτα, όπως matching κράνος με HUD στα 3.450 ευρώ, jacket στα 4.600 ευρώ, κ.α.

Τελειώνοντας με το TOP-10 μας, εύφημο μνεία αξίζει στις ακόλουθες μοτοσυκλέτες που βρίσκονται λίγο έξω από την κατάταξη μας.

Indian Challenger RR
  • Στην 11η θέση η Indian Challenger RR, η ρέπλικα της αγωνιστικής μοτοσυκλέτας του αμερικάνικου πρωταθλήματος King of the Baggers, που τιμάται στα 83.344 ευρώ.
  • Στη 12η θέση οι Ducati Panigale V4 Champion Replicas του 2022 που τιμώνται στις 77.000 ευρώ -άγνωστες ακόμα παραμένουν οι τιμές των V4 Champion Replicas του 2023.
  • Στη 13η θέση η Brough Superior SS100 Lawrence Ultimate που ξεκινά από τα 71.900 ευρώ.
  • Στη 14η θέση η Ducati Streetfighter V4 Lamborghini στα 75.000 ευρώ, ενώ εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η τιμή ανεβαίνει ακόμα κατά 20% περίπου στην customizable έκδοση της μοτοσυκλέτας, με την επερχόμενη Diavel V4 for Bentley να αναμένεται σε παρόμοιες τιμές -δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμα.
  • Και η πρώτη 15άδα κλείνει με την υπερτροφοδοτούμενη Kawasaki Ninja H2R, που τιμάται στα 66. 000 ευρώ, ενώ στην ίδια τιμή, στην αντίπερα μεριά του Ατλαντικού θα βρούμε και την Boss Hoss Limited Super Sport Big Block Bike.
Ετικέτες

Η ιστορική εκστρατεία των “Τριών Όχι” κατά της μοτοσυκλέτας στην Ιαπωνία

Μην βγάζεις άδεια οδήγησης μοτοσυκλέτας, μην αγοράζεις μοτοσυκλέτα, μην οδηγείς μοτοσυκλέτα
Η καμπάνια των Τριών Όχι
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

26/2/2026

Ποιος θα περίμενε πως η Ιαπωνία των τεσσάρων μεγάλων κατασκευαστών, Honda, Yamaha, Suzuki και Kawasaki, θα αποθάρρυνε για τρεις δεκαετίες την επαφή των νέων με τη μοτοσυκλέτα, με μια ιδιαίτερα επιτυχημένη καμπάνια στα σχολεία, που έγινε γνωστή ως το Κίνημα / η Καμπάνια των Τριών Όχι: Μην βγάζεις άδεια οδήγησης μοτοσυκλέτας, μην αγοράζεις μοτοσυκλέτα, μην οδηγείς μοτοσυκλέτα. Μια καμπάνια που συνεχιζόταν σε πολλές περιφέρειες της χώρας, μέχρι και το 2012…

Η εκστρατεία “Tρία Όχι” (κυριολεκτικά “Κίνημα των Τριών Όχι”) ήταν μια εκτεταμένη πρωτοβουλία που εστίασε στα σχολεία της Ιαπωνίας, ξεκίνησε περίπου το 1982 και στόχευε στη δραστική μείωση των ατυχημάτων με μοτοσυκλέτες μεταξύ μαθητών λυκείου, αποθαρρύνοντας -και συχνά απαγορεύοντας- τη χρήση μηχανοκίνητων δίτροχων.

Η εκστρατεία αποτέλεσε απάντηση στη ραγδαία αύξηση των παπιών, scooter και μοτοσυκλετών κατά τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η οποία οδήγησε σε έξαρση των τροχαίων ατυχημάτων και στη δημιουργία των γνωστών συμμοριών μοτοσυκλέτας γνωστών ως Bosozoku.

Η γέννηση των τριών όχι

Bosozoku

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ποιος ήταν υπεύθυνος για την καμπάνια αποθάρρυνσης των νέων να ασχοληθούν με τη μοτοσυκλέτα, καθώς αυτή ξεκίνησε γύρω στο 1982 ως κίνημα βάσης (grassroots), που συχνά επιβαλλόταν από τις σχολικές αρχές, τα συνδικάτα εκπαιδευτικών και τις ενώσεις γονέων (PTA), και όχι ως κεντρική εντολή από την κυβέρνηση! Να πούμε εδώ πως η καμπάνια είχε αρχικά στόχο και το αυτοκίνητο, αν και το περισσότερο επικίνδυνο προφίλ της μοτοσυκλέτας έστρεψε τους υπεύθυνους κυρίως εναντίον των δυο τροχών.

Bosozoku

Η εκστρατεία των τριών όχι αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική στον περιορισμό της οδήγησης μοτοσυκλέτας από εφήβους, συμβάλλοντας σε απότομη πτώση της δημοτικότητας των μοτοσυκλετών στις νεότερες γενιές της Ιαπωνίας και σε αντίστοιχη πτώση στις πωλήσεις μοτοσυκλετών στο εσωτερικό της χώρας. Την ίδια ώρα οι 4 μεγάλοι κατασκευαστές μοτοσυκλετών της Ιαπωνίας γνώριζαν μεγάλες δόξες, κυρίως στο εξωτερικό, με τα μοντέλα τους.

Οι επικριτές της καμπάνιας υποστήριξαν -δικαίως κατά τη γνώμη μας- ότι η πολιτική των τριών όχι ενθάρρυνε την άκριτη υπακοή, περιόριζε την ελευθερία των νέων και δεν παρείχε ουσιαστική εκπαίδευση για ασφαλή οδήγηση, ενώ παράλληλα απέκλειε τη νέα γενιά από όλα τα πλεονεκτήματα της οδήγησης μοτοσυκλέτας.

Η εκστρατεία διήρκεσε για δεκαετίες, αλλά άρχισε να χάνει αρκετή από τη δημοτικότητά της τη δεκαετία του 2000, όμως η οριστική της απόρριψη πήρε πολύ παραπάνω, με την καμπάνια να παίρνει επίσημα τέλος μόλις το 2017, για να αντικατασταθεί από σεμινάρια και σχολές ασφαλούς οδήγησης.

Υπεύθυνοι κατασκευαστές, συντηρητική κοινωνία

Road safety, Japan

Αξίζει να σημειωθεί πως αν η καμπάνια των τριών όχι ξεκίνησε το 1982, οι Ιάπωνες κατασκευαστές μοτοσυκλετών όπως η Honda και η Yamaha είχαν ξεκινήσει να ασχολούνται με την ασφαλή οδήγηση μοτοσυκλέτας πολύ πιο πριν, και συγκεκριμένα κατά τη δεκαετία του 1970, ενώ και το ιαπωνικό κράτος θέσπισε νόμους για την ασφάλεια των αναβατών μοτοσυκλέτας.

Συγκεκριμένα, το 1975 εισήχθησαν ξεχωριστές άδειες οδήγησης μοτοσυκλέτας στην Ιαπωνία, ανάλογα με τον κυβισμό του κινητήρα, ενώ η χρήση κράνους κατέστη υποχρεωτική σε όλους τους δρόμους, ενώ προηγουμένως ίσχυε μόνο στους αυτοκινητοδρόμους.

The nicest people

Η Honda, η οποία είχε αναπτύξει σημαντικά τη δραστηριότητά της και ήταν δημοφιλέστατη και στο εσωτερικό της χώρας, αντιμετώπισε το ζήτημα με την πεποίθηση ότι η υγιής ανάπτυξη της μοτοσυκλετιστικής κουλτούρας και η διάδοση γνώσεων και τεχνικών ασφαλούς οδήγησης αποτελούσαν το κλειδί για την πρόληψη των ατυχημάτων. Έτσι, το 1970 ξεκίνησε τις δικές της δραστηριότητες προώθησης οδικής ασφάλειας.

Soichiro Honda

Από την αρχή του "Κινήματος των Τριών Όχι", ο ιδρυτής της Honda Motor Co., Soichiro Honda, έγραψε στο βιβλίο του «My Hands Speak» ότι: "αντί να απομακρύνουμε τις μοτοσυκλέτες από τους μαθητές λυκείου στο όνομα της εκπαίδευσης, δεν θα έπρεπε η σχολική εκπαίδευση να αφορά τη διδασκαλία των κανόνων και των κινδύνων της οδήγησης μοτοσυκλέτας;"

Για την περαιτέρω ενίσχυση της ασφαλούς οδήγησης, η Honda ίδρυσε το 1973 το Motor Recreation Promotion Center, με στόχο την προώθηση “υγιών τρόπων οδήγησης”. Οι πρωτοβουλίες αυτές αντικατόπτριζαν την πρόθεση της Honda να αναλάβει την ευθύνη που της αναλογούσε απέναντι στην ασφάλεια των πελατών της.

TL

Την ίδια χρονιά παρουσιάστηκε το πρώτο ιαπωνικό trial μοντέλο, Honda Bials TL125. Στο πλαίσιο της διάδοσης του μηχανοκίνητου αθλητισμού, η Honda δημιούργησε περισσότερα από είκοσι Bials Parks σε όλη την Ιαπωνία, όπου μπορούσαν να διεξάγονται αγώνες trial με έμφαση στην τεχνική οδήγηση και όχι στην ταχύτητα. Παράλληλα, κατασκευάστηκαν πάρκα ασφάλειας σε διάφορες περιοχές της χώρας ως χώροι για την ασφαλή απόλαυση του motocross. Με αυτά τα βήματα, η Honda επιδίωξε να διευρύνει τη βάση μιας υγιούς μοτοσυκλετιστικής κουλτούρας, αποστασιοποιημένης από την επικίνδυνη οδήγηση και τους bosozoku που σπίλωναν την εικόνα της μοτοσυκλέτας στην Ιαπωνία, και με τη συντηρητική προσέγγιση της κοινωνίας οδήγησαν στην καμπάνια των τριών όχι.

Το 1975, η Honda εγκαινίασε το σύστημα Safety Sports Shop (SSS) στα καταστήματα μοτοσυκλετών της. Οι αντιπρόσωποι SSS παρείχαν υπηρεσία επιλογής κατάλληλου μοντέλου για κάθε πελάτη, βάσει κριτηρίων που αξιολογούσαν την εμπειρία και τις δεξιότητες οδήγησής του. Παράλληλα η εταιρεία διοργάνωνε σεμινάρια ασφαλούς οδήγησης σε όλη τη χώρα, τα οποία προωθούσαν την οδική ασφάλεια. Επιπλέον, δημιουργήθηκαν πολυάριθμες λέσχες σε όλη την Ιαπωνία, κυρίως από αντιπροσωπείες, οι οποίες συγκεντρώνονταν μία φορά τον χρόνο στην πίστα της Suzuka, προσφέροντας ευκαιρίες στους φίλους της μοτοσυκλέτας να βρεθούν μαζί και να απολαύσουν οδήγηση σε ένα ασφαλές περιβάλλον.

Honda Motorcyclist school

Το 1978 η ίδια εταιρεία ξεκίνησε τα προγράμματα Honda Motorcyclist School (HMS), που απευθύνονταν σε χρήστες μεσαίων και μεγάλων μοτοσυκλετών για την εκμάθηση τεχνικών ασφάλειας και σωστής οδικής συμπεριφοράς. Τα μαθήματα πραγματοποιούνταν σε κέντρα κυκλοφοριακής αγωγής στη Suzuka, στην Okegawa και στη Fukuoka. Το μονοήμερο αυτό σχολείο επεκτάθηκε αργότερα σε εθνικό επίπεδο και διοργανωνόταν από αντιπροσώπους και γραφεία πωλήσεων της Honda, συμπεριλαμβανομένων των διανομέων, απευθυνόμενο και σε όσους σχεδίαζαν να οδηγήσουν σκούτερ ή οικογενειακά δίκυκλα.

Yamaha

Από τη μεριά της η Yamaha ανέπτυσσε τα δικά της εκπαιδευτικά προγράμματα για τη μοτοσυκλέτα σε εθνική κλίμακα. Το 1970, οι Ιάπωνες κατείχαν συνολικά 8,85 εκατομμύρια μοτοσυκλέτες και μοτοποδήλατα -αριθμός υπερδεκαπλάσιος σε σύγκριση με το 1955, έτος ίδρυσης της εταιρείας των τριών διαπασών. Οι συνθήκες αυτές ενίσχυσαν την κοινωνική ανησυχία σχετικά με την ασφαλή οδήγηση μοτοσυκλέτας.

Στόχος των δραστηριοτήτων της Yamaha ήταν η ενίσχυση της ασφάλειας, μέσω της διδασκαλίας του σωστού τρόπου οδήγησης μοτοσυκλέτας, καθώς και η διεύρυνση του κύκλου των φίλων της μοτοσυκλέτας. Το αρχικό πρόγραμμα περιλάμβανε τα μαθήματα ασφαλούς οδήγησης της Yamaha και το Yamaha Trail School, τα οποία ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1968.

Yamaha DT-1

Όταν η εταιρεία άρχισε να διαθέτει στην αγορά το trail μοντέλο DT1 το 1968, η δημοτικότητα των εκτός δρόμου δραστηριοτήτων αυξήθηκε κατακόρυφα. Κορυφαίοι αναβάτες ανέλαβαν ρόλο εκπαιδευτών στο Yamaha Trail School, το οποίο συνέβαλε στη διάδοση της off-road οδήγησης, μέσω βασικής εκπαίδευσης στην οδήγηση στο χώμα. Το σχολείο προσέφερε επίσης μαθήματα ελέγχου και συντήρησης μοτοσυκλετών. Τον Σεπτέμβριο του 1970, η Yamaha δημιούργησε 35 χώρους Yamaha Trail Land σε ολόκληρη την Ιαπωνία, όπου το κοινό μπορούσε να γνωρίσει τη χαρά της εκτός δρόμου οδήγησης.

Τον Μάιο του 1969, η Yamaha ίδρυσε επίσης τα Yamaha Moped License Schools, ενθαρρύνοντας το κοινό να αποκτήσει άδεια οδήγησης μοτοποδηλάτου κατηγορίας 1. Τα σχολεία αυτά βασίστηκαν στο πρότυπο των Yamaha Music Studios που είχε δημιουργήσει η Nippon Gakki (σημερινή Yamaha Corporation)! Με την ιδέα της μεταφοράς της φιλοσοφίας των μουσικών μαθημάτων στη δημιουργία σχολών μοτοσυκλέτας, τα Moped License Schools αναπτύχθηκαν σε όλη τη χώρα. Τον πρώτο κιόλας χρόνο λειτουργίας τους προσέλκυσαν περισσότερους από 160.000 μαθητές.

Yamaha Festival 1972

Η εταιρεία από την Iwata, ανέπτυξε επίσης εκδηλώσεις με στόχο τους φίλους της μοτοσυκλέτας. Μία από αυτές ήταν το 1ο Yamaha Grand Sports Festival (YGSF), που πραγματοποιήθηκε στο Fuji Speedway στις 5–6 Αυγούστου 1972. Ήταν μια μεγάλη διοργάνωση στην οποία μπορούσαν να συμμετάσχουν όλοι οι λάτρεις της μοτοσυκλέτας και τελικά προσέλκυσε συνολικά 80.000 άτομα! Συμμετείχαν 1.500 αναβάτες σε αγώνες motocross, kart και ταχύτητας δρόμου. Στον χώρο της εκδήλωσης συγκεντρώθηκαν 380 λεωφορεία, 3.800 αυτοκίνητα και 5.000 μοτοσυκλέτες. Το 2ο YGSF πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1973 και ήταν ακόμη μεγαλύτερης κλίμακας, προσελκύοντας περίπου 95.000 άτομα μέσα σε δύο ημέρες!

Το απρόσμενο, εκπληκτικό συμπέρασμα στην επαρχία Gunma

Safety Courses

Και ερχόμαστε στο 2026, όπου σε άρθρο του ιαπωνικού περιοδικού μοτοσυκλέτας Young Machine, διαβάζουμε κάτι το εκπληκτικό. Η επαρχία Gunma στην Ιαπωνία θεωρεί πως η εκστρατεία των "τριών όχι" απέτυχε παταγωδώς, καθώς… συνέβαλε στην αύξηση τροχαίων ατυχημάτων!

Σημειώνουμε εδώ πως η συγκεκριμένη επαρχία είναι γνωστή και ως “το βασίλειο του αυτοκινήτου” καθώς έχει ανεπαρκείς δημόσιες συγκοινωνίες, κατά μέσο όρο κάθε νοικοκυριό έχει 1,5+ αυτοκίνητα, ενώ εδώ έχουν έδρα και διάφορα εργοστάσια της Subaru. Κάπως έτσι η επαρχία Gunma κατατάσσεται σταθερά στον πάτο των επαρχιών όσον αφορά στην οδική ασφάλεια, με αριθμό ρεκόρ τροχαίων ατυχημάτων και τραυματισμών, με αντίστοιχα κακές επιδόσεις στο ποσοστό μαθητών λυκείου που εμπλέκονται σε ατυχήματα με ποδήλατο αλλά και στο ποσοστό ατυχημάτων νέων οδηγών.

Safety Courses

Κάπως έτσι το 2014 ιδρύθηκε Ειδική Επιτροπή για τα Μέτρα Οδικής Ασφάλειας και, σε συνεργασία με το τμήμα τροχαίας πολιτικής της επαρχίας και την Αστυνομική Διεύθυνση, διερεύνησαν και ανέλυσαν τα αίτια των ατυχημάτων. Κατέληξαν στο κοινό συμπέρασμα ότι “η Εκστρατεία των Τριών Όχι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως παράγοντας που συμβάλλει στο πρόβλημα”!

Βλέπετε, όταν η Gunma εφάρμοζε αυστηρά την Εκστρατεία “Τρία Όχι” για την αποθάρρυνση της χρήσης μοτοσυκλέτας, ένα από τα αποτελέσματα της καμπάνιας ήταν να αποξενωθούν οι μαθητές λυκείου από την ουσιαστική κυκλοφοριακή αγωγή, οδηγώντας σε επιδείνωση της οδικής συμπεριφοράς και αύξηση ατυχημάτων.

Μετά από συνεδριάσεις, ανταλλαγές απόψεων με σχετικούς φορείς, μελέτες και διαλέξεις ειδικών στην ανάλυση τροχαίων ατυχημάτων, η Ειδική Επιτροπή προχώρησε στη διαμόρφωση νέου σχεδίου για τα τροχαία ατυχήματα και νέο ΚΟΚ που τέθηκε σε ισχύ στις 22 Δεκεμβρίου 2014.

Στόχος ήταν -και είναι- η παροχή κυκλοφοριακής αγωγής σε ευρύ φάσμα ηλικιών -από μαθητές λυκείου μέχρι παιδιά και ηλικιωμένους, ώστε να εξελιχθούν όλοι σε υπεύθυνα μέλη της κοινωνίας, αποκτώντας δεξιότητες και γνώσεις ασφαλούς οδήγησης ποδηλάτου και μοτοσυκλέτας.

Safety Courses

Κύρια μέτρα που λαμβάνει η επαρχία Gunma μετά το 2014:

  • Μαθήματα κυκλοφοριακής αγωγής στο σχολείο και ειδικές δραστηριότητες.
  • Σεμινάρια από την αστυνομία και την Ένωση Οδικής Ασφάλειας.
  • Δημιουργία και διανομή φυλλαδίων για ασφαλή ποδηλασία.
  • Τεστ γνώσεων για ποδήλατο.
  • Σεμινάρια οδικής συμπεριφοράς για κατόχους άδειας μοτοσυκλέτας.
  • Σεμινάρια επιμόρφωσης εκπαιδευτικών στο Γενικό Κέντρο Κυκλοφορίας της Gunma.

Αργότερα, με την αναθεώρηση του κανονισμού και την κατάρτιση του 11ου Σχεδίου Οδικής Ασφάλειας, το πρόγραμμα ανανεώθηκε ως “Δεύτερο Πρόγραμμα Δράσης” (Μάρτιος 2021).

Το δεύτερο πρόγραμμα (2021–2025) στοχεύει ειδικά στους μαθητές λυκείου και εισάγει νέα μέτρα για ασφαλή ποδηλασία, όπως η προώθηση της χρήσης κράνους, ενώ συνεχίζει τις δράσεις για τις μοτοσυκλέτες.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κατάργηση της Εκστρατείας “Τρία Όχι” δεν οδήγησε σε απότομη αύξηση της απόκτησης άδειας οδήγησης από τους μαθητές, ή των ατυχημάτων με μοτοσυκλέτα.

Safety courses

Στο σεμινάριο ασφαλούς οδήγησης του 2025, αρκετοί μαθητές ανέφεραν ότι οδηγούν επειδή είναι αναγκαίο για να πηγαίνουν στο σχολείο. Η πλειονότητα των νέων της Gunma δεν ασχολείται με σπορ οδήγηση ή τουρισμό, απλώς καλύπτει πρακτικές ανάγκες μέσω της μοτοσυκλέτας.

Ο κανονισμός προβλέπει επίσης την προώθηση των δημόσιων συγκοινωνιών· δεν σημαίνει ότι πρέπει όλοι να οδηγούν μοτοσυκλέτα. Όμως, σε περιπτώσεις όπου οι συνθήκες μετακίνησης ή οικογενειακές ανάγκες το επιβάλλουν, η διατήρηση των “Τριών Όχι” στους σχολικούς κανονισμούς μειώνει την ποιότητα ζωής μαθητών και γονέων.

Safety courses

Αντίστοιχα, στις 9 Φεβρουαρίου 2018, η Επιτροπή για την Οδική Ασφάλεια Μοτοσυκλετών υπέβαλε έκθεση στο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο της επαρχίας Saitama, συνοψίζοντας προτάσεις όπως η θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών που θα αντικαθιστούσαν την Εκστρατεία "Τρία Όχι".

Πόσος χρόνος χάθηκε για τη μοτοσυκλέτα στην Ιαπωνία τόσες δεκαετίες που τα συντηρητικά “Τρία Όχι” μεσουρανούσαν, για να καταλήξουμε σε μελέτες που συμφωνούν πως η αποθάρρυνση των νέων στη χρήση μοτοσυκλέτας οδήγησαν όχι μόνο σε μείωση της ποιότητας ζωής τους, αλλά και στην αύξηση των τροχαίων ατυχημάτων!

Με πληροφορίες από το Young Machine και από την ιστορία των Honda και Yamaha