BMW "M" μοτοσυκλέτες, με Μ1300GS!

Κατοχύρωσαν ονομασίες οι Βαυαροί!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

27/9/2019

Αν ρωτήσετε οποιονδήποτε να σας πει ποιο αυτοκίνητο της BMW είναι το αγαπημένο του, η συντριπτική πλειοψηφία θα απαντήσει κάποιο από την σειρά "Μ" του γερμανικού εργοστασίου. Συνώνυμο των επιδόσεων και του hi-tech εξοπλισμού, τα μοντέλα που δέχονται τις επεμβάσεις του τμήματος "Motorsports" της BMW αποτελούν αντικείμενο πόθου και φαντασιώσεων. Βέβαια, να διευκρινήσουμε ότι τα αυτοκίνητα της σειράς Μ της BMW διαθέτουν και διαφορές στους κινητήρες τους, σε σχέση με τις στάνταρ εκδόσεις. Αυτή την παράδοση όμως θέλησε να εκμεταλλευτεί και να εξαργυρώσει η BMW Motorrad, σπεύδοντας να κατοχυρώσει τρεις νέες εμπορικές ονομασίες για την γκάμα της, μετά την αρχή που έκανε με το S1000RR, το οποίο το διαθέτει και σε έκδοση "Μ".

Να θυμίσουμε ότι στο παρελθόν, η απόπειρα για ένα ετοιμοπόλεμο και προσανατολισμένο αποκλειστικά στις πίστες S1000RR, με την ονομασία HP4 Race, αποδείχθηκε εμπορική αποτυχία, στέλνοντας τα στελέχη του βαυαρικού εργοστασίου πίσω στα γραφεία τους προκειμένου να υπάρξει άμεση αντίδραση. Η λύση στον προβληματισμό ήρθε από τον τομέα των αυτοκινήτων της εταιρείας και η BMW κατοχύρωσε στην Υπηρεσία Πνευματικών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (EUIPO) τις ονομασίες Μ1000RR, M1000XR και Μ1300GS!

Για τα δύο πρώτα μοντέλα γίνεται εύκολα κατανοητό ότι θα αποτελούν εκδόσεις των S1000RR και X1000XR με κορυφαίο εξοπλισμό και προσανατολισμένα στις επιδόσεις, ενώ το τρίτο μοντέλο είναι αυτό που βγάζει και την είδηση. Φυσικά, αυτό που κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι ο συνδυασμός του 1300 με τα αρκτικόλεξα GS, μιας και μέχρι στιγμής δεν υπάρχει αυτός ο κυβισμός στην οικογένεια των "R". Το R1250GS παρουσιάστηκε πέρσι ως μοντέλο 2019, φέροντας σημαντικές αλλαγές στον κινητήρα με τον μεταβλητό χρονισμό των βαλβίδων και με τα 50 παραπάνω κυβικά, και δεν ακούγεται καθόλου παράλογο να υπάρξει στο σχετικά κοντινό μέλλον, μια αναβάθμιση με ακόμη μεγαλύτερο κινητήρα στα 1300cc. Το Μ1300GS θα διαθέτει προφανώς την αιχμή του δόρατος, σε ό,τι αφορά τον εξοπλισμό, καθώς και καλύτερες επιδόσεις.

Veloce Ethereal: Δίχρονη V4 café racer 500 κυβικών με 145 ίππους από τη Βρετανία

Με νέο τετρακύλινδρο κινητήρα "L4", μονόμπρατσο ψαλίδι και παραγωγή μόλις 48 μοτοσυκλετών
Veloce Ethereal
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

30/6/2026

Μετά την εντυπωσιακή Aperion των 1.000 κυβικών και των 276 ίππων, η βρετανική Veloce Motorcycles παρουσιάζει τη δεύτερη δημιουργία της. Η νέα Ethereal υιοθετεί έναν ολοκαίνουργιο δίχρονο τετρακύλινδρο κινητήρα 500 κ.εκ. με απόδοση έως 145 ίππους, διατηρώντας την ίδια ιδιαίτερη φιλοσοφία σχεδίασης και κατασκευής.

Η Veloce Motorcycles από την Οξφόρδη έγινε γνωστή πριν από λίγες εβδομάδες παρουσιάζοντας την εντυπωσιακή Aperion, μια περιορισμένης παραγωγής μοτοσυκλέτα με δίχρονο οκτακύλινδρο κινητήρα 1.000 κ.εκ. και ισχύ 276 ίππων. Τώρα η βρετανική εταιρεία αποκαλύπτει το δεύτερο μοντέλο της, την Ethereal, μια κάπως πιο “προσιτή” πρόταση, χωρίς όμως να χάνει την τεχνολογική της ιδιαιτερότητα.

Αντί για τον οκτακύλινδρο κινητήρα της Aperion, η Ethereal χρησιμοποιεί έναν άλλο δίχρονο τετρακύλινδρο κινητήρα 500 κυβικών εκατοστών, ο οποίος αποδίδει έως 145 ίππους στις 12.000 στροφές ανά λεπτό. Πρόκειται για έναν V4 κινητήρα που η Veloce χαρακτηρίζει ως L4, καθώς οι τέσσερις κύλινδροι είναι τοποθετημένοι σε δύο ζεύγη υπό γωνία 90 μοιρών και χρησιμοποιούν δύο ξεχωριστούς στροφαλοφόρους άξονες, στην ίδια αρχιτεκτονική που συναντάται και στον μεγαλύτερο κινητήρα της Aperion.

Veloce Ethereal

Η εταιρεία συνεχίζει να επενδύει στις ιδιαίτερες μηχανολογικές λύσεις. Η έξοδος της μετάδοσης βρίσκεται ανάμεσα στους δύο στροφαλοφόρους και πάνω από το κιβώτιο ταχυτήτων, ενώ το μονόμπρατσο ψαλίδι είναι εξ ολοκλήρου κατεργασμένο από μασίφ αλουμίνιο. Αντίστοιχα ξεχωριστή είναι και η εξάτμιση, με τέσσερις θαλάμους διαστολής, έναν για κάθε κύλινδρο, οι οποίοι κατασκευάζονται από αλουμίνιο με κοπή laser και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της αισθητικής της μοτοσυκλέτας.

Η Ethereal κατά τα άλλα, ακολουθεί τις γραμμές μιας κλασικής café racer, με λιτή σιλουέτα, μονόσελο και σωληνωτό ατσάλινο πλαίσιο. Ένα ακόμη ιδιαίτερο στοιχείο είναι η θέση του ψυγείου. Αντί να βρίσκεται μπροστά από τον κινητήρα, έχει τοποθετηθεί κάτω από την ουρά, θυμίζοντας τη λύση που είχε χρησιμοποιήσει η Benelli Tornado Tre 900 στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ο αέρας οδηγείται προς το ψυγείο μέσω αεραγωγών που βρίσκονται κάτω από το ρεζερβουάρ.

Veloce Ethereal

Για τις αναρτήσεις και τα φρένα, η Veloce επιλέγει σύγχρονα περιφερειακά, με ανεστραμμένο πιρούνι εμπρός, χωρίς όμως να έχει ανακοινώσει ακόμη τους προμηθευτές ή τα πλήρη τεχνικά χαρακτηριστικά.

Η εταιρεία δεν έχει δημοσιοποιήσει ακόμη το βάρος της Ethereal ούτε τις πλήρεις επιδόσεις της, ωστόσο οι πρώτες εικόνες δείχνουν μια ιδιαίτερα συμπαγή κατασκευή, με στόχο να προσφέρει μια πιο "φιλική" εμπειρία σε σχέση με την ακραία Aperion.

Veloce Ethereal

Μισός κινητήρας, διπλή παραγωγή

Όπως και το πρώτο μοντέλο της εταιρείας, έτσι και η Ethereal θα παραχθεί σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό. Η παραγωγή προβλέπεται να περιοριστεί σε 48 μοτοσυκλέτες, με τις πρώτες παραδόσεις να προγραμματίζονται για το 2027. Η Veloce έχει ήδη ξεκινήσει να δέχεται κρατήσεις μέσω της ιστοσελίδας της, χωρίς όμως να ανακοινώνει επίσημη τιμή. Το μόνο που αναφέρει είναι ότι θα κοστίζει λιγότερο από την Aperion, η οποία τιμολογείται στις 78.000 λίρες, δηλαδή περίπου 90.000 ευρώ.

Όπως συμβαίνει και με την Aperion, η Ethereal προορίζεται να αποκτήσει άδεια κυκλοφορίας στη Μεγάλη Βρετανία μέσω της διαδικασίας Motorcycle Single Vehicle Approval (MSVA), που επιτρέπει την ταξινόμηση οχημάτων μικρής παραγωγής. Αντίθετα, εάν οι προτάσεις της Veloce σας είχαν δελεάσει, μάλλον θα απογοητευτείτε να μάθετε ότι η έγκρισή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρείται πρακτικά αδύνατη, καθώς ο δίχρονος κινητήρας υψηλών επιδόσεων δεν πληροί τις ισχύουσες προδιαγραφές εκπομπών ρύπων Euro5+ και δεν διαθέτει υποχρεωτικά συστήματα ασφαλείας, όπως το ABS, για να λάβει τη σχετική έγκριση τύπου.

Veloce Ethereal

Με την Ethereal, η Veloce αποδεικνύει ότι η Aperion δεν ήταν μια μεμονωμένη τεχνολογική και κατασκευαστική άσκηση, αλλά η αρχή μιας σειράς ιδιαίτερων μοτοσυκλετών που επιχειρούν να επαναφέρουν τον δίχρονο κινητήρα στο προσκήνιο, μέσα από σύγχρονες και εξαιρετικά περιορισμένης παραγωγής κατασκευές.