Triumph Street Triple S: Νέα έκδοση με μικρότερο κινητήρα

Διαθέσιμο και σε Α2 έκδοση
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

8/1/2020

Το Street Triple της Triumph κυκλοφόρησε στην αγορά το 2007 και έκτοτε άλλαξε τα δεδομένα της κατηγορίας των γυμνών μοτοσυκλετών μεσαίου κυβισμού. Είχε τον τρικύλινδρο κινητήρα των 675cc, ενώ, το 2017, παρουσιάστηκε η τρίτη γενιά των Street Triple σε τρεις εκδόσεις, με τον νέο τρικύλινδρο κινητήρα χωρητικότητας 765cc, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε ως βάση για τους κινητήρες της Moto2.

Τώρα, η Triumph παρουσίασε μια νέα έκδοση του Street Triple, την S, η οποία όμως πέρα απ’ την εμφάνιση έχει πάρα πολλές διαφορές με τα υπόλοιπα Street Triple. Η μεγαλύτερη διαφορά από τις υπόλοιπες εκδόσεις είναι πως η Triumph εξόπλισε την S με έναν τρικύλινδρο κινητήρα μεν, αλλά μικρότερης χωρητικότητας με 660cc. Παρά τα λιγότερα κυβικά, οι επιδόσεις του παραμένουν εντυπωσιακές με την ιπποδύναμη να φτάνει τα 95,2 άλογα στις 11.250 στροφές, ενώ σε συνδυασμό με το “στεγνό” βάρος των 168 κιλών (είναι δύο κιλά βαρύτερη απ’ την RS) που ανακοινώνει η εταιρεία, δημιουργείται μια πολύ ενδιαφέρουσα αναλογία κιλών ανά ίππο. Η ροπή αγγίζει τα 6,7 κιλά και κορυφώνεται στις 9.250 στροφές, ενώ το ρεζερβουάρ είναι χωρητικότητας 17,4lt οπότε το πραγματικό βάρος θα βρίσκεται κοντά στα 190 κιλά γεμάτο.

Η Triumph προσφέρει την Street Triple S και σε έκδοση Α2 με την ιπποδύναμη να περιορίζεται στους 47,6 ίππους στις 9.000rpm και την ροπή να είναι ελαφρώς μικρότερη, στα 6,1 χιλιογραμμόμετρα, με τη μέγιστη τιμή της να επιτυγχάνεται χαμηλότερα στις 5.250 στροφές. Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η Triumph ανακοινώνει πως όσοι αγοράσουν την έκδοση Α2 θα έχουν τη δυνατότητα να την “ανοίξουν” σε ένα εξουσιοδοτημένο συνεργείο όταν θα αποκτήσουν δίπλωμα Α κι έτσι ένας αρχάριος αναβάτης μπορεί να τη κρατήσει για αρκετό καιρό, μέχρι να ζητήσει μια μοτοσυκλέτα με καλύτερες επιδόσεις. Παρόμοια τακτική ακολουθούν και άλλες εταιρείες διαθέτοντας διάφορα μοντέλα τους και σε έκδοση Α2, όπως η Yamaha με το MT-07 και η Kawasaki με το Z900, με τη διαφορά πως δεν υπάρχει η δυνατότητα να τα “ανοίξουν”.

Το άρθρο συνοδεύεται από πλούσιο φωτογραφικό gallery

Επίσης, υπάρχουν αρκετές διαφορές και στην θέση οδήγησης, με το ύψος της σέλας να είναι μικρότερο από αυτό της RS κατά 15mm φτάνοντας τα 810 χιλιοστά, στοιχείο που μπορεί να βοηθήσει τους αρχάριους αναβάτες, προσφέροντας ένα πιο σταθερό πάτημα. Αντίστοιχα και το πλάτος του τιμονιού είναι μικρότερο (κατά 10mm) στα 765mm. Η γεωμετρία του Street Triple S παραμένει γρήγορη με την κάστερ να φτάνει τις 24,3 μοίρες, σε αντίθεση με την ακραία γεωμετρία του RS που έχει κάστερ 23,9ο, ενώ διαθέτει μεγαλύτερο μεταξόνιο κατά 5mm φτάνοντας τα 1410mm.

Στον τομέα των φρένων, έχουμε δύο πλευστούς δίσκους 310mm μπροστά που συνεργάζονται με τις διπίστονες δαγκάνες της Nissin, οι οποίες δεν είναι ακτινικά τοποθετημένες όπως οι M50 της Brembo που διαθέτει η έκδοση RS. Οι δύο εκδόσεις (S και RS) έχουν έναν δίσκο 220mm με δαγκάνα ενός εμβόλου της Brembo, ενώ το ABS είναι απενεργοποιήσιμο πίσω. Οι αναρτήσεις της S είναι πιο… “φτωχές”, με το πιρούνι της Showa (με διάμετρο 41mm και διαδρομή 110mm) να μην έχει ρυθμίσεις, ενώ το αμορτισέρ (με διαδρομή 124mm) είναι της ίδιας εταιρείας και ρυθμίζεται μόνο ως προς την προφόρτιση.

Τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης είναι τα Diablo Rosso III της Pirelli, τα οποία ενισχύουν το σπορ DNA της Street Triple S με διαστάσεις 120/70-17 και 180/55-17 για πίσω. Με βάση τα λεγόμενα της Triumph, οι χυτές ζάντες αλουμινίου που διαθέτει το Street Triple S είναι οι πιο ελαφριές στην κατηγορία και αν αυτό αληθεύει τότε περιμένουμε να στρίβει με την σκέψη, χάρη στο χαμηλό μη αναρτώμενο βάρος και το μικρότερο γυροσκοπικό φαινόμενο που θα δημιουργείται.

Τα όργανα δεν αποτελούνται από την TFT οθόνη που έχει η RS, αλλά από μια LCD με αναλογικό στροφόμετρο. H Street Triple S διαθέτει δύο riding modes (Road και Rain), που προσαρμόζουν την απόκριση του ηλεκτρονικά ελεγχόμενου γκαζιού και την ευαισθησία του traction control. Ακόμη, διαθέτει LED προβολείς και η σχεδίαση ακολουθεί τα πρότυπα της RS. Το Street Triple S δεν θα μπορούσε να μην συνοδεύεται και από μια πλούσια γκάμα αυθεντικών αξεσουάρ με πάνω από 60 διαφορετικά εξαρτήματα, καθώς είναι μια τακτική που ακολουθεί εδώ και καιρό η Triumph. Το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στο quickshifter με up/down λειτουργία, την εξάτμιση της Arrow, τα LED φλας, τη ζελατίνα και πολλά άλλα.

To Street Triple S μπορεί να μην εντυπωσιάζει όταν το συγκρίνεις με το RS, όμως η Triumph φαίνεται να έχει μελετήσει αρκετά τις ανάγκες αγοράς. Προσφέρει μια μοτοσυκλέτα με την οποία οι νέοι αναβάτες θα μπορέσουν να ωριμάσουν μαζί της όσο έχουν δίπλωμα Α2, ενώ αργότερα “ξεκλειδώνοντάς” την προσφέρει αρκετή δύναμη καλύπτοντας τις απαιτήσεις του ιδιοκτήτη της για κάτι δυνατότερο. Η τιμή του νέου μοντέλου δεν έχει ανακοινωθεί ακόμη, όμως το Street Triple S υπάρχει στην ιστοσελίδα της ελληνικής αντιπροσωπείας, οπότε αναμένεται να ανακοινωθεί μέσα το αμέσως επόμενο διάστημα.

Και όμως - Μια Moto Guzzi χωρίς V2 κινητήρα!

Νέο entry-level μοντέλο με δικύλινδρο σε σειρά, βασισμένο στην Aprilia RS457
New Model Inline Moto Guzzi
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

1/8/2025

Η Moto Guzzi ετοιμάζει το μεγαλύτερο τεχνολογικό άλμα εκτός παράδοσης εδώ και δεκαετίες. Αντί για τον κλασικό εγκάρσια τοποθετημένο V2, η νέα της μικρή μοτοσυκλέτα θα χρησιμοποιεί δικύλινδρο σε σειρά 457 κ.εκ., προερχόμενο από την Aprilia, με στόχο την παγκόσμια αγορά και ιδιαίτερα την Ασιατική

Το καλοκαίρι του 2023 η Aprilia παρουσίασε την RS457, εξοπλισμένη με νέο δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα. Το μοτέρ αυτό γρήγορα έγινε η βάση για ολόκληρη οικογένεια μοντέλων, την RS457, την Tuono 457 και σύντομα την Tuareg 457. Όλα παράγονται στο εργοστάσιο της Piaggio στην Ινδία, διασφαλίζοντας χαμηλότερο κόστος και άμεση πρόσβαση σε αναδυόμενες αγορές.

Η Moto Guzzi, μέλος του ίδιου ομίλου (Piaggio) από το 2004, αποφάσισε να υιοθετήσει τον κινητήρα, φέρνοντας για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν έναν αιώνα έναν δικύλινδρο σε σειρά σε μοντέλο παραγωγής της. Αν και η Guzzi είχε φτιάξει εν σειρά κινητήρες τη δεκαετία του ’30, αυτοί περιορίζονταν σε αγωνιστικές εφαρμογές. Από το 1967 και μετά, η εταιρική ταυτότητα της, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον εγκάρσιο αερόψυκτο V2. Η εισαγωγή της υδρόψυξης με το V100 Mandello ήταν ήδη μεγάλο βήμα αλλά η εγκατάλειψη του V2 αποτελεί πραγματική επανάσταση.

New Model Inline Moto Guzzi

Η νέα naked της Guzzi θα μοιράζεται τον κινητήρα και ορισμένα περιφερειακά με την Tuono 457, αλλά θα έχει ολοκληρωτικά δική της αρχιτεκτονική στηριζόμενη σε σωληνωτό ατσάλινο πλαίσιο αντί για αλουμινίου, με στόχο να προσδώσει διαφορετική γεωμετρία αναβάτη για μια πιο άνετη θέση οδήγησης αλλά και μια μια πιο παραδοσιακή σχεδίαση ρεζερβουάρ και φωτιστικών σωμάτων.

Η κατηγορία 350-500 κ.εκ. αναπτύσσεται ραγδαία, ιδιαίτερα στην Ασία. Για μικρές εταιρείες όπως η Guzzi (15.000 μονάδες ετησίως), η διείσδυση σε αυτές τις αγορές είναι ζήτημα επιβίωσης. Η παραγωγή στην Ινδία, όπως ήδη γίνεται με την Aprilia, ανοίγει τον δρόμο για οικονομικά προσιτά μοντέλα που θα μπορούν να πωλούνται τόσο σε Ασία όσο και σε Ευρώπη.

New Model Inline Moto Guzzi

Παράλληλα, η Moto Guzzi ακολουθεί το παράδειγμα άλλων κατασκευαστών: KTM- Bajaj, Triumph-Bajaj και εργοστάσια στην Ταϊλάνδη, BMW-TVS. Όλοι προσαρμόζουν την παραγωγή τους σε μικρότερες και πιο οικονομικές μοτοσυκλέτες για να κερδίσουν μερίδιο αγοράς σε χώρες με εκρηκτική ζήτηση.

Αν και είχε ακουστεί ότι η Guzzi θα επαναφέρει το όνομα “Eldorado”, αυτό φαίνεται απίθανο, καθώς ιστορικά αφορούσε μεγάλες cruiser. Μια πιο ταιριαστή επιλογή θα ήταν ίσως το “Airone”, το πρώτο μεταπολεμικό Guzzi μαζικής παραγωγής που έφερε την ελευθερία ταξιδιού σε χιλιάδες αναβάτες, ακριβώς όπως στοχεύει να κάνει και η νέα, μικρή Moto Guzzi.

New Model Inline Moto Guzzi