Yamaha XMAX 125 & 300 2025 - Φρεσκάρισμα και 3 εκδόσεις εξοπλισμού σε κάθε κυβισμό [VIDEO]
Με ηλεκτρική ζελατίνα, TFT οθόνη και πλοήγηση με χάρτες τα κορυφαία μοντέλα
Από τον
Κώστα Γκαζή
17/1/2025
Η Yamaha φρεσκάρει αισθητικά τα Euro 5+ XMAX 125 & 300 για το 2025, προσφέροντας τρεις εκδόσεις (βασική, Tech Max και Tech Max+) σε κάθε κυβισμό, που διαφοροποιούνται στον εξοπλισμό και στα φινιρίσματά τους.
Τα XMAX που κυκλοφόρησαν αρχικά στην Ευρώπη το 2004 και βρίσκονται στις Ασιατικές αγορές από το 2017, είναι μεταξύ των πιο επιτυχημένων Sport Scooter στις αντίστοιχες κατηγορίες τους. Περισσότερα από 166.000 XMAX έχουν πουληθεί στην Ευρώπη και από το 2017 το XMAX έχει αγοραστεί από περισσότερους από 248.000 αναβάτες στις αγορές της Ασίας και από σχεδόν 22.000 αναβάτες στην Τουρκία. Αυτό τοποθετεί τα XMAX στα πιο επιτυχημένα Sport Scooter που έχουν κατασκευαστεί ποτέ, ενώ η Yamaha τα φρεσκάρει για το 2025, ώστε να διατηρήσουν στο ίδιο ψηλό επίπεδο τις πωλήσεις τους.
Η γκάμα του 2025 περιλαμβάνει τα XMAX 125 και XMAX 300, τα premium XMAX 125 Tech MAX και XMAX 300 Tech MAX, καθώς και τα απόλυτα XMAX 125 Tech MAX+ και XMAX 300 Tech MAX+, ενώ για την Τουρκία -και μόνο- θα κυκλοφορήσει μια νέα έκδοση XMAX 250.
Για το 2025, τα μοντέλα Tech MAX και Tech MAX+ είναι εξοπλισμένα με μια ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη. Προσφέροντας εύρος κίνησης 95 χιλ. επάνω/κάτω η ζελατίνα ρυθμίζεται εύκολα μέσω ενός διακόπτη στο αριστερό χειριστήριο του τιμονιού.
Εκτός από τη νέα premium ζελατίνα, τα νέα μοντέλα Tech MAX και Tech MAX+ διαθέτουν ενσωματωμένα μπροστινά φλας που προεξέχουν, τοποθετημένα ψηλά, κόβοντας ελαφρώς τον αέρα που φτάνει στα χέρια του αναβάτη. Ανασχεδιασμένο είναι όμως και το κοστούμι των πλαστικών με στόχο την απομάκρυνση του αέρα από το κεφάλι του αναβάτη.
Το premium φινίρισμα κάθε μοντέλου Tech MAX και Tech MAX+ περιλαμβάνει μια σειρά από ειδικά χαρακτηριστικά και λεπτομέρειες. Σε αυτά περιλαμβάνονται μαρσπιέ αλουμινίου για το ευρύχωρο δάπεδο, καθώς και καθρέφτες και αντίβαρα τιμονιού που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για κάθε μοντέλο. Ο μπροστινός αποθηκευτικός χώρος διαθέτει επένδυση που ταιριάζει με τη σέλα, ενώ τα εμβλήματα Tech MAX αναδεικνύουν την αποκλειστικότητα αυτών των κορυφαίων μοντέλων της γκάμας Sport Scooter.
Εκτός από τις υψηλότερες συνολικές προδιαγραφές τους, τα μοντέλα Tech MAX και Tech MAX+ διαθέτουν και ειδικής σχεδίασης χρωματισμούς που τονίζουν την αποκλειστικότητά τους. Αυτά τα Sport Scooter είναι διαθέσιμα στους χρωματισμούς Ceramic Grey και Dark Magma, οι οποίοι συμπληρώνουν το premium φινίρισμά τους.
Για μια ακόμα καλύτερη εμπειρία οδήγησης, τα μοντέλα Tech MAX είναι εξοπλισμένα με ανανεωμένο πίνακα οργάνων με σαφή και λογική διάταξη. Η πλήρως έγχρωμη οθόνη TFT 4,2" διαθέτει λειτουργίες συνδεσιμότητας, ενώ η οθόνη LCD με οπίσθιο φωτισμό στην αριστερή πλευρά του πίνακα ελέγχου εμφανίζει σημαντικές πληροφορίες για το όχημα, όπως η ταχύτητα, ο χιλιομετρητής, η διαδρομή 1 και 2 και πολλά άλλα. Ο νέος πίνακας οργάνων διαθέτει και φιμέ μάσκα με γείσο για καλύτερη προστασία από τον ήλιο και κατ’ επέκταση καλύτερη ορατότητα των ενδείξεων.
Όλα τα μοντέλα XMAX διαθέτουν συνδεσιμότητα στην οθόνη οργάνων. Αφού οι ιδιοκτήτες κάνουν λήψη της δωρεάν εφαρμογής MyRide, μπορούν να χρησιμοποιήσουν το smartphone τους για να συνδεθούν με το όχημά μέσω Bluetooth ελέγχοντας κατόπιν τυχόν ειδοποιήσεις για κλήσεις, email και μηνύματα, καθώς και για να δουν χρήσιμα δεδομένα για τη λειτουργία του οχήματος, όπως είναι η μέση κατανάλωση καυσίμου, οι διαδρομές, η ταχύτητα, ο χρόνος της διαδρομής και πολλά άλλα.
Η δωρεάν πλοήγηση Garmin* μέσω smartphone αφορά αποκλειστικά στα μοντέλα Tech MAX και Tech MAX+, όπου πέρα από την απεικόνιση χαρτών, η οθόνη παρέχει στους αναβάτες πληροφορίες για την κυκλοφορία σε πραγματικό χρόνο, την απόσταση που απομένει, την εκτιμώμενη ώρα άφιξης και πολλά άλλα.
* Η εφαρμογή πλοήγησης δεν θα είναι διαθέσιμη σε ορισμένες χώρες. Σε ορισμένες χώρες δεν παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα όρια ταχύτητας, την κίνηση κ.λπ.
Κάτω από την άνετη διθέσια σέλα που διαθέτουν όλα τα μοντέλα XMAX, υπάρχει ένας ευρύχωρος αποθηκευτικός χώρος που έχει σχεδιαστεί για 2 κράνη, ανάλογα με το μέγεθος και το σχήμα τους. Μαζί με τα δύο μπροστινά ντουλαπάκια, προσφέρει στον ιδιοκτήτη πολλές επιλογές αποθήκευσης.
Για το 2025, όλα τα μοντέλα XMAX διαθέτουν κινητήρα που καλύπτει τις προδιαγραφές EURO5+. Οι κινητήρες 300 και 125 κ.εκ. των μοντέλων ΧΜΑΧ έχουν αναπτυχθεί με χρήση της τεχνολογίας Blue Core της Yamaha, η οποία μειώνει τις απώλειες ισχύος και ενισχύει την απόδοση της καύσης.
Ο μονοκύλινδρος κινητήρας 300 κ.εκ. των μοντέλων XMAX 300 / XMAX 300 Tech MAX / XMAX 300 Tech MAX+ συνοδεύεται από ένα νέο ελαφρύ τελικό εξάτμισης, το οποίο διαθέτει δύο καταλύτες που εξασφαλίζουν μειωμένες εκπομπές ρύπων και ισχύ 27,6 hp.
Με ισχύ 12 hp και τεχνολογία Start & Stop για την εξοικονόμηση καυσίμου, τα μοντέλα XMAX 125 / XMAX 125 Tech MAX/ XMAX 125 Tech MAX+ είναι ιδανικά για κατόχους διπλώματος Α1 αλλά και Β που αναζητούν μια εύχρηστη εναλλακτική λύση στις αστικές μετακινήσεις.
Τα μοντέλα XMAX διαθέτουν την ανάφλεξη χωρίς κλειδί (Smart Key) της Yamaha, η οποία επιτρέπει στους αναβάτες να ξεκλειδώσουν και να εκκινήσουν το Sport Scooter τους, καθώς και να ανοίγουν το ρεζερβουάρ καυσίμου και τους χώρους αποθήκευσης. Επίσης, όλα τα μοντέλα διαθέτουν μια νέα πρίζα USB τύπου C στο μπροστινό ντουλαπάκι.
Τα απόλυτα μοντέλα Tech MAX+ είναι νέα για το 2025 και ανεβάζουν την άνεση κατά την οδήγηση στο επόμενο επίπεδο. Τα Tech MAX+ απευθύνονται σε πελάτες που επιθυμούν πολυτέλεια για όλες τις εποχές και είναι αποκλειστικά εξοπλισμένα με θερμαινόμενη σέλα και θερμαινόμενα γκριπ, διατηρώντας παράλληλα όλα τα premium χαρακτηριστικά των μοντέλων Tech MAX.
Τα XMAX 125 και XMAX 300 μοιράζονται την ίδια εξελιγμένη τεχνολογία για τον κινητήρα και το πλαίσιο καθώς και την υψηλή ποιότητα κατασκευής των premium μοντέλων Tech MAX και τις ενισχύουν με μια σειρά αποκλειστικών προδιαγραφών.
Αυτά φέρουν μια συνδεδεμένη οθόνη LCD 4,3 ιντσών και ζελατίνα που ρυθμίζεται με το χέρι.
Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
Από τον
Παύλο Καρατζά
29/5/2026
Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.
Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.
Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.
Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.
Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.
Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:
Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)
Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.
Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.
Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)
Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.
Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.
Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.
Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.
Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)
Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.
Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)
Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.
Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.
XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)
Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.
Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.
Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)
Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.
Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.
Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.
Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.
Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)
Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.
Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.
Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.
Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)
Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.
Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.
Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.
Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.
Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.
Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)
Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.
Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.
Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.
Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.