KYMCO IONEX – Περισσότερο από ένα ηλεκτρικό scooter [video]

Ανοικτή ηλεκτροκίνηση για όλες τις μάρκες!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

22/3/2018

Η Kymco μόλις παρουσίασε στο Τόκυο ένα νέο ηλεκτρικό σκούτερ, μονάχα που το σκούτερ αυτό καθ’ αυτό, είναι η κορυφή του παγόβουνου, το κεράσι στην τούρτα, ή όπως αλλιώς θέλετε για μία σπουδαία είδηση που πίσω της κρύβει μερικές πολύ μεγαλύτερες!

Αυτό που είδαμε δεν ήταν απλά μία κίνηση για ένα νέο μοντέλο, καθώς η Kymco κάθισε και σκέφτηκε όλα τα μεγάλα προβλήματα που έχει αυτή την στιγμή η ηλεκτροκίνηση. Όχι στο μέλλον, όχι σε ένα υποθετικό – καλύτερο αύριο, αλλά αυτή την δεδομένη στιγμή εξέτασε όλα τα πρακτικά προβλήματα και μετά έψαξε τις λύσεις. Βλέπετε η Kymco είδε την ηλεκτροκίνηση πιο ρεαλιστικά και στο σύνολό της, αποφασίζοντας πως αντί να προσπαθήσει να πείσει κυβερνήσεις να εγκαταστήσουν παντού δημόσιες πρίζες, ή να ψάχνει την λύση της υπέρ-ταχείας φόρτισης με ακριβές έρευνες σε πανεπιστημιακό επίπεδο, αγκάλιασε όλα τα προβλήματα που έχει τώρα όποιος αποφασίσει να κινηθεί με ένα ηλεκτρικό σκούτερ, κι αποφάσισε να δώσει η ίδια την λύση.

Σηκώνει λοιπόν το βάρος κυβερνήσεων, φορέων και άλλων επιχειρήσεων, με σκοπό να επιταχύνει τις εξελίξεις και να καταστίσει τα ηλεκτρικά σκούτερ μία προσιτή λύση αλλά άμεσα, από την μία στιγμή στην άλλη!

Για αυτό το IONEX δεν είναι ένα νέο ηλεκτρικό σκούτερ, είναι ταυτόχρονα μία κοινότητα επιχειρήσεων που επωφελούνται παρέχοντας φόρτιση, είναι μία λύση ενοικίασης μπαταριών, είναι μία ανοικτή έκλυση προς άλλες μάρκες για συνεργασία κάτω από ένα όνομα, κάτω από μία κατεύθυνση! Αυτό από μόνο του αλλάζει το παιχνίδι τελείως!

To Kymco Ionex δεν είναι ένα απλό σκούτερ, αλλά το όχημα για να αλλάξει τελείως το παιχνίδι και να διαλυθούν τα εμπόδια του τελικού ιδιοκτήτη ώστε από την μία ημέρα στην άλλη να γίνει «ηλεκτροκίνητος»

Ας τα πάρουμε λοιπόν από την αρχή, ξεκινώντας με το ίδιο το scooter. Η Kymco δεν έχει καμία ανακοίνωση αυτή την στιγμή για επιδόσεις, βάρος κτλ, είναι άλλωστε και από τις εταιρίες που δεν έχουν επενδύσει σε ένα κεντρικό γραφείο τύπου. Οι επιδόσεις βέβαια είναι το τελευταίο που μας ενδιαφέρουν σε ένα ηλεκτρικό σκούτερ που έρχεται να αποτελέσει λύση καθημερινής μετακίνησης στον αστικό κλοιό, οι επιδόσεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από την γλώσσα που έχουν μάθει οι Έλληνες μοτοσυκλετιστές.

Ο τρόπος που το IONEX τοποθετεί τις αφαιρούμενες μπαταρίες, είναι εδώ το καλύτερο νέο. Πατώντας ένα κουμπί στο τιμόνι δεξιά, η ποδιά ανοίγει σαν καταπακτή και οι οριζόντια τοποθετημένες μπαταρίες έρχονται σε κάθετη θέση ώστε να μπορείς να τις αφαιρέσεις και να τις πάρεις μαζί σου. Είτε μία – μία, είτε και τις δύο μαζί, με ένα συνολικό βάρος που δεν αποκαλύπτεται ακριβώς αλλά υπολογίζεται πολύ χοντρικά σε «μία εξάδα νερά».

Το εξίσου καλό νέο εδώ, είναι πως το IONEX έχει και μία ακόμη μπαταρία, τρίτη, που δεν αφαιρείται και είναι αυτή που δίνει την κίνηση στο ηλεκτρικό μοτέρ το οποίο βρίσκεται τοποθετημένο μέσα στον πίσω τροχό, σε μία λύση που θυμίζει εκείνη της Bosch, χωρίς ακόμα να είναι σίγουρο αν πρόκειται και για το ίδιο το hub-motor της Bosch. Η μπαταρία αυτή είναι ικανή να κινήσει το σκούτερ για κοντινές αποστάσεις, αν ο αναβάτης έχει αφήσει και τις δύο μπαταρίες να φορτίζουν.

Με τον χώρο του ρεζερβουάρ να έχει γίνει ντουλαπάκι και το μοτέρ μέσα στον τροχό, ο χώρος κάτω από την σέλα είναι αρκετά μεγάλος για ένα full face κράνος ή τρεις έξτρα μπαταρίες που μπορείς να νοικιάσεις αν θέλεις ξαφνικά να γράψεις πολλά χιλιόμετρα.

Σε αυτή την περίπτωση το IONEX μπορεί να φτάσει τα 200Km αυτονομίας.

Ο οικιακός φορτιστής των μπαταριών είναι κι αυτός φορητός ώστε να τον έχεις μαζί σου, κι όταν παρκάρεις να μπορείς να πάρεις και τις μπαταρίες και τον έξυπνο φορτιστή που αναλαμβάνει και την διατήρηση της μπαταρίας σε καλή κατάσταση. Είχαμε όμως μείνει στην αφαίρεση της μπαταρίας από το ίδιο το σκούτερ. Κάτω από κάθε μπαταρία υπάρχει μία «ταυτότητα» που εξηγεί στον φορτιστή την κατάστασή της, αλλά επικοινωνεί και με το σκούτερ για να ανοίξει και να κλείσει η καταπακτή στην ποδιά.

Αφαιρείς λοιπόν την μπαταρία από την ποδιά και την ακουμπάς στο πλάι της, για να κλείσει και να ασφαλίσει αυτόματα. Με τον ίδιο τρόπο όταν πηγαίνεις στο κλειδωμένο σκούτερ, μπορείς να ανοίξεις την θήκη των μπαταριών, γλιτώνοντας χρόνο και κόπο.

Με αυτές τις απλές λύσεις η Kymco σου δείχνει πως σκέφθηκε αρκετά την λύση των αφαιρούμενων μπαταριών και τον τρόπο μεταφοράς, αποθήκευσης, τα πάντα. Ενώ με την κεντρική τους τοποθέτηση πολύ χαμηλά, ευνοεί την ευελιξία του ίδιου του σκούτερ.

Ωστόσο τώρα αρχίζει να μεγαλώνει η εικόνα, δείχνοντας την σκέψη της Kymco για το μέλλον των ηλεκτρικών της οχημάτων. Έχει σχεδιάσει παράλληλα κεντρικούς φορτιστές για τις μπαταρίες που μπορούν να τοποθετηθούν σε δημόσια κτήρια και δρόμους και να χρησιμοποιηθούν είτε για να αφήσεις την μπαταρία σου να φορτίζει, είτε για να νοικιάσεις κάποια άλλη. Προσέξτε όμως πως ο κεντρικός αυτός φορτιστής, που μοιάζει με αυτόματο πωλητή, δεν γράφει πουθενά Kymco, μονάχα IONEX. Με τον τρόπο αυτό η Kymco καλεί άλλους κατασκευαστές να υιοθετήσουν μπαταρίες με το ίδιο σύστημα επικοινωνίας και να αρχίσουν να χρησιμοποιούν το δικό της κύκλωμα!

Μέσα σε τρία χρόνια η Kymco θέλει να εξαπλώσει αυτό το δίκτυο σε 20 χώρες, προσφέροντας η ίδια 10 διαφορετικά μοντέλα στοχεύοντας να πουλήσει 500.000 οχήματα! Είναι ένα ιδιαίτερα μεγάλο νούμερο κι ακριβώς μεγαλύτερο ακόμη στόχος είναι η εξάπλωση του δικτύου φόρτισης!

Ανοίγοντας την πλατφόρμα σε άλλους κατασκευαστές και προσκαλώντας εταιρίες μεταφορών, η Kymco κάνει αντίστοιχες κινήσεις που έχουν γίνει στο παρελθόν αλλά με τελείως διαφορετικά βήματα. Για παράδειγμα στην TAIWAN η gogoro είναι ήδη τεράστια, έχοντας αυτόματους πωλητές που σου δίνουν μπαταρίες για τα σκούτερ της. Αυτό που δεν γνωρίζει ο περισσότερος κόσμος, είναι πως τα τελευταία δύο χρόνια, η gogoro προσπαθεί να εξαπλωθεί στην Ευρώπη, βασίζοντας την Ευρωπαϊκή της πορεία στις αποφάσεις ηγετών. Για παράδειγμα έκλεισε συμφωνία με τον Δήμαρχο του Βερολίνο για να τοποθετήσει τους αυτόματους πωλητές για τους ταχυδρόμους, στους οποίους έδωσε σκούτερ, ώστε οι ιδιώτες να βρουν έτοιμο έδαφος. Η Piaggio έδωσε στους Ιταλούς δημοτικούς αστυνομικούς υβριδικά MP3 με την υποχρέωση να κατασκευάσουν ταχυ-φορτιστές που κάθε ιδιοκτήτης MP3 θα μπορεί να λειτουργήσει. Όλα αυτά είναι λύσεις που δεν μπορούν να πάρουν την μορφή χιονοστιβάδας, δεν εξαπλώνονται μόνες τους.

Ακριβώς αυτό ποντάρει η Kymco με το IONEX, παίζοντας με κανόνες της ελεύθερης αγοράς. Τοποθετείς στο κατάστημά σου πρόσβαση για το IONEX κερδίζεις σε προβολή και σε πώληση ηλεκτρικού ρεύματος. Ανοίγοντας την πλατφόρμα της σε περισσότερες μάρκες, η Kymco παίζει με κανόνες ελεύθερης αγοράς, χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά στην ηγεσία και στις κυβερνήσεις. Ζητά την συνδρομή τους φυσικά, αλλά η εξάπλωσή της βασίζεται σε καλύτερα δεδομένα…

Με τον τρόπο αυτό, αφαιρώντας μπαταρίες που εύκολα μεταφέρονται, που τις φορτίζεις στο σπίτι σου, σε σημεία που πωλούν ρεύμα, ή σε ταχυ-φορτιστές IONEX, που τις στιβάζεις στο σκούτερ για επιπρόσθετη αυτονομία ή τις αφήνεις να φορτίζουν και πάλι μπορείς να κάνεις κάποια χιλιόμετρα, η Kymco λύνει πολλά πρακτικά ζητήματα.

Τα ερωτήματα είναι βέβαια ακόμη πολλά, από το κόστος των μπαταριών, τον κύκλο ζωής τους, το ίδιο το κόστος του σκούτερ και τις επιδόσεις του, το βάρος του και φυσικά τον τρόπο που συμπεριφέρεται. Ωστόσο αυτή την στιγμή βλέπουμε μία κίνηση που συνολικά ως πακέτο δεν είχε γίνει στο παρελθόν. Μεμονωμένα έχουν γίνει όλα όσα προτείνει η Kymco, αλλά με την ανοικτή πρόσκληση προς άλλους κατασκευαστές, κι ένα πακέτο λύσεων για κάθε πτυχή των προβλημάτων που δημιουργεί η ηλεκτροκίνηση αυτή την στιγμή, το IONEX είναι κάτι ολότελα πρωτοποριακό!

Ολόκληρη η παρουσίαση από το Tokyo Motorcycle Show 2018

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες