Honda CBR1000RR-R Fireblade και CBR1000RR-SP 2020- EICMA: Με προδιαγραφές MotoGP [video]

Mπιέλες τιτανίου και εξάτμιση Akrapovic στη βασική έκδοση!
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

4/11/2019

Άργησε μερικά χρόνια, αλλά με την ολοκαίνουρια γενιά του Fireblade για το 2020 η Honda μπαίνει δυνατά στο τεχνολογικό παιχνίδι των superbike. Τα νέα υπερσύγχρονα ηλεκτρονικά είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Τα εντυπωσιακά νέα έρχονται μέσα από τον νέο κινητήρα που έχει σχεδιαστεί πάνω σε ένα λευκό φύλλο χαρτιού χρησιμοποιώντας όλη την τεχνογνωσία και τεχνολογία που ανέπτυξε η Honda για την RC213V-S. Ακόμα και η βασική έκδοση RR-R (triple R την αποκαλούν) έχει μπιέλες τιτανίου που είναι 50% πιο ελαφριές από τις σφυρήλατες του προηγούμενου μοντέλου. Βέβαια είναι και πιο μικρές σε μέγεθος, αφού το νέο Fireblade έχει μόλις 48,5mm διαδρομή εμβόλου (ο παλιός κινητήρας είχε 55,1mm) και 81mm διάμετρο (ο παλιός είχε 76mm), που είναι και το όριο το οποίο θέτουν οι κανονισμοί των MotoGP.

Στόχος βέβαια είναι η επίτευξη υψηλών στροφών που με την σειρά τους παράγουν περισσότερους ίππους. Επειδή όμως οι πολλές στροφές δημιουργούν και πολλές τριβές που “τρώνε” άλογα, η νέα Fireblade είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα ευρείας παραγωγής που οι εκκεντροφόροι της έχουν σκλήρυνση επιφάνειας λοβών DLC (Diamond Like Carbon). Η τεχνολογία αυτή αναπτύχθηκε για τους εκκεντροφόρους της εξωτικής RC213V-S των 200.000 ευρώ. Άλλη μια διαφορά του νέου κινητήρα προς όφελος της ευστροφίας με όσο το δυνατόν λιγότερες τριβές και απώλειες, είναι τα ενδιάμεσα κοκκοράκια μεταξύ των λοβών των εκκεντροφόρων και στα “ποτηράκια” των καινούριων ελαφρύτερων βαλβίδων, όπου αθροιστικά μειώνουν κατά 75% το βάρος των κινούμενων μερών στην κεφαλή. Ίδιου επιπέδου προσοχή στη λεπτομέρεια δόθηκε και στο κάτω τμήμα του κινητήρα, όπου και πάλι χρησιμοποιώντας την τεχνογνωσία που ανέπτυξαν για την RS213V-S , μείωσαν δραματικά τις απώλειες δύναμης από εσωτερικές τριβές, αλλά και την κίνηση του αέρα και του λαδιού.

Η βασική έκδοση έχει τις νέες ακτινικές δαγκάνες της Nissin (Η SP έχει Brembo)
 

Η θεωρητική σχέση συμπίεσης έφτασε στο 13:1, δείγμα της “αγριεμένης” ρύθμισης του χρονισμού των εκκεντροφόρων. Οι άγριοι εκκεντροφόροι και οι πολλές στροφές όμως δημιουργούν ισχυρές δυνάμεις στο σύστημα κίνησης των εκκεντροφόρων. Για να ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα, η Honda σχεδίασε ένα υβριδικό σύστημα με αλυσίδα και γρανάζια, που έχει ως αποτέλεσμα την μείωση του συνολικού μήκους της αλυσίδας, οπότε αυξάνεται η αντοχή της. Μαζί με την εξάτμιση 4-2-1 της Akrapovic, η μέγιστη ιπποδύναμη εκτοξεύτηκε στους 214 ίππους στις 14.500 στροφές, καθιστώντας την νέα Fireblade την ισχυρότερη τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα της Honda, αλλά και την ισχυρότερη ιαπωνική superbike αυτή τη στιγμή.

Δείτε στο τέλος του άρθρου το video από την παρουσίαση και το πλήρες φωτογραφικό υλικό

Μάλιστα για να βελτιώσουν ακόμα περισσότερο την απόδοση του Ram-air και την τροφοδοσία του κινητήρα με φρέσκο αέρα, έβγαλαν την συμβατική κλειδαριά και έβαλαν σύστημα keyless για να μην παρεμβάλεται τίποτα στην οδό που ακολουθεί ο αέρας από την μπροστινή εισαγωγή! Η απόσταση μεταξύ των βαλβίδων εισαγωγής και των πεταλούδων του ride by wire ψεκασμού έχει μειωθεί κατά 13% για πιο άμεση απόκριση στο γκάζι.

Τα ηλεκτρονικά βοηθήματα βασίζονται στο νέο hardware της Bosch που χρησιμοποιούν σχεδόν όλοι οι κατασκευαστές σε αυτή την κατηγορία και χάρη στην IMU με αισθητήρες επιτάχυνσης 6 κατευθύνσεων, γνωρίζει με ακρίβεια τη θέση της μοτοσυκλέτα στο χώρο και αναλόγως επεμβαίνουν τα ηλεκτρονικά. Το launch control είναι το μόνο καινούριο παιχνίδι που δεν είχε το προηγούμενο μοντέλο με το παλιάς τεχνολογίας hard ware της Bosch, αλλά έχει τώρα το Triple X… συγγνώμη το RR-R.

Στο τομέα του πλαισίου, η μεγάλη διαφορά εντοπίζεται στο μήκος του ψαλιδιού που είναι 30,5mm πιο μακρύ, φτάνοντας τα 622,7mm. Παρ’ ότι μεγαλύτερο, ζυγίζει ακριβώς το ίδιο όσο το παλιό και είναι 18% πιο ανθεκτικό στη στρέψη, 9% στις κάθετες δυνάμεις, αλλά 11% πιο ενδοτικό στις πλάγιες δυνάμεις ώστε να προσφέρει περισσότερη αίσθηση όταν η μοτοσυκλέτα πλαγιάζει.

Μεγάλη υπερηφάνεια στην Honda έχουν για την αεροδυναμική του νέου Fireblade, όπου δηλώνουν πως με συντελεστή οπισθέλκουσας 0,27 είναι η πιο αεροδυναμική στην κατηγορία της αυτή τη στιγμή. Φυσικά έχει και φτεράκια τύπου MotoGP που βελτιώνουν τη σταθερότητα στις υψηλές ταχύτητες.

Η διαφορά της έκδοσης SP από την βασική βρίσκεται στις ημί-ενεργητικές αναρτήσεις δεύτερης γενιά της Ohlins, αντί για τις συμβατικές αναρτήσεις της Showa. Εδώ να πούμε πως στα τεχνικά χαρακτηριστικά φαίνεται πως επιτέλους η Honda θα βάλει κανονικά ακριβά ελαστικά  (Pirelli Supercorsa SP ή Bridgestone RS10 ανάλογα την αγορά) αντί για τα... προστατευτικά ζαντών που είχαν έως τώρα οι μοτοσυκλέτες της. Επίσης το πίσω ελαστικό έγινε 200/55-17 αντί για την “τουριστική” διάσταση 190/50-17.

Τεχνικά χαρακτηριστικά CBR1000RRR

ENGINE
Type
Liquid-cooled 4-stroke 16-valve DOHC Inline-4
Engine Displacement (cm³)
999.9cc
No. of Valves per Cylinder
4
Bore ´ Stroke (mm)
81mm x 48.5mm
Compression Ratio
13.0 x 1
Max. Power Output
160kW @ 14,500
Max. Torque
113Nm @ 12,500
Oil Capacity
4.0L
FUEL SYSTEM
Carburation
PGM-DSFI
Fuel Tank Capacity
16.1L
Fuel Consumption
16.0km/litre
ELECTRICAL SYSTEM
Starter
Electric
Battery Capacity
12-6 YTZ7S
DRIVETRAIN
Clutch Type
Wet, multiplate hydraulic clutch with assist slipper
Transmission Type
6-speed
Final Drive
Chain
FRAME
Type
Aluminium composite twin spar
CHASSIS
Dimensions (L x W x H)
2100 x 745 x 1140mm
Wheelbase
1455mm
Caster Angle
24o
Trail
102mm
Seat Height
830mm
Ground Clearance
115mm
Kerb Weight
201kg
SUSPENSION
Type Front
Showa Telescopic inverted fork with an inner tube diameter of 43 mm, and a Big Piston Front Fork with preload, compression and rebound adjustment, 120mm stroke
Type Rear
Unit Pro-Link with gas-charged HMAS damper featuring 10-step preload and stepless compression and rebound damping adjustment, 137mm stroke.
Showa Balance-Free Rear Cushion with preload, compression and rebound adjustment.
WHEELS
Rim Size Front
17 inch x 3.5
Rim Size Rear
17 inch x 6.0
Tyres Front
120/70-ZR17
Pirelli Diablo Supercorsa SP
Bridgestone RS11
Tyres Rear
200/55-ZR17
Pirelli Diablo Supercorsa SP
Bridgestone RS11
BRAKES
ABS System Type
2 Channel
Front
330mm disc with radial-mount 4-piston Nissin caliper
Rear
220mm disc with 2-piston Brembo caliper
INSTRUMENTS & ELECTRICS
Instruments
TFT-LCD
Security System
HISS
Headlight
LED
Taillight
LED

ααp>

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες