Νέο BMW S1000RR 2019

Από πλάγια οδό (μία ακόμη) επιβεβαίωση
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

7/7/2018

Ελπίζαμε να το δούμε στην EICMA τον Νοέμβριο του ’17, ως φετινό μοντέλο, όμως η πολύαναμενόμενη ανανέωση του S1000RR έρχεται όπως όλα δείχνουν τον Οκτώβριο στην Intermot, το μεγάλο διεθνές σαλόνι μοτοσυκλέτας στην Γερμανία που διοργανώνεται κάθε δύο χρόνια, ή το αργότερο στην EICMA τον Νοέμβριο. Σε κάθε περίπτωση οι πόντοι που συλλέγουν οι πιθανότητες να το δούμε ως μοντέλο του ’19 ξεπερνούν κατά πολύ το όριο εκείνο που καθιστούν την είδηση άξια παρακολούθησης, επιβάλλοντας να ρίξουμε μία πιο προσεκτική ματιά. Κι αυτό γιατί πέρα από διάφορες μικρές και μεγάλες αναφορές από τους ανθρώπους του εργοστασίου, η αναφορά του κ. Genesio Bevilacqua διευθυντή της Althea Racing σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, σφραγίζει με λίγο πιο επίσημο τρόπο, την έλευση του νέου S1000RR από την νέα χρονιά.

Η Althea Racing είναι η ομάδα που φέρνει την BMW στο World Superbike Championship αλλά και στο European Superstock 1000 Championship, διατηρώντας ευθεία γραμμή επικοινωνίας μαζί τους. Κι αυτό γιατί όπως εξηγεί ο ίδιος ο κ. Bevilacqua στον Ιταλό δημοσιογράφο, Gianmaria Rosati, η BMW ακολουθεί το Ιαπωνικό μοντέλο συνεργασίας με τις επαγγελματικές ομάδες που είναι η από κοινού εξέλιξη της μοτοσυκλέτας, σε αντίθεση με τους Ιταλούς της Aprilia και της Ducati, που σου πουλούν την μοτοσυκλέτα και τέλος.

H τωρινή BMW S 1000 RR της Althea Racing

Η μεγάλη διαφορά είναι πως η Ducati σου την παραδίδει στο τελικό στάδιο εξέλιξης, έτοιμη να την ρυθμίσεις και να αγωνιστείς, ενώ η BMW, όπως η Yamaha και η Kawasaki, θα δουλέψει μαζί σου εξελίσσοντας τα ηλεκτρονικά της μοτοσυκλέτας. Μετακυλίοντας έτσι ένα μεγάλο βάρος της εξέλιξης στην ομάδα, με αντάλλαγμα την απόκτηση της μοτοσυκλέτας και την υποστήριξη του εργοστασίου, υπογράφοντας δηλαδή έναν κανονικό μνημόνιο συνεργασίας, η Althea Racing καταλήγει στο τέλος μία πλήρως εργοστασιακή ομάδα και ταυτόχρονα σε διαρκή επικοινωνία με την BMW.

Για αυτό και είναι προβληματισμένοι, δίνοντας ταυτόχρονα και την είδηση, πως όταν δούμε το S1000RR στα σαλόνια του ’18 θα είναι πολύ αργά για να ξεκινήσει η εξέλιξη της μοτοσυκλέτας για την επόμενη σεζόν του WSBK, πόσο μάλλον όταν η ομάδα θα χρειαστεί να στελεχωθεί εκ νέου με αναβάτες.

Είναι ήδη πολύ αργά και τώρα, για να ξεκινήσει κανείς τις δοκιμές, εξελίσσοντας την επόμενη αγωνιστική έκδοση της S1000RR, πόσο μάλλον μόλις μερικούς μήνες πριν τον πρώτο αγώνα. Κι αυτό γιατί το ζήτημα σύμφωνα με τον κ. Bevilacqua, είναι τα ηλεκτρονικά απέναντι στον ανταγωνισμό. Η S1000RR κυριάρχησε από την πρώτη στιγμή ως κορυφαία superbike, ήταν η δυνατότερη και μάλιστα με τρόπο αποδοτικό, όμως σιγά-σιγά ο ανταγωνισμός κατάφερε να την φτάσει, ιδιαίτερα από την στιγμή που η BMW δεν επένδυσε τόσο όσο θα έπρεπε, στην εξέλιξη των ηλεκτρονικών για αγωνιστική χρήση. Αυτό θα της έδινε το προβάδισμα και για τις μοτοσυκλέτες παραγωγής, όπου επίσης η τεχνολογία έχει κάνει άλματα και ο ανταγωνισμός έχει επενδύσει ξοδεύοντας απίστευτο χρόνο, ένα παράδειγμα που ισχύει για όλους αλλά εκφράζεται πιο δυνατά από τις Ducati και Aprilia.

Ιδιαίτερα για αυτούς τους δύο, ο διευθυντής της Althea λέει πως πλέον έχουν ισοφαρίσει την BMW στο σύνολο από εκεί που απήχαν αρκετά, ενώ βήματα εμπρός έχουν γίνει και από την Yamaha, την στιγμή που ο συνδυασμός Rea και Kawasaki είναι σαρωτικός και σε σημείο που αυτή την στιγμή δεν πλησιάζεται εύκολα.

Για αυτό τον λόγο η Ιταλική ομάδα που μέχρι το 2015 έτρεχε με Aprilia και Ducati, και από το 2016 με BMW, δεν γνωρίζει αν θα συνεχίσει και τον επόμενο χρόνο την συνεργασία της με το Γερμανικό εργοστάσιο. Αν η BMW δεν τους δώσει σύντομα μία απάντηση με ένα πολύ σφιχτό πλάνο συνεργασίας, καθώς ο χρόνος πιέζει, τότε θα πρέπει να βρουν μία διαφορετική συνεργασία, την στιγμή που έχει ακουστεί πολύ συχνά και το όνομα του Tom Sykes αν παραμείνουν στην στέγη της BMW!

Ο λόγος όμως που οι Ιταλοί δεν έχουν ακόμη πάρει το νέο S1000RR, μπορεί να είναι τελείως διαφορετικός, καθώς δεν αποκλείεται η BMW να θέλει μία πιο άμεση, πιο προσωπική ενασχόληση με το WSBK με την πλήρη εμπλοκή της. Στοιχείο που φοβάται και ο LORIS BAZ, καθώς γενικότερα η επόμενη σεζόν έχει για εκείνον πολλά σενάρια.

Στρόφαλος με αντίθετη περιστροφή

Η αιτία της καθυστέρησης της ανανέωσης του S1000RR μπορεί ωστόσο να είναι πολύ καλή για να είναι αληθινή, καθώς υπάρχει έντονη φημολογία πως ο νέος κινητήρας θα έχει στρόφαλο που περιστρέφεται αντίθετα από τους τροχούς. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνει την αδράνεια από το γυροσκοπικό φαινόμενο, κάνοντας πολύ πιο εύκολο να πιέσεις την μοτοσυκλέτα να στρίψει απότομα, ενώ φρενάρεις από πολλά χιλιόμετρα. Ταυτόχρονα όμως απαιτεί περισσότερα κινούμενα μέρη, ώστε να κατευθύνεις την περιστροφή αυτή στο κιβώτιο και στην τελική μετάδοση, αυξάνοντας έτσι την ροπή αδράνειας και επηρεάζοντας την ιπποδύναμη εξαιτίας –ακριβώς- των περισσότερων κινούμενων μερών.

Το θέμα είναι πως από το 2016 και μετά, δεν υπάρχει καμία μοτοσυκλέτα στα MotoGP που ο στρόφαλός της να μην περιστρέφεται αντίστροφα από τους τροχούς, κι αυτό γιατί το όφελος από την αμεσότητα στο πλάγιασμα, είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από την χαμένη ιπποδύναμη στην τελική μετάδοση. Κυρίως γιατί τα εξελιγμένα μέταλλα που χρησιμοποιούνται στα MotoGP και πάντα με δεδομένο την μικρή διάρκεια ζωής, εγγυόνται το μικρό βάρος και την σχετικά μικρή απώλεια.

Βέβαια στην κορυφαία κατηγορία η πρακτική αυτή δεν ήταν ποτέ άγνωστη, και ήταν η Honda που το 1987 με την θρυλική NSR500 την εγκαινίασε και μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο, σαρώνοντας τα πρωταθλήματα στα 500… ωστόσο είναι αυτό ακριβώς το θέμα: Πρόκειται για μία διάταξη που με ελάχιστες εξαιρέσεις όταν μιλάμε για μοτοσυκλέτες δρόμου με πολλά άλογα, δεν χρησιμοποιείται συχνά. Και οι λόγοι είναι οι παραπάνω.

Αν πράγματι λοιπόν το νέο S1000RR έχει στρόφαλο που περιστρέφεται αντίστροφα από τους τροχούς, τότε χαλάλι στην αναμονή διότι η BMW θα έχει φέρει ένα νέο διαμάντι στην κατηγορία, ακριβώς όπως ήταν –και είναι- ο προκάτοχός του. Ταυτόχρονα βέβαια θα πρέπει η ιπποδύναμη όχι μόνο να διατηρείται, αλλά να περάσει τον ανταγωνισμό, πράγμα εξίσου δύσκολο, με όλα τα παραπάνω ζητήματα να ισχύουν, και την Ducati να φέρνει ένα V4 που υπόσχεται την ίδια εκρηκτικότητα με το μεγαλύτερο κατά εκατό κυβικά αδερφάκι του, που ήδη μας έχει εντυπωσιάσει.

Superbike test: Ducati Panigale V4S vs Aprilia RSV4RF
Στις Σέρρες, στα Μέγαρα και στο δρόμο

Υπάρχει επίσης και η φήμη για μία αντίστοιχη κίνηση όπως της Ducati, από την Aprilia αυτή την φορά, με ανανέωση του V4 που είναι ήδη άκρως ανταγωνιστικός και ταυτόχρονα με μία έκδοση στα 1.100 κυβικά που μπορεί να κοντράρει ευθέως την «φτιαγμένη για track-days» Panigale!

Δεν περιμένει κανείς από την BMW να μην στοχεύσει την κυριαρχία στην κατηγορία, από την στιγμή μάλιστα που την κράτησε για τόσο πολύ, αν θα το κάνει όμως με κάτι τόσο εξελιγμένο παραμένει ερωτηματικό, μεγαλύτερο από το πότε θα εμφανιστεί μπροστά μας. Διατηρώντας ή ακόμα καλύτερα, αυξάνοντας την ιπποδύναμη, προσθέτοντας κινούμενα μέρη, κι όλα αυτά την στιγμή που ο κινητήρας θα είναι έτοιμος για τις “Euro5” προδιαγραφές –αλλιώς πιο το νόημα- το νέο S1000RR θα στρίβει και καλύτερα σε αγωνιστικό ρυθμό. Ένας συνδυασμός λοιπόν που ακόμα περισσότερο αυξάνει την διάθεση της Althea να περιμένει τους Γερμανούς μέχρι και την τελευταία στιγμή, και ταυτόχρονα καθιστά άκρως επιτακτική την ανάγκη για ολική επανεξέταση των ηλεκτρονικών. Η BMW έχει λοιπόν εξαιρετικά πολύπλοκο έργο μπροστά της κι αυτό μας κεντρίζει το ενδιαφέρον ακόμη περισσότερο

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες