Παράθυρο κανονισμού: Τα περισσότερα νόμιμα άλογα με δίπλωμα Α2 και Α1!

Ηλεκτρική μοτοσυκλέτα 70 άλογα και δίπλωμα Α2 και 59 άλογα με δίπλωμα Α1!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

10/12/2021

Μπορεί ο τίτλος του άρθρου να έκανε τα μάτια σας να γουρλώσουν, μπορεί να νομίζετε ότι ήρθε νωρίτερα η Πρωταπριλιά, μπορεί να θεωρείτε ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, αλλά τίποτε από όλα αυτά δεν συμβαίνει. Είναι απόλυτα αληθές και αυτό είναι που ορίζει ο νόμος.

Εδώ βέβαια οφείλουμε να κάνουμε ορισμένες διευκρινήσεις για κάτι που ναι μεν φαίνεται παράλογο, αλλά δεν είναι παράνομο. Η συγκεκριμένη περίπτωση αφορά τις ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες και ουσιαστικά "εκμεταλλεύεται" την διατύπωση του νόμου, αλλά και τις τεχνικές προδιαγραφές πάνω στις οποίες βασίζεται.

Πιο συγκεκριμένα, το όλο ζήτημα βασίζεται στην οδηγία Νο 85 της UNECE (United Nations Economic Commission for Europe, δηλαδή η οικονομική επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη), η οποία καθορίζει ποια θεωρείται ως μέγιστη και ποια ως στιγμιαία ισχύς για τους κινητήρες εσωτερικής καύσεως και για τους ηλεκτρικούς κινητήρες, αλλά και ποια είναι αυτή στην οποία βασίζονται για να δώσουν τις εγκρίσεις τύπου με τις οποίες κατατάσσονται στις ανάλογες κατηγορίες διπλωμάτων.

Βάσει λοιπόν της οδηγίας Νο 85, η ισχύς που καθορίζει σε ποια κατηγορία διπλωμάτων εντάσσονται οι ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες είναι η "nominal" ισχύς, με άλλα λόγια η ονομαστική δύναμη που παράγει ο ηλεκτροκινητήρας. Αυτή καθορίζεται ως η συνεχόμενη ισχύς και όχι η στιγμιαία. Και κάπου εδώ βρίσκεται το "παραθυράκι" που δημιουργεί το παράδοξο –αλλά καθ' όλα νόμιμο- φαινόμενο που περιγράφει και ο τίτλος. Η συνεχόμενη ισχύς, λοιπόν, βάσει της οδηγίας για τους ηλεκτροκινητήρες, είναι αυτή που παράγεται για πάνω από μισή ώρα με τέρμα ανοιχτό γκάζι. Οτιδήποτε κάτω από αυτό το χρονικό όριο, θεωρείται ως στιγμιαία ισχύς.

Τι γίνεται λοιπόν στην πράξη; Θα σας δώσουμε ένα παράδειγμα μιας και αυτές τις μέρες έχουμε στα χέρια μας μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα της Zero, το DSR, για δοκιμή. Για την συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα το εργοστάσιο ανακοινώνει ισχύ 70 ίππων, η οποία –όπως θα διαβάσετε και στην δοκιμή όταν δημοσιευθεί στο MOTO- δεν απέχει και πολύ από την ισχύ που μετρήθηκε στον τροχό. Αυτή όμως η ιπποδύναμη έχει ρυθμιστεί από το εργοστάσιο να παράγεται για κάτι λιγότερο από μισή ώρα, καθώς μετά από αυτό το διάστημα το λογισμικό που διαχειρίζεται την απόδοση κόβει την ιπποδύναμη και την ρίχνει κάτω από τους 47 ίππους, καθιστώντας την νόμιμη για τα πλαίσια της κατηγορίας Α2 των διπλωμάτων!

Το αντίστοιχο συμβαίνει και με τους μικρότερους ηλεκτροκινητήρες της Zero που έχουν "στιγμιαία" απόδοση 59 ίππων (!) αλλά εμπίπτουν βάσει της οδηγίας, στην κατηγορία Α1 των διπλωμάτων, αφού μετά από μισή ώρα η ιπποδύναμη περιορίζεται στους 15 ίππους.

Εδώ δημιουργείται εύλογα, βέβαια, ένας προβληματισμός κυρίως για την τελευταία κατηγορία, γιατί στην περίπτωση των Α2 διπλωμάτων η στιγμιαία ισχύς δεν απέχει δραματικά από την ιπποδύναμη που ορίζει η κατηγορία και σίγουρα αποτελεί ένα σημαντικό δέλεαρ για όσους αναβάτες έχουν δίπλωμα Α2, αλλά θα μπορούν να οδηγούν μια δυνατότερη και με καλύτερες επιδόσεις μοτοσυκλέτα σε σχέση με τις επιλογές τους για μοτοσυκλέτες με κινητήρα εσωτερικής καύσης.

Στην περίπτωση όμως των Α1, σκεφτείτε ότι ένας νέος σε εμπειρία αναβάτης θα έχει την δυνατότητα να οδηγήσει μια μοτοσυκλέτα 59 ίππων ουσιαστικά, η οποία παράγει την δύναμη και την ροπή της από μηδέν στροφές. Σίγουρα το λογισμικό που αναλαμβάνει την κατανομή της ισχύος και όλο το ηλεκτρονικό πακέτο που συνοδεύει τις μοτοσυκλέτες έχει δημιουργηθεί με γνώμονα την φιλικότητα και την χρηστικότητα, έτσι ώστε να είναι χρησιμοποιήσιμη η δύναμη κάτω από όλες τις συνθήκες, αλλά δεν παύει να είναι ένα σημείο προβληματισμού, ειδικά αν βάλουμε και στην εξίσωση τους κατόχους διπλωμάτων κατηγορίας Β (Ι.Χ. αυτοκινήτων δηλαδή) που μετά την εξίσωση των διπλωμάτων θα μπορούν πρακτικά να έχουν πρόσβαση σε αυτές τις μοτοσυκλέτες.

Αν και είναι απόλυτα ξεκάθαρο από την αρχή, να τονίσουμε ακόμη μία φορά όμως, πως αυτό το παραθυράκι δεν ισχύει μόνο για την Zero, αλλά για όλες τις εταιρείες που κατασκευάζουν ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες και είναι κάτι που από την μία καταγγέλλουν οι κατασκευαστές κινητήρων εσωτερικής καύσης ως αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ από την άλλη βρίσκει φιλικά προσκείμενους εκείνους τους αναβάτες που θέλουν να κερδίσουν σε επιδόσεις.

Η Zero είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, καθώς έχει τις επιδόσεις μιας μοτοσυκλέτας με κινητήρα εσωτερικής καύσεως και από την άλλη εμπίπτει σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία που περιγράφει η οδηγία. Περισσότερες όμως λεπτομέρειες για τις επιδόσεις της Zero DSR και την συμπεριφορά της, θα μπορέσετε να διαβάσετε σε επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ, στην πλήρη και αναλυτική δοκιμή της.

BMW R 1300 GS/Adventure Aurum Edition 2026 - Τα μεγάλα GS ντύθηκαν στα χρυσά

Ειδικές εκδόσεις περιορισμένης παραγωγής - Για την Ολλανδία
BMW R 1300 GS Aurum Edition 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

27/8/2026

Η ολλανδική BMW Motorrad παρουσίασε τη νέα έκδοση Aurum για τα R 1300 GS και R 1300 GS Adventure, η οποία και θα διατεθεί σε περιορισμένο αριθμό στην εγχώρια αγορά, ήτοι 100 αντίτυπα για το στάνταρ GS και άλλα 100 για το Adventure.

Οι δύο μοτοσυκλέτες θα βρεθούν στις εκθέσεις της BMW στην Ολλανδία σε μία περίπου εβδομάρα (5 Σεπτεμβρίου) και χαρακτηρίζονται από τις χρυσές στεφάνες των ακτινωτών τους τροχών αλλά και τις χρυσοκίτρινες λεπτομέρειες που βρίσκονται διάσπαρτες πάνω τους. Να σημειωθεί ότι η νέα έκδοση βασίζεται στην Triple Black και στις δύο περιπτώσεις.

Τόσο το απλό R 1300 GS όσο και το Advetnure φέρουν επιπλέον εργοστασιακό εξοπλισμό, όπως είναι οι ακτινωτοί τροχοί που κάνουν αισθητή την παρουσία τους, οι "χρυσές" προστασίες του ψυγείου, τα διαφορετικά μαρσπιέ και η θερμαινόμενη σέλα του συνεπιβάτη, με τη σέλα να έχει και ασορτί επένδυση με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα. 

Στο εξοπλισμό περιλαμβάνεται και το αυτόματο κιβώτιο όπως και το σύστημα αυξομείωσης τους ύψους της πίσω ανάρτησης, ενώ στο τιμόνι έχει τοποθετηθεί και πλάκα στο χρώμα του χρυσού με τον αύξοντα αριθμό της έκδοσης.

Η τιμή των R 1300 GS και R 1300 GS Adventure Aurum Edition στην Ολλανδία έχει οριστεί στα 34.950 και 36.950 ευρώ αντίστοιχα.