Αποκλειστικό: Στην παρουσίαση του Δίχρονου Langen!
Επιστροφή στο Μέλλον
29/9/2020
Μια νέα βρετανική εταιρεία κατασκευής μοτοσυκλετών, η Langen Motorcycles, παρουσίασε ένα ολοκαίνουργιο την περασμένη εβδομάδα στο κατάμεστο Salon Prive πάρτι (από τις 23 μέχρι τις 26 Σεπτεμβρίου) που διοργανώνεται στο Blenheim Palace (ήταν η κατοικία του WinstonChurhill), το οποίο ανήκει στον Δούκα του Marlborough. Η μοτοσυκλέτα που ονομάζεται απλώς "Το Δίχρονο" (Two Stroke), το πολυαναμενόμενο παρθενικό μοντέλο που έκανε το ντεμπούτο του στο Salon Prive, απορρίπτει κάθε συμβιβασμό προκειμένου να αναβιώσει τις δίχρονες αγωνιστικές ρέπλικες της περασμένης εικοσαετίας, όπως ήταν τα Suzuki RGV250 και Aprilia RS250, τα οποία εξαφανίστηκαν από τις βιτρίνες των καταστημάτων το 2004, ως θύματα των όλο και πιο αυστηρών προδιαγραφών ήχων και ρύπων.
Το άρθρο που ακολουθεί το έχει γράψει ο συνάδελφος και επί πολλές δεκαετίες συνεργάτης του ΜΟΤΟ, ο Alan Cathcart. Τονίζουμε το συνάδελφος, γιατί ουσιαστικά ο Alan δεν είναι απλώς ένας freelancer που συνεργαζόμαστε, αλλά είναι ΜΕΛΟΣ της συντακτικής ομάδας και λειτουργεί ως τέτοιο πάρα πολλά χρόνια, πηγαίνοντας αποστολές για λογαριασμό του ΜΟΤΟ.
Το Δίχρονο είναι πνευματικό τέκνο του ιδρυτή της Langen Motorcycles με έδρα του Lancashire, Chris Ratcliffe. Ο Ratcliffe ήταν πρώην αρχι-μηχανολόγος στην CCM Motorcycles στο Bolton, εκεί όπου δημιούργησε τα μονοκύλινδρα Spitfire και Stealth 600, όπως και το πανάλαφρο adventureGP450. Όμως, το Δίχρονο των 250cc διαθέτει έναν V-2 90 μοιρών κινητήρα με βαλβίδες reed, ο οποίος κατασκευάστηκε για λογαριασμό της βρετανικής εταιρείας από την ιταλική Vins με έδρα το Maranello, δυο βήματα από το εργοστάσιο της Ferrari. Ο κινητήρας που φτιάχτηκε ως project ελεύθερου χρόνου από μέλη του R&D της Ferrari που έχουν πάθος με τις μοτοσυκλέτες, είναι κατεργασμένος σε CNC εργαλειομηχανές και χρειάστηκαν πέντε χρόνια για την εξέλιξή του. Στην μοτοσυκλέτα της Langen αποδίδει μέγιστη ιπποδύναμη 75 ίππων και ροπή 4,9 χιλιογραμμόμετρα –με "κόκκινο" στις 14.500 στροφές!
Ο Chris Ratcliffe με το δημιούργημά του
Ένας συνδυασμός από τροφοδοσία καυσίμου με ψεκασμό, ψεκασμό λαδιού με έλεγχο από την ECU, ανθρακονημάτινες βαλβίδες reed και ηλεκτρονικά ελεγχόμενες βαλβίδες εξαγωγής, χαρίζει αυτές τις εξωπραγματικές επιδόσεις στον κινητήρα, ενώ είναι φιλικός προς το περιβάλλον και εντελώς νόμιμος για κυκλοφορία στον δρόμο (τουλάχιστον στην Μ. Βρετανία), σύμφωνα με τον Ratcliffe.
Ο λόγος κιλών ανά ίππο είναι παράγοντας κλειδί για την εκπληκτική απόδοση του Δίχρονου Langen, με την φιλοσοφία κατασκευής του να βασίζεται στην απλότητα και την διατήρηση του βάρους χαμηλά. Το ανακοινωμένο βάρος του Δίχρονου ανέρχεται στα 114 κιλά, με αποτέλεσμα η σχέση βάρους ιπποδύναμης να φτάνει το 1,52, που είναι καλύτερος από πολλά σύγχρονα supercars.
"Η εταιρεία μας ιδρύθηκε με στόχο να κατασκευάζουμε μοτοσυκλέτες με την απλότητα και την γνησιότητα που έχουν χαθεί εδώ και πολύ καιρό, όπως κάνουν οι τύποι της Ton-up με τα café racers, ενώ παράλληλα ωθούμε την σύγχρονη τεχνολογία στα άκρα", λέει ο Chris Ratcliffe. "Το όνειρό μου ήταν πάντα το να φτιάξω ένα μικρό κομμάτι της βρετανικής μοτοσυκλετιστικής Ιστορίας και το να σας παρουσιάζω αυτή τη ιδιαίτερη μοτοσυκλέτα ως προϊόν μια εντελώς νέας εταιρείας, κάνω πραγματικότητα το όνειρό μου. Ο στόχος μας είναι να συνεχίσουμε να εξερευνούμε τα όρια και να φτιάχνουμε ακόμη πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις, οι οποίες ευελπιστούμε ότι θα ικανοποιήσουν ανθρώπους που ενδιαφέρονται για κάτι διαφορετικό, αλλά με μπόλικη διασκέδαση στην οδήγησή του. Είναι το πρώτο από πολλά νέα, ασυνήθιστα και συναρπαστικά μοντέλα, που σχεδιάζουμε να φτιάξουμε τα επόμενα χρόνια."
Κάθε Δίχρονο Langen είναι χειροποίητο, μια κατά παραγγελία κατασκευή που είναι φτιαγμένη και ραμμένη για τον πελάτη που το παράγγειλε. Οι κορυφαίοι Βρετανοί προμηθευτές του project περιλαμβάνουν, τα φρένα της Hel Performance, τα ελαστικά της Dunlop και πίσω ανάρτηση της K-Tech. Το πλαίσιο είναι φτιαγμένο στο χέρι, με μεγάλης διαμέτρου αλουμινένιους σωλήνες που έχουν κοπεί με laser, με μηχανουργικά κατεργασμένα σημεία σύνδεσης. Ένα πλήρως ρυθμιζόμενο πιρούνι της Öhlins ΤΤΧ36 και το αμορτισέρ της K-Tech έχουν αναλάβει τις αναρτήσεις. Όλο το κοστούμι, συμπεριλαμβανομένου και του ρεζερβουάρ, είναι φτιαγμένο από φύλλα carbon απλωμένα με το χέρι και μικρές χρυσές λεπτμέρειες. Κάθε κινητήρας θα φτιάχνεται κατά παραγγελία και θα έχει διαφορετικό αριθμό για κάθε μοτοσυκλέτα ενός πελάτη, με κάρτερ φτιαγμένα σε CNC και ένα εξάρι κιβώτιο τύπου "κασέτας", που διαθέτει και powershifter. Τα φρένα αποτελούνται από δύο δίσκους μπροστά 300mm (πίσω ένας 265mm) της Brembo με ακτινικές, billet, δαγκάνες της HEL.
Το customizing για να δώσει την προσωπική του πινελιά ο κάθε ιδιοκτήτης, εκτείνεται σε ένα μεγάλο εύρος επιλογών για το βάψιμο, τα φινιρίσματα του πλαισίου και το είδος των αναρτήσεων, τους τροχούς –έχουν τοποθετηθεί ακτινωτοί τροχοί, αλλά θα υπάρχουν σύντομα ανθρακονημάτινοι ή από μαγνήσιο ως aftermarket- ενώ η εργονομία θα είναι φτιαγμένη ξεχωριστά για κάθε πελάτη, συμπεριλαμβανομένων τον τύπο και την θέση του τιμονιού, το ύψος της σέλας. Την θέση των μαρσπιέ και το σετάρισμα της πίσω ανάρτησης.
Αρχικά, η παραγωγή των Δίχρονων της Langen θα είναι περιορισμένη σε 100 αριθμημένες μονάδες, και αναμένεται να ξεκινήσει το καλοκαίρι του 2021. Άλλες 150 μοτοσυκλέτες θα παραχθούν το 2022, οι οποίες θα έχουν έγκριση τύπου για χρήση στο δρόμο σε όλες τις χώρες του κόσμου. Ο συνολικός αριθμός, λοιπόν, θα είναι 250 μοτοσυκλέτες, κάθε μία τους φτιαγμένη κατά παραγγελία.
Οι τιμές του Δίχρονου θα ξεκινούν από τα 30.700 ευρώ, συν τους φόρους ανάλογα την αγορά, με μια μακριά λίστα προαιρετικού εξοπλισμού. Το βιβλίο των παραγγελιών της Langen έχει ανοίξει, με μια προκαταβολή 1.100 ευρώ (που είναι επιστρεπτέα) για να εξασφαλίσετε μία από τις πρώτες 100 μοτοσυκλέτες μέσω του www.langenmotorcycles.co.uk
Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
Από τον
Παύλο Καρατζά
29/5/2026
Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.
Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.
Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.
Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.
Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.
Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:
Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)
Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.
Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.
Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)
Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.
Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.
Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.
Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.
Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)
Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.
Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)
Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.
Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.
XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)
Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.
Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.
Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)
Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.
Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.
Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.
Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.
Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)
Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.
Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.
Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.
Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)
Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.
Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.
Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.
Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.
Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.
Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)
Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.
Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.
Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.
Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.