Η πλήρης γκάμα της QJMOTOR για το 2021!

Ένα μεγάλο φάσμα μοντέλων και κατηγοριών
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

22/9/2020

Μέχρι πριν μερικά χρόνια, η QJMOTOR ήταν απλά μια ιδέα επί χάρτου και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αυτή η εταιρεία –παρακλάδι βέβαια ενός κινέζικου κολοσσού- που δημιουργήθηκε από το μηδέν, παρουσίασε τώρα μια πλήρη γκάμα μοτοσυκλετών για το 2021! Η QJ, όπως μόλις αναφέραμε, ανήκει στην Qianjiang, την "μαμά" εταιρεία που έχει στην ιδιοκτησία της την Benelli, έχοντας έτσι την δυνατότητα να χρησιμοποιήσει έτοιμη τεχνογνωσία, αλλά και έτοιμη παραγωγή εξαρτημάτων, προκειμένου να δημιουργήσει την δική της γκάμα.

Όπως είχαμε γράψει πριν μερικές μέρες, η CIMA (η μεγαλύτερη διεθνής Έκθεση μοτοσυκλέτας στην Κίνα) θα αποτελούσε το σκηνικό για τις παρουσιάσεις νέων μοντέλων και φυσικά δεν θα μπορούσε να μην αδράξει την ευκαιρία η QJ για να δείξει στο κοινό το πλήρες line up της.

Εδώ και αρκετό καιρό έχουν κυκλοφορήσει από φήμες και διαρροές, μέχρι κατασκοπευτικές φωτογραφίες από τα νέα μοντέλα της, αλλά πλέον έχουμε στην διάθεσή μας τις επίσημες φωτογραφίες τους. Οι δύο κορυφαίες μοτοσυκλέτες της QJ είναι οι SRG600 και SRT750, με έναν τετρακύλινδρο και έναν δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα αντίστοιχα, με το SRG να ανήκει στην κατηγορία των σπορ μοτοσυκλετών, ενώ το SRT στα adventure bikes.

Το SRG600 έχει βασιστεί στο πλαίσιο και τον κινητήρα του Benelli TNT600, που αποδίδει 80 ίππους στις 11.000 στροφές και 5,6 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις 8.000. Σύμφωνα με όσα ανακοινώνει η εταιρεία για τις επιδόσεις του, πιάνει τα 0-100km σε 4,6 δευτερόλεπτα, ενώ η τελική του ταχύτητα φτάνει τα 189km/h. Τα φώτα είναι τεχνολογίας LED, οι διακόπτες στα χειριστήρια είναι φωτιζόμενοι και ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός της περιλαμβάνει quick-shifter (μόνο για τα ανεβάσματα), που συνεργάζεται με έναν μονόδρομο συμπλέκτη, τεχνολογία keyless για τον διακόπτη και μια TFT έγχρωμη οθόνη για τα όργανα. Η QJ έχει συνεργαστεί με αρκετούς επώνυμους προμηθευτές, όπως την Bosch για τα ηλεκτρονικά, την Brembo για το πακέτο των φρένων και την KYB για τις αναρτήσεις.

Το SRT750 αποτελεί την ναυαρχίδα της QJ, καθώς είναι η μεγαλύτερη μοτοσυκλέτα στην γκάμα της, με τον δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα των 754cc, ο οποίος προέρχεται από τα 752S και Leoncino 800 της Benelli. Προφανώς και υπάρχουν ισχυροί δεσμοί ανάμεσα στο SRT και το επικείμενο νέο μεγάλο on-off της Benelli, το TRK800, ενώ η μοτοσυκλέτα θα διατίθεται σε δύο εκδόσεις, μία με τροχούς 17'' και αλουμινένιες χυτές ζάντες, και μία με διάσταση 19'' μπροστά και ακτινωτούς τροχούς, προσανατολισμένη περισσότερο σε χωμάτινα ταξίδια. Και σε αυτή την περίπτωση έχουμε full LED φώτα, keyless τεχνολογία και TFT οθόνη αλλά με μεγαλύτερη διάμετρο εφτά ιντσών.

To SRV 500 είναι η παραλλαγή του Benelli 502C, εμπνευσμένο από τα power cruisers κι έναν εντυπωσιακό οβάλ προβολέα LED μπροστά. Ο κινητήρας είναι ο γνωστός δικύλινδρος της Benelli που αποδίδει 48 ίππους στις 8.500 στροφές και 4,8kgm ροπής στις 5.500 στροφές αντίστοιχα. Το πλαίσιο είναι ατσάλινο σωληνωτό και συνεργάζεται με ένα πολύ βασικό πακέτο αναρτήσεων, με το συνολικό βάρος να ανέρχεται στα 198 κιλά, έχοντας γεμάτο το ρεζερβουάρ χωρητικότητας 14 λίτρων.

Ο ίδιος κινητήρας εξοπλίζει και το SRT500, το οποίο –όπως ίσως σωστά μαντέψατε…- προέρχεται από το Benelli TRK502. Σε σύγκριση με το ξαδερφάκι του από την Benelli, το SRT διαθέτει πιο λεπτή σιλουέτα αλλά και πιο πλούσιο εξοπλισμό, χάρη στα LED φώτα, στα φρένα της Brembo με το ABS από την Bosch, το ψαλίδι από μαγνήσιο και την πέντε ιντσών οθόνη TFT που συνδυάζεται με θύρα USB. Η απόδοση του κινητήρα δεν έχει δεχθεί αλλαγές και το βάρος του SRT500 φτάνει τα 225 κιλά, με γεμάτο το ρεζερβουάρ των 19,5 λίτρων.

Στις αμέσως πιο χαμηλή κατηγορία κυβικών, η QJ παρουσίασε το SRK350 το οποίο είναι η εξέλιξη του Benelli 302S. Η χωρητικότητα του κινητήρα έχει ανέβει στα 353cc, με την απόδοση να αυξάνεται στους 36 ίππους και στα 3,2 χιλιογραμμόμετρα ροπής. Παρά το γεγονός ότι μιλάμε για μια μικρότερη κατηγορία, έχουμε κι εδώ το ABS της Bosch, την TFT οθόνη με τους φωτιζόμενους διακόπτες, ενώ κατά γενική ομολογία ο σχεδιασμός του SRK είναι μακράν πιο ωραίος από το αντίστοιχο Benelli. Το βάρος του έχει διατηρηθεί σχετικά χαμηλά στα 176 κιλά, με το εργοστάσιο να έχει μια εμφανή προσπάθεια να διατηρηθεί το κέντρο βάρους χαμηλά, όπως μαρτυρά το ύψος της σέλας στα 800mm. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή η μοτοσυκλέτα, θα είναι ουσιαστικά η βάση για το μικρού κυβισμού Harley Davidaon που θα φτιάξουν οι Αμερικάνοι σε συνεργασία με την QJ.

Τέλος, η εταιρεία παρουσίασε και το Turismo Sport 250, το οποίο αναμένεται να αποτελέσει την βάση για κάποια μελλοντικά μοντέλα της Benelli. Πρόκειται για μια ρετρό μοτοσυκλέτα με έναν ελαιόψυκτο δικύλινδρο κινητήρα, όντας ο βενιαμίν της γκάμας της QJ.Ο εξοπλισμός του περιλαμβάνει μια ασπρόμαυρη LCD οθόνη σε κλασσικό στρογγυλό σχήμα, δισκόφρενα με ABS και εμφάνιση εμπνευσμένη από τα Scrambler με έναν τροχό 18'' μπροστά και ένα 15'' πίσω. Η απόδοση φτάνει τα 17,4 άλογα, αλλά σε ό,τι αφορά τα ποιοτικά στάνταρ της κατασκευής του, δείχνει πολύ πιο πάνω από τις συνηθισμένες κατασκευές των Κινέζων.

Ετικέτες

Honda: Νέοι χρωματισμοί για τα Monkey 125, ST125 Dax και Super Cub C125

Συντηρητική ανανέωση από την Honda για τα τρία μικρά της μοντέλα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

23/1/2026

Η Honda προχωρά μόνο σε χρωματική ανανέωση για το 2026 όσον αφορά τα μικρά και εμβληματικά της μοντέλα Monkey 125, ST125 Dax και Super Cub C125.

Το ST125 Dax εκτός των Pearl Horizon White και Candy Energy Orange, θα διατίθεται πλέον και στον χρωματισμό Pearl Shining Black. Το Monkey 125 θα είναι πλέον διαθέσιμο σε τρεις νέους χρωματισμούς: Το Powder Black Metallic πάνω σε πλαίσιο Mat Gun Powder Black Metallic, το Knight Silver Metallic που συνδυάζεται με Millennium Red, ενώ το Pearl Himalayas White συνδυάζεται με Banana Yellow. Τέλος, το Super Cub C125 θα διατίθεται τη νέα χρονιά σε χρωματισμό Premium Silver Metallic και Pearl Sugarcane Beige.

Με την ευκαιρία της ανανέωσης των χρωμάτων των τριών μοντέλων, ας δούμε και μερικά ιστορικά στοιχεία γι’ αυτά:

Monkey

Monkey

Το Monkey εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως Z100 το 1961, ένα μοντέλο ειδικά σχεδιασμένο για χρήση σε ιαπωνικά λούνα παρκ, χρησιμοποιώντας τον κινητήρα Super Cub C50 3,1kW OHV 49 κυβικών

Το πρώτο μοντέλο μαζικής παραγωγής για εξαγωγή κατασκευάστηκε από μόλις πέντε ανθρώπους, οι οποίοι μπορούσαν να παράγουν 20 μονάδες την ημέρα - η γραμμή παραγωγής του ήταν μόλις 7 μέτρα σε μήκος.

Το μοντέλο τρίτης γενιάς που έκανε το ντεμπούτο του το 1974 έγινε το πρότυπο για το σύγχρονη Monkey: ο σχεδιασμός του πλαισίου παρέμεινε αμετάβλητος για πάνω από τρεις δεκαετίες.

Το 2018, το Monkey υποβλήθηκε στην μεγαλύτερη αναβάθμιση μέχρι σήμερα. Ο εμβληματικός κινητήρας 50 κυβικών αναβαθμίστηκε σε 125 κυβικά, το στυλ ανανεώθηκε και οι προδιαγραφές εκσυγχρονίστηκαν.

Dax

Dax

Το ST125 Dax ξεκίνησε τη ζωή της το 1969 ως ST50 Dax, κατασκευασμένο για εξαγωγή στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ και βασισμένο στον ίδιο κινητήρα Super Cub C50 με το Monkey.

Το ST50 ήταν μια παραλλαγή του Monkey Z50M του 1967 – ένα δίκυκλο “ψυχαγωγικού χαρακτήρα” για την Αμερική και την Ευρώπη, σχεδιασμένο να προσφέρει μεγαλύτερη άνεση, διατηρώντας όμως το πνεύμα του Monkey.

 

Το Dax πήρε το όνομά της από το Dachshund, ή Sausage Dog, χάρη στο μακρύ και χαμηλό του προφίλ – κατασκευασμένο με βάση το πλαίσιο σε σχήμα Τ.

Το Nauty Dax Honda CY50 του 1973 ήταν μια ενισχυμένη έκδοση του Dax, η οποία ήταν εξοπλισμένη με φαρδύτερα ελαστικά.

Super Cub

Super Cub

Σε συνεχή παραγωγή από το 1958, το Super Cub είναι το πιο μηχανοκίνητο όχημα όλων των εποχών με τις περισσότερες παραγόμενες μονάδες

Το αρχικό Super Cub δεν σχεδιάστηκε αλλά σμιλεύτηκε ως μοντέλο από πηλό, βασισμένο στις ιδέες και το όραμα του ίδιου του Soichiro Honda.

Από την εισαγωγή του το 1958, το Super Cub έχει χρησιμοποιήσει μόνο τετράχρονο κινητήρα.

Το Super Cub έχει κατασκευαστεί σε 16 εργοστάσια σε 15 διαφορετικές χώρες και έχει πωληθεί σε 160 διαφορετικές χώρες.

Το Ιαπωνικό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας απένειμε στο Super Cub την καταχώριση τρισδιάστατου εμπορικού σήματος το 2014, αναγνωρίζοντας το σχήμα και το σχεδιασμό του ως εμβληματικό προϊόν της Honda και καθιστώντας το πρώτο όχημα που πέτυχε κάτι τέτοιο.