Νέα Honda Forza 350 και Forza 125: Περισσότερη δύναμη και στιλ!

Μεγάλωσε το "μεσαίο" Forza, ομόρφυνε το "μικρό"!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

14/10/2020

Μπορεί το Forza 300 να μετράει ήδη 20 χρόνια Ιστορίας, από το 2000 που έκανε την παρθενική του εμφάνιση, αλλά όλα αυτά τα χρόνια δεν σταμάτησε να εξελίσσεται και να δέχεται διαρκείς αναβαθμίσεις που το διατηρούσαν στις κορυφαίες επιλογές της κατηγορίας.

Τώρα όμως, έχοντας συμπληρώσει δύο δεκαετίες ζωής, δέχεται την μεγαλύτερη και πιο ουσιαστική αναβάθμιση, μεγαλώνοντας τον κυβισμό του με ανάλογη βελτίωση των επιδόσεών του. Ο νέος κινητήρας eSP+ (enhanced Smart Power+) έχει μεγαλύτερη χωρητικότητα κατά 50cc (για την ακρίβεια, από τα 279cc ανέβηκε στα 330cc) χωρίς όμως να αυξηθεί το βάρος του. Ο μονοκύλινδρος, υγρόψυκτος κινητήρας, με τον ένα επικεφαλής εκκεντροφόρο και την τετραβάλβιδη κεφαλή, αποδίδει 27, ίππους (από 24,8) στις 7.000 στροφές και 2,8kgm ροπής στις 5.750 στροφές. Το μεγάλο κέρδος όμως, όπως φαίνεται στο διάγραμμα της δυναμομέτρησης που συνοδεύει την παρουσίαση του Forza 350, είναι το η πιο "γεμάτη περιοχή από τις 3.500 στροφές και πάνω.

 

πως ανακοινώνει η Honda, η τελική του ταχύτητα αυξήθηκε κατά 8km/h, φτάνοντας τα 137km/h, ενώ φτάνει ταχύτερα από 0 σε 200m κατά 0,7 δευτερόλεπτα. Για να επιτευχθεί αυτή η αύξηση του κυβισμού που οδήγησε σε βελτίωση των επιδόσεων, αυξήθηκε η διάμετρος του εμβόλυ από τα 72 στα 77mm, με αντίστοιχη αύξηση της διαδρομής στα 70,7mm, με τον λόγο συμπίεσης να φτάνει στο 10,5:1. Ο χρονισμός, αλλά και το βύθισμα, των βαλβίδων έχουν αλλαχθεί προκειμένου να ταιριάξει στα νέα χαρακτηριστικά και πιο συγκεκριμένα το κλείσιμο των εισαγωγής και το άνοιγμα/κλείσιμο των εξαγωγής, γίνεται πιο αργά κατά 5°. Το βύθισμα αυξήθηκε κατά 0,3mm, ενώ ο χρονισμός του ανοίγματος για τις βαλβίδες εισαγωγής έμεινε ίδιος.

Επανασχεδιασμένο όμως είναι και ο στρόφαλος, ο οποίος είναι τώρα κατά 10% ελαφρύτερος. Αυτό επιτεύχθηκε χωρίς να αλλάξουν οι διαστάσεις του, αλλά και χωρίς να θυσιαστεί ποσοστό της ακαμψίας και της αντοχής του. Για να ενισχυθεί η ψύξη του εμβόλου, ένα μπεκ ψεκάζει με λάδι την πίσω πλευρά του, όπως συμβαίνει και στο CRF450R.

Η εισαγωγή έχει επανασχεδιαστεί με μεγαλύτερα σώματα ψεκασμού (36 από 34mm), με την διάμετρο των βαλβίδων εισαγωγής να έχει αυξηθεί κατά 1mm στα 28mm. Αντίστοιχα επανασχεδιασμένες είναι και οι θύρες εισαγωγής και εξαγωγής, προκειμένου να εισέρχεται αέρας πιο αποτελεσματικά, αλλά και τα καυσαέρια να ακολουθούν μια πιο ευθεία διαδρομή προς την εξάτμιση.

Για να μειωθεί η αντίσταση από τα καυσαέρια, έχει επανασχεδιαστεί το τελικό που αποτελείται από δύο ξεχωριστούς θαλάμους αντί για τρεις, ενώ έχει βελτιωθεί και ο σχεδιασμός του σωλήνα που συνδέει τον θάλαμο εκτόνωσης, όπως και το μέγεθος και η τοποθέτηση του καταλύτη, προκειμένου να γίνεται πιο αποδοτικά η ροή των καυσαερίων.

Η μηχανολογική εξέλιξη όμως δεν σταματά εκεί, καθώς οι άνθρωποι της Honda μείωσαν τις τριβές τοποθετώντας τον κύλινδρο με οffset 5mm και προσθέτοντας ένα υδραυλικό αποστάτη για την καδένα του εκκεντροφόρου μαζί με μια αντλία επιστροφής λαδιού. Αυτή η αντλία που συνήθως χρησιμοποιείται σε κινητήρες υψηλών επιδόσεων, χαμηλώνει την πίεση στο εσωτερικό του κινητήρα, μειώνει το ανακάτεμα του λαδιού, με ταυτόχρονη μείωση των απωλειών και εσωτερικών τριβών στα κινούμενα μέρη. Παράλληλα, έχει τοποθετηθεί κι ένας καινούργιος αντικραδασμικός άξονας που εκμηδενίζει τους ενοχλητικούς κραδασμούς πρώτης τάξης.

Η V-Matic μετάδοση συνεργάζεται με ένα αυτόματο φυγοκεντρικό συμπλέκτη και για το 2021 έχει επανασχεδιαστεί το καπάκι του κινητήρα, ώστε να ταιριάζει εμφανισιακά με τις αισθητικές αλλαγές του Forza. Στον ηλεκτρονικό του εξοπλισμό συμπεριλαμβάνεται το HSTC (το traction control της Honda) το οποίο έχει και την δυνατότητα απενεργοποίησης.

Ο καινούργιος κινητήρας πληροί τις προδιαγραφές Euro5, πετυχαίνοντας παράλληλα και εντυπωσιακά νούμερα σε ό,τι αφορά την κατανάλωση, καθώς σύμφωνα με τις εργαστηριακές μετρήσεις της Honda μπορεί να πετύχει τα 3,3lt/100km, που σε συνδυασμό με το ρεζερβουάρ των 11,5 λίτρων, μπορεί να ξεπεράσει τα 340 χιλιόμετρα αυτονομίας.

Ο εξοπλισμός και η σχεδίαση του νέου Forza 350 δεν έτυχε λιγότερης προσοχής, αφού έχει διατηρήσει την ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα, η οποία για το 2021 έχει νέο σχήμα και μεγαλύτερο εύρος ρύθμισης κατά 40mm, σε ένα συνολικό εύρος της τάξης των 180mm. Οι γραμμές του Forza αποπνέουν στιλ και δυναμισμό, με "καθαρό" σχεδιασμό και το χαρακτηριστικό νοητό "Ζ" που δημιουργούν τα πλαϊνά τμήματα του φαίρινγκ.

Οι χειρολαβές του συνεπιβάτη είναι πλέον πλαστικές κι όχι αλουμινένιες, μειώνοντας το συνολικό βάρος κατά 1.407 γραμμάρια, ενώ οι μπροστινοί αεραγωγοί αντισταθμίζουν την αρνητική πίεση από τον αέρα, εξαλείφοντας το φαινόμενο της υποπίεσης στον αναβάτη.

Κάτω από την σέλα του Forza 350 μπορούν να αποθηκευτούν δύο full face κράνη, ενώ στο αριστερό ντουλαπάκι κάτω από το τιμόνι (το οποίο κλειδώνει) μπορούν να φιλοξενηθούν το κινητό του τηλέφωνο και διάφορα άλλα μικροαντικείμενα και διαθέτει θύρα USB.

Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει το νέο σύστημα διασύνδεσης της Honda, το Honda Smartphone Voice Control System, το οποίο βρίσκεται στην λίστα με τον προαιρετικό εξοπλισμό, αλλά ούτε και η keyless τεχνολογία. Αντίστοιχα, όπως συμβαίνει και στο Forza 750, τα φλας έχουν μηχανισμό αυτόματης ακύρωσης και το σύστημα ESS που ανάβει τα αλάρμ σε περίπτωση φρεναρίσματος πανικού.

Τα όργανα αποτελούνται από ένα αναλογικό κοντέρ και στροφόμετρο, και από μια ψηφιακή οθόνη που προσφέρει τρία διαφορετικά modes ενδείξεων.

Το βασικό συστατικό της συνταγής για την εξαιρετική συμπεριφορά του Forza είναι το ελαφρύ αλλά άκαμπτο, ατσάλινο σωληνωτό πλαίσιο, με τα γεωμετρικά του χαρακτηριστικά να είναι το μεταξόνιο των 1.510mm, το ίχνος των 89mm και η γωνία κάστερ των 26,5 μοιρών. ΤΟ ψυγείο είναι πλέον τοποθετημένο μπροστά από το ρεζερβουάρ, για καλύτερη απαγωγή της θερμότητας, ενώ η μπαταρία βρίσκεται ανάμεσα στο ρεζερβουάρ και τον χώρο κάτω από τη σέλα, ώστε να επιτευχθεί καλύτερη συγκέντρωση των μαζών. Το βάρος παρέμεινε ίδιο με του Forza 300, στα 182 κιλά.

Το ύψος της σέλας είναι 780mm και σε συνδυασμό με τα 755 του πλάτους του τιμονιού, δημιουργεί μια όρθια και άνετη στάση σώματος. Τις αναρτήσεις έχουν αναλάβει ένα πιρούνι διαμέτρου 33mm και δύο αμορτισέρ πίσω, σε συνδυασμό με το επανασχεδιασμένο, μονοκόμματο αλουμινένιο ψαλίδι. Οι διαστάσεις των τροχών είναι 15'' μπροστά και 14'' πίσω.

 

Forza 125

O βενιαμίν της οικογένειας των Forza με τα 125 κυβικά, δέχτηκε κι αυτός τις ανανεωτικές πινελιές σε ό,τι αφορά την σχεδίασή του, με κυριότερο χαρακτηριστικό τη νέα ζελατίνα που ρυθμίζεται ηλεκτρονικά σε μεγαλύτερο εύρος. Το πλαίσιο παρέμειν ίδιο, αλλά ο κινητήρας απέκτησε το HSTC (traction control) και πληροί τις Euro5 προδιαγραφές.

Κάτω από τη σέλα του χωρούν δύο full face κράνη, ενώ όπως και τα μεγαλύτερα αδέρφια του διαθέτει κι αυτό θύρα USB που αντικαθιστά την παροχή ρεύματος 12V.

Ο κινητήρας του, πέρα από το HSTC, έχει διατηρήσει την τεχνολογία idling stop, με την κατανάλωσή του να ανακοινώνεται στα 2,3lt/100km, με αυτονομία πάνω από 500 χιλιόμετρα.

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες