BMW R18: "Χτισμένο" πάνω στην Ιστορία

Παρουσιάστηκε επίσημα το mega cruiser της BMW
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

6/4/2020

Η κατηγορία των cruisers με την σύγχρονη Ιστορία της BMW είναι σαν δύο παράλληλες γραμμές: δεν συναντιούνται ποτέ. Η πιο πρόσφατη απόπειρα των Βαυαρών να μπουν στο συγκεκριμένο κομμάτι της αγοράς, με τα R1200C και R850C, δεν ήταν αυτό ακριβώς που θα λέγαμε επιτυχημένη προσπάθεια.

Τώρα όμως που το ρεύμα των custom έχει προλειάνει το έδαφος σε γενικότερο πλαίσιο, η BMW αποφάσισε να επιχειρήσει μια δυναμική είσοδο με το R18 που παρουσιάστηκε επίσημα μέσα στο Σαββατοκύριακο, βασισμένη πάνω σε δύο πυλώνες που και κατέχει και μπορεί να διαχειριστεί: την ιστορική κληρονομιά και το μέγεθος… Όπως ισχυρίζονται οι άνθρωποι του γερμανικού εργοστασίου, δεν υπάρχει αυτή την στιγμή άλλο μοντέλο στην γκάμα της BMW που να διαθέτει τόσο ισχυρούς δεσμούς με το παρελθόν, τόσο σχεδιαστικά, όσο και τεχνολογικά. Πηγή έμπνευσης η θρυλική σειρά 5, που εστιάζει στις αυθεντικές αξίες της μοτοσυκλέτας, όπως ο πρωταγωνιστικός ρόλος του boxer κινητήρα στην εμφάνιση και στην οδηγική αίσθηση, αλλά και σε αυτό που οι Αμερικάνοι έχουν αναγάγει σε φιλοσοφία με τον όρο "good vibrations".

Τον θηριώδες δικύλινδρο boxer, οι Γερμανοί τον "διαφημίζουν" ως τον πιο ισχυρό boxer που έχουν φτιάξει ποτέ, με κτηνώδη ροπή. Προφανώς και βρίσκεται στο επίκεντρο του σχεδιασμού και της εικόνας του R18, συνδυάζοντας τον εντυπωσιασμό με την τεχνολογική συνέχεια των αερόψυκτων boxer που αποτελούν συνώνυμο πλέον του βαυαρικού εργοστασίου, από το 1923! (Αυτό σημαίνει ότι το κιβώτιο είναι ξεχωριστά από τον υπόλοιπο κινητήρα). Η χωρητικότητά του είναι 1.802cc για την ακρίβεια, με την απόδοση να φτάνει τους 91 ίππους στις 4.750 στροφές και την ροπή στα 21,8 κιλά στις 3.000 αντίστοιχα, ενώ πάνω από 15 χιλιογραμμόμετρα  είναι διαρκώς διαθέσιμα σε ένα εύρος στροφών μεταξύ 2.000 με 4.000. Η ψύξη του γίνεται από τον αέρα και από ένα ψυγείο λαδιού, με το βάρος του να ανέρχεται στα 110,8 κιλά. Ο στρόφαλος εδράζεται σε τρία σημεία, με κουζινέτο και στο κέντρο του μήκους του, λόγω του μεγάλου κθυβσιμού και της εξάλειψης των ανεπιθύμητων κραδασμών από τον στρόφαλο.

Οι μπιέλες έχουν υποστεί θερμική επεξεργασία σκλήρυνσης και οι κύλινδροι έχουν επίστρωση NiCaSil. Παρά τον σύγχρονο σχεδιασμό του και τις τετραβάλβιδες κεφαλές, ο μεγάλος boxer χρησιμοποιεί παρόμοιο μηχανισμό μετάδοσης της κίνησης στους δύο εκκεντροφόρους, με αυτόν που χρησιμοποιούσαν τα R5 και R15 με καδένα. Οι εκκεντροφόροι είναι τοποθετημένοι πάνω από τον στρόφαλο προκειμένου να μειωθεί η απόσταση τους και κατ' επέκταση να σχεδιαστούν μικρότερα ωστήρια για μείωση της μάζας των κινούμενων μερών. Ως μια επιπλέον αναφορά στο παρελθόν, οι βαλβίδες δεν ρυθμίζονται υδραυλικά όπως τα υπόλοιπα διβάλβιδα boxer, αλλά με το παραδοσιακό "κόντρα παξιμάδι"! Το κιβώτιο έχει έξι σχέσεις και συνεργάζεται με έναν μονόδισκο συμπλέκτη με μονόδρομη λειτουργία.

Το ατσάλινο διπλό σωληνωτό πλαίσιο ακολουθεί κι αυτό με τη σειρά του την παράδοση της BMW στον συγκεκριμένο τύπο πλαισίων, με την ποιότητα και την προσοχή στην λεπτομέρεια της κατασκευής του να είναι εμφανείς σε λεπτομέρειες όπως οι κολλήσεις μεταξύ των σωλήνων και η χύτευση των αλουμινένιων εξαρτημάτων. Το ψαλίδι θυμίζει κι αυτό τα αντίστοιχα της σειράς 5, με συνδέσμους που ενώνονται με βίδες οι οποίοι ουσιαστικά "περικυκλώνουν" την τελική μετάδοση με άξονα.

Από τις αναρτήσεις του R18, σκοπίμως –όπως αναφέρουν οι άνθρωποι της BMW- απουσιάζει κάθε είδους ηλεκτρονική παρέμβαση ή ρύθμιση. Αντιθέτως, προτιμήθηκε η παραδοσιακή και συμβατική επιλογή ενός τηλεσκοπικού πιρουνιού, με μοναδική δυνατότητα την προφόρτιση των ελατηρίων. Τα καλάμια περιβάλουν οι προστατευτικοί σωλήνες, με μια νοσταλγική νότα από το παρελθόν των R5, με την διάμετρο των καλαμιών να είναι στα 49mm και την διαδρομή του μπροστινού στα 120mm και στα 90mm για πίσω. Τα φρένα αποτελούνται από δύο δίσκους μπροστά και έναν πίσω, σε συνδυασμό με τατραέμβολες δαγκάνες. Σε ό,τι αφορά όμως τους τροχούς, αναμφίβολα οι ακτινωτές ζάντες είναι αυτές που τραβούν τα βλέμματα.

Η θέση οδήγησης είναι χαλαρή, με τα πόδια απλωμένα σχετικά μπροστά, αν και τα μαρσπιέ εξακολουθούν να είναι τοποθετημένα πίσω από τους κυλίνδρους. Ο αναβάτης του R18 έχει στην διάθεσή του τρία riding modes (Rain, Roll και Rock, με ονομασίες που αν μη τι άλλο μόνο συνηθισμένες δεν τις λες), ενώ στα ηλεκτρονικά βοηθήματα συμπεριλαμβάνεται το ASC (Automatic Stability Control, όπως ονομάζει η BMW το traction control) το οποίο μπορεί να απενεργοποιηθεί, σε συνδυασμό με το σύστημα MSR (engine drag torque control) που ρυθμίζει την αντίστροφη ροπή του τροχού ώστε να μην γλιστράει στα κατεβάσματα ή τα απότομα ανοίγματα του γκαζιού. Πρόκειται για το ίσιο σύστημα που διαθέτει για πρώτη φορά το ανανεωμένο S1000XR. Επιπλέον, το R18 διαθέτει όπισθεν (κάτι ευεργετικό στις μανούβρες δεδομένων του μήκους και του βάρους του), αλλά και hill start control για εύκολη εκκίνηση στις ανηφόρες. Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει και η keyless τεχνολογία που αφήνει το κλασσικού σχήματος στρογγυλό όργανο απερίσπαστο χωρίς την ύπαρξη κεντρικού διακόπτη.

Το R18, όπως αναφέραμε και παραπάνω, έχει κάνει σημαία του τους ισχυρούς δεσμούς με το παρελθόν και την κληρονομιά από τα R5 της BMW. Από το πλαίσιο και το ρεζερβουάρ σε σχήμα αχλάδι, μέχρι τον εκτεθειμένο σε κοινή θέα άξονα της τελικής μετάδοσης και τα φιλέτα στην βαφή του (που μέχρι τώρα αποτελούσαν έξτρα επιλογή σε όλα τα μοντέλα). Τα εξαρτήματα που αποτελούν το υπόλοιπο "κορμί" της μοτοσυκλέτας είναι όλα μεταλλικά με πλήρη απουσία πλαστικού και ως σύνολο καταφέρνει μεταφέρει με απόλυτη επιτυχία και εντυπωσιακό τρόπο, το οπτικό concept της σειράς R5 στην σύγχρονη εποχή.

Το R18 θα πωλείται παγκοσμίως ως R18 Exclusive First Editinon, με μια στάνταρ έκδοση να είναι διαθέσιμη μόνο σε συγκεκριμένες αγορές του κόσμου. Πέρα από τα λευκά φιλέτα που αναφέραμε πιο πριν, η First Edition θα διαθέτει μπόλικα χρωμιομένα εξαρτήματα, ανάγλυφο λογότυπο στη σέλα και χρωμιομένα ταμπελάκια "First Edition" στα πλαϊνά καπάκια. Τα φώτα είναι τεχνολογίας LED, ενώ στον προαιρετικό εξοπλισμό συμπεριλαμβάνονται τα φώτα προσαρμοζόμενης δέσμης (adaptive headlights).

Ο Γερμανοί δεν κρύβουν ότι το R18 αποτελεί και μια από τις ιδανικότερες βάσεις για customizing, κάτι άλλωστε που αποτέλεσε και γνώμονα στην αρχική σχεδίαση του μοντέλου. Χαρακτηριστικό αυτής της φιλοσοφίας είναι η πρόβλεψη για εύκολη αφαίρεση του υποπλαισίου και όλων των βαμμένων μερών της μοτοσυκλέτας. Η μελετημένη κατασκευή για την στήριξη των σωλήνων των φρένων, του συμπλέκτη και των ηλεκτρικών καλωδίων, δίνει την δυνατότητα για την τοποθέτηση διαφορετικού ύψους τιμονιού χωρίς να δημιουργείται πρόβλημα στα συγκεκριμένα σημεία. Επιπλέον, τα καπάκια στις κεφαλές των κυλίνδρων και στα κάρτερ, είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να είναι έξω από το θάλαμο του λαδιού και ως εκ τούτου να είναι εύκολη η αντικατάστασή τους.

Η λίστα των αξεσουάρ της BMW για το R18 προσφέρει ένα μεγάλο πλήθος επιλογών για να κάνει ιδιαίτερη την δική του μοτοσυκλέτα ο εκάστοτε ιδιοκτήτης. Μάλιστα το πρόγραμμα "Original BMW Motorrad Accessories" δίνει την δυνατότητα για ένα εντελώς μοναδικό customizing, με δύο διαφορετικές συλλογές αλουμινένιων εξαρτημέτων που δημιουργήθηκαν σε συνεργασία με την Roland Sands Design, με τις ονομασίες "Machined και "2-Tone Black". Επίσης η BMW συνεργάστηκε και με την Mustang Seat προκειμένου να έχει στην λίστα των after market αξεσουάρ διάφορες εκδόσεις χειροποίητων σελών. Μια εξίσου σημαντική συνεργασία είναι και αυτή με την Vance & Hines για μια εναλλακτική στα συστήματα των εξατμίσεων.

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες