Zündapp ZXA Adventure 530: Άλλη μία αναβίωση ονόματος μέσω Κίνας

Πωλείται στην Γερμανία για 7.500 Ευρώ
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

12/10/2022

Η Γερμανική αγορά δεν αγαπά τις μικρομεσαίες Adventure μοτοσυκλέτες, λατρεύει όμως την αναβίωση ονομάτων και ειδικά ενός ιστορικού ονόματος όπως η Zündapp.

Ταυτόχρονα η αναβίωση ονομάτων με την πρακτική του ντυσίματος αυτοκόλλητων σε μία κινέζικης κατασκευής μοτοσυκλέτα, είναι και ο ποιο εύκολος τρόπος για έναν κινέζο κατασκευαστή να εισέλθει στην Ευρωπαϊκή αγορά. Αντίστοιχα και ένας Ευρωπαίου εμπόρου, να πουλήσει στο μαγαζί του μία κινέζικη μοτοσυκλέτα…

Την ίδια ώρα που οι Ευρωπαίοι θέλουν να μπουν στην αγορά της Κίνας που νομοθετικά και φορολογικά είναι πολύ πιο δύσκολο εγχείρημα, οι Κινέζοι κατασκευαστές κάνουν την απόβασή τους που έχει ενορχηστρωθεί από χρόνια προσπαθειών και έχει ήδη πετύχει τις πρώτες κατακτήσεις εδαφών. Έτσι κι αλλιώς έχουν πιο εύκολο έργο, καθώς το δυσκολότερο που έχουν να αντιμετωπίσουν είναι οι προδιαγραφές Euro5 και το υψηλό αντίτιμο της έγκρισης τύπου, αλλά τουλάχιστον δεν χρειάζεται να φτιάξουν ολόκληρο εργοστάσιο, όπως απαιτείται για τους Ευρωπαίους που θέλουν να μπουν στην Κίνα και θέλουν να αποφύγουν την εξοντωτική φορολόγηση.

Η Zündapp έχει επιλέξει την τακτική της αλλαγής ονόματος σε ένα υφιστάμενο μοντέλο της Κινέζικης αγοράς το οποίο στην προκειμένη περίπτωση είναι το MG500 της MOTRAC Motorcycles. Είναι λοιπόν ένα παλαιότερο μοντέλο που πρώτη φορά είδαμε το 2016 και που από την πρώτη στιγμή αντέγραφε κατάφορα το Ducati Multistrada. Αν και κοιτώντας από κοντά με τα νέα χρώματα και τα κάγκελα, μπορείς να πεις πως το φετινό παράδειγμα που με το όνομα ZXA Adventure 530 και αυτοκόλλητο 530TT εμφανίστηκε στην INTERMOT, το κάνει καλύτερα.

Αυτό είναι το μοντέλο του Κινέζου κατασκευαστή σε μία νεότερη γενιά, αντίστοιχης του Zündapp. Το πρώτο του 2016 στο τέλος του άρθρου:

Αυτή την στιγμή η Zündapp έχει κλείσει μία πενταετία που εμπορεύεται μία γκάμα μικρών μοτοσυκλετών 50 και 125 κυβικών, τα οποία στην Γερμανία μπορούν να οδηγηθούν εδώ και πολύ καιρό με δίπλωμα αυτοκινήτου, περίπου με τις ίδιες προϋποθέσεις της εξίσωσης διπλωμάτων που ισχύουν και εδώ, ενώ ειδικά τα πενηντάρια σκούτερ στοχεύουν στους πιτσιρικάδες που στην Γερμανία είναι πανεύκολο να τα αποκτήσουν. Τώρα η Zündapp ανεβαίνει κατηγορία με το νέο Adventure 500, που όπως εξηγήσαμε μόνο νέο δεν είναι.

Το εργοστάσιο της Γερμανίας έχει σταματήσει από το 1984 να παράγει μοτοσυκλέτες και αναμεσά τους ορισμένα ιστορικά δίχρονα. Στο απόγειό της έφτασε ακριβώς πριν ξεσπάσει ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος πουλώντας 200.000 μονάδες ενώ είχε ξεκινήσει μόλις το 1917, στην αυγή δηλαδή του Α’ Παγκοσμίου. Με 2.000 εργάτες η Zündapp μπορεί να είχε γίνει ένας κορυφαίος Ευρωπαίος κατασκευαστής αν δεν μεσολαβούσε ο πόλεμος που έγινε βέβαια αιτία να δημιουργηθούν άλλες, πολύ γνωστές μάρκες τώρα, όπως η Ducati και η Honda, ορισμένα τρανταχτά παραδείγματα με την ιστορία αυτής της μεταστροφής να την έχουμε καταγράψει εδώ, ένα άρθρο που σύμφωνα με εσάς τους ίδιους, έχετε εκτιμήσει ιδιαίτερα.

Τα δικαιώματα της Zündapp έχουν αλλάξει χέρια περίπου την ίδια εποχή που έγινε εκ νέου η ανασύσταση με μοντέλα από την Κίνα, όμως το όνομα αυτό ποτέ δεν έσβησε πλήρως καθώς συντηρούνταν μία μεγάλη κοινότητα ιδιοκτητών και εμπόρων που συνέχιζε να εμπορεύεται ανταλλακτικά και να συντηρεί μακροσκελείς καταλόγους με κάθε τι που χρειάζεται κανείς για να κρατήσει την Zündapp που είχε, σε λειτουργική κατάσταση.

Σε αντίθεση λοιπόν με άλλα ιστορικά ονόματα που έπρεπε να βγουν από τον λήθαργο και να τα ξανά θυμηθεί ο κόσμος, η αγορά της Γερμανίας ποτέ δεν έσβησε με διπλή γραμμή το όνομα Zündapp από τον χάρτη της. Η προσπάθεια για μία μεσαία μοτοσυκλέτα γίνεται με το καλύτερο που έχει να προσφέρει η Κίνα. Δηλαδή έναν κινητήρα που έχει γίνει χιλιο-αντιγραφή από το CB500X και έχει κυκλοφορήσει από διάφορους κατασκευαστές. Ανάμεσά τους υπάρχουν και «συναρμολογητές – κατασκευαστές», δηλαδή τεράστιες αποθήκες που δεν κατασκευάζουν τα δικά τους εξαρτήματα αλλά προμηθεύονται διάφορα ανταλλακτικά από άλλους μεγάλους Κινέζους κατασκευαστές, όπως η Loncin, και ενώνοντας διάφορα εξαρτήματα βγάζουν το δικό τους μοντέλο. Το οποίο φυσικά πάντα θα εξαρτάται από την διαθεσιμότητα των υπόλοιπων προμηθευτών. Η Κινέζικη αγορά έχει να επιδείξει όλες τις περιπτώσεις, όπως και οι Ευρωπαίοι που κατασκευάζουν εκεί έχουν κι αυτοί ολότελα διαφορετική συνεργασία που διαφέρει από ζευγάρι σε ζευγάρι, κι έτσι κάθε περίπτωση καταλήγει διαφορετική. Παρόλο που ο κινητήρας αυτός, όπως είπαμε, έχει ξεκινήσει από αντιγραφή της Honda και έχει τεράστιες ομοιότητες με τόσα και τόσα άλλα μοντέλα με τελείως διαφορετικά ονόματα, η σύνθεσή του καταλήγει να μας δίνει κάτι νέο. Η περίπτωση της Zündapp λοιπόν είναι άλλη μία τέτοια περίπτωση που με τους παραπάνω τρόπους μας δίνει έναν -τελικά- γνώριμο δικύλινδρο 476 κυβικών με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους και απόδοση 47,5 ίππων στις 8.500 στροφές με περίπου 4,5Kg.m ροπής στις 7.500 στροφές.

Όπως έχουμε πει στο MOTO πολλές φορές, οι Ιάπωνες κατασκευαστές όχι μόνο δεν αντιδρούν στην αντιγραφή ενός κινητήρα τους, διότι έτσι κι αλλιώς δεν γίνεται να κάνεις κάτι τέτοιο εντός Κίνας, μπορείς να το σταματήσεις μόνο εκτός, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Τις περισσότερες φορές πωλούν οι ίδιοι τα λεπτομερή σχέδια παλαιότερης γενιάς κινητήρων, διότι πολύ απλά γνωρίζουν πως η διαχείριση του κινητήρα είναι το δυσκολότερο πράγμα και πως αυτή η απόσταση δεν καλύπτεται εύκολα.

Εκείνο που πραγματικά κάνει εντύπωση και φέρνει κάτι νέο, κάτι που δείχνει πως η Zündapp ίσως να έχει βρει τον τρόπο να κάνει την διαφορά, είναι το βάρος. Η δική της έκδοση του CB500X, δεν ξεπερνά τα 200 κιλά με 18 λίτρα ρεζερβουάρ, τουλάχιστον κατά δική τους δήλωση. Με έδρα το Μόναχο και σταδιακή άνοδο στην γερμανική αγορά, η Zündapp δεν έχει περιθώριο για πισωγυρίσματα και πρέπει να κάνει προσεκτικά βήματα καθώς όσο ανεβαίνει σε κυβισμό, τόσο λιγότερο της συγχωρείται η φόρα του ονόματος και τόσο περισσότερο απαιτείται να υπάρχει άρτια κατασκευή και υποστήριξη.

Φαίνεται λοιπόν πως δεν βιάστηκε να φέρει στην Γερμανία μία μοτοσυκλέτα που υπήρχε ήδη στην γκάμα του Κινέζου κατασκευαστή αλλά προτίμησε να περάσει αυτή διάφορα στάδια εξέλιξης, να οριστικοποιηθεί με νέα υλικά και να εφαρμόσει τις εξελίξεις που εκεί, στην Κίνα, τρέχουν με πολύ υψηλό ρυθμό, πριν κάνει την κίνηση για το επόμενο βήμα στην γκάμα. Η τιμή της, απαλλαγμένη με πρόσθετους φόρους ταξινόμησης, όπως εδώ, και με 5% λιγότερο ΦΠΑ από ότι στην Ελλάδα, την ίδια στιγμή που η αγοραστική δύναμη στην Γερμανία είναι και μεγαλύτερη, την καθιστά κελεπούρι πριν κάποιος αρχίσει να στοχεύει σε πιο καίρια σημεία, όπως η αξιοπιστία η εύρεση ανταλλακτικών κτλ. Ζητήματα που επίσης στην συγκεκριμένη αγορά αντιμετωπίζονται διαφορετικά, ακριβώς γιατί το όνομα δεν εξαφανίστηκε πλήρως, όπως έγινε στην υπόλοιπη Ευρώπη. Βασικότερο όμως προσόν για τους Γερμανούς, είναι πως την διακίνηση και την υποστήριξη του δικτύου, έχει αναλάβει η Karcher.

Στον τομέα της εμφάνισης δεν έχει επίσης αφήσει κάτι στην τύχη καθώς αντιγράφει το γενικά αποδεκτό Multistrada, ακριβώς όπως έχουν κάνει κι άλλοι Κινέζοι κατασκευαστές. Δεν πρόκειται να αρέσει σε όλους αλλά στοχεύει να αρέσει σε αρκετούς. Η πορεία για την Zündapp μπορεί να είναι μονάχα ανοδική από εδώ και πέρα, εντός αλλά και εκτός Γερμανίας.

Το MOTRAC MG-500 όπως υπάρχει από το 2016 και έκανε εμπορική πορεία και σε χώρες της Λ.Αμερικής, όπως και κάποιες Ευρωπαϊκές:

EICMA 2024: Ducati Panigale V2 και Streetfighter V2 - Με τον νέο V2 [VIDEO]

Κοινή βάση, με διαφορές στα σημεία - Και εκδόσεις V2S με ψηλότερο επίπεδο εξοπλισμού
Ducati Panigale V2 και Streetfighter V2
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

5/11/2024

Η Ducati εγκαινιάζει μια νέα εποχή για τις δικύλινδρες μοτοσυκλέτες της, παρουσιάζοντας τις νέες Panigale και Streetfighter V2, τις πρώτες μοτοσυκλέτες της γκάμας που φέρουν τον νέο V2 κινητήρα του Borgo Panigale, και μοιράζονται την ίδια βάση, διαφέροντας στα σημεία. Και για όσους θέλουν το κάτι παραπάνω, η Ducati παρέχει και V2S εκδόσεις, με αναρτήσεις Ohlins, μπαταρία λιθίου, κ.α. 

Όπως αναφέρει η ιταλική εταιρεία, η νέα Panigale V2 και η νέα Streetfighter V2 είναι οι ελαφρύτερες εκδόσεις στην ιστορία των δυο μοντέλων. Δύο μοτοσυκλέτες υψηλών επιδόσεων σε μια εντελώς νέα σχεδιαστική προσέγγιση που περιστρέφεται γύρω από τον νέο V2 κινητήρα που έχει αποτινάξει από πάνω του τον… ζυγό του Desmo, έχει μεταβλητό χρονισμό βαλβίδων και μεγάλα διαστήματα service.

Panigale V2

Η Panigale V2 ξανασχεδιάζεται ξεκινώντας όπως υποστηρίζει η Ducati από λευκό χαρτί και όχι υιοθετώντας απλώς τον νέο κινητήρα με τον μικρότερο κυβισμό από πριν -890 αντί 937 κ.εκ.

Η νέα δικύλινδρη Panigale είναι μια πλήρως ανασχεδιασμένη μοτοσυκλέτα, η οποία επίσης χάρη στον νέο κινητήρα Ducati 90° V2 και το monocoque πλαίσιο (που ζυγίζει μόλις 4 κιλά), γίνεται η ελαφρύτερη Panigale όλων των εποχών: στην πραγματικότητα, είναι 15 κιλά λιγότερα από το προηγούμενο μοντέλο στην έκδοση V2 S!

Με έμπνευση από το Panigale V4

Panigale V2

Ο σχεδιασμός της Panigale V2 είναι εμπνευσμένος από αυτόν της Panigale V4, δημιουργώντας μια σπορ μοτοσυκλέτα που όμως διαθέτει παράλληλα και ελαφρώς πιο κομψό χαρακτήρα. Στο εσωτερικό του πλαϊνού μέρους του φαίρινγκ, ένα παθητικό σύστημα εξαερισμού διοχετεύει φρέσκο αέρα προς τον αναβάτη και απομακρύνει τον ζεστό αέρα από το ψυγείο, εξασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερη θερμική άνεση στον δρόμο.

Το μπροστινό μέρος χαρακτηρίζεται από μια σαφή αναφορά στην Panigale V4. Διαθέτει τον προβολέα Full-LED με διπλό DRL που του προσδίδει το ίδιο “βλέμμα”. Ο σχεδιασμός του ρεζερβουάρ, θυμίζει επίσης αυτόν της Panigale V4, προσαρμοσμένος στη νέα μηχανική βάση και το διαφορετικό εργονομικό τρίγωνο. Το τελευταίο έχει καθοριστεί με στόχο τη μείωση της επιβάρυνσης των καρπών, διατηρώντας παράλληλα σπορ αίσθηση.

Η ουρά έχει επίσης στιλ Panigale V4, δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα εμπνευσμένο και από την 916. Το πίσω LED φωτιστικό σώμα χωρίζεται σε δύο μέρη, σύμφωνα με την παράδοση των σπορ μοτοσυκλετών Ducati. Η εξάτμιση, η οποία καταλήγει σε δύο τελικά τοποθετημένα κάτω από τη σέλα, παραπέμπει στην αγωνιστική παράδοση της Panigale.

Ο σχεδιασμός των νέων τροχών αποτελεί μια σύγχρονη ερμηνεία της εμβληματικής εμφάνισης των τριών μπράτσων της Marchesini. Το μαύρο χρώμα δημιουργεί αντίθεση με το κόκκινο χρώμα της υπόλοιπης μοτοσυκλέτας

Επιδόσεις και ανέσεις

Panigale V2

Η Ducati αναφέρει πως κατά τη διάρκεια των δοκιμών εξέλιξης στην πίστα, η νέα Panigale V2 παρείχε επίπεδα επιδόσεων ανάλογα με αυτά του προηγούμενου μοντέλου. Όλα αυτά χάρη στη μείωση του βάρους κατά 15 κιλά, το ελαφρύ και σύγχρονο πλαίσιο, τη νέα εργονομία, και  τον κινητήρα που διαθέτει άφθονη ροπή. Οι Ιταλοί τονίζουν πως στη νέα Panigale V2 ο αναβάτης αισθάνεται άνετα από την πρώτη κιόλας στροφή και, χάρη στη μειωμένη σωματική προσπάθεια που απαιτείται κατά την οδήγηση, μπορεί να φτάσει πιο εύκολα στο όριο και να το διατηρήσει καθ' όλη τη διάρκεια της οδήγησης.

Στον δρόμο, ωστόσο, η νέα Panigale V2 αποδεικνύεται εύκολη και άνετη χάρη στην πιο όρθια θέση οδήγησης που επιβαρύνει λιγότερο τον αναβάτη, και στη βελτιωμένη απαγωγή της θερμότητας του κινητήρα.

Streetfighter V2

Streetfighter V2

Η Ducati εφάρμοσε αυτό που αποκαλεί “Fight Formula” -δηλαδή μια μαχητική συνταγή-, στην ελαφρύτερη Panigale όλων των εποχών, για να δημιουργήσει το ελαφρύτερο Streetfighter όλων των εποχών: μια απολαυστική γυμνή μοτοσυκλέτα για δρόμο και πίστα. Η παραπάνω συνταγή είναι απλή: κινητήρας 890 cc, πλαίσιο Panigale V2, βάρος 175 kg, φαρδύ και ψηλό τιμόνι και απουσία φαίρινγκ.

Το νέο V2 είναι το ελαφρύτερο Streetfighter που δημιούργησε ποτέ η Ducati (-18 κιλά σε σχέση με το προηγούμενο μοντέλο) χάρη σε ένα πλαίσιο που βασίζεται στο πολύ ελαφρύ monocoque πλαίσιο και στον νέο κινητήρα V2 90°.  Πιο διαισθητική στην οδήγηση, και συναρπαστική χάρη στο μικρό βάρος και τη ροπή του V2.

Το ρεζερβουάρ καυσίμου, η μονάδα σέλας/ουράς και οι ζάντες ελαφρού κράματος είναι ίδια με της Panigale V2. Μια λύση που ενισχύει το σπορ πνεύμα του Streetfighter V2, διατηρώντας τις αναφορές στην αγωνιστική παράδοση της Ducati.

Νέος κινητήρας V2, ίδιος για τα δυο μοντέλα

v2

Η Panigale V2 και η Streetfighter V2 φέρουν το νέο κινητήρα V2 90° με μεταβλητό χρονισμό για τις βαλβίδες εισαγωγής, που πληροί τις Euro5+, 890 cc και 120 ίππων. Το βάρος του, μόλις 54,5 kg (-9,4 kg σε σχέση με τον Superquadro που αντικαθιστά), τον καθιστά τον ελαφρύτερο δικύλινδρο που έχει κατασκευάσει ποτέ η Ducati, ενώ η καμπύλη ροπής του, με το 70% της μέγιστης τιμής να είναι ήδη διαθέσιμο στις 3.000 σ.α.λ. Κατά τη χρήση των νέων V2 στην πίστα, θα είναι δυνατή η τοποθέτηση αγωνιστικής εξάτμισης, η οποία αυξάνει τη μέγιστη ισχύ στους 126 ίππους, με μείωση του βάρους κατά 4,5 κιλά.

Όλα αυτά καθιστούν τόσο την Panigale όσο και την Streetfighter V2 απολαυστικές και διασκεδαστικές μοτοσυκλέτες για σπορ οδήγηση, ειδικά χάρη στο βάρος των μόλις 176 και 175 kg αντίστοιχα (σε κατάσταση λειτουργίας, χωρίς καύσιμα). Τιμές που σε συνδυασμό με την ισχύ των 120 ίππων καθορίζουν και για τις δύο μια αναλογία ισχύος/βάρους 0,69 ίππους/kg. Για την Panigale και την Streetfighter V2 υπάρχουν διαθέσιμα 3 Power Modes: High, Medium και Low, με 95 ίππους. Επιπλέον, και οι δύο μοτοσυκλέτες είναι διαθέσιμες σε έκδοση 35 kW.

Πλαίσιο

Ψαλίδι

Το πλαίσιο του νέου V2 είναι ένα ελαφρύ και αποδοτικό monocoque, το οποίο χρησιμοποιεί τον κινητήρα ως φέρον τμήμα. Το διπλής όψης ψαλίδι είναι σχεδιαστικά εμπνευσμένο από το κούφιο συμμετρικό ψαλίδι της Panigale V4 και προσφέρει τα ίδια πλεονεκτήματα όσον αφορά τη σταθερότητα κατά την έξοδο από τις στροφές και την αίσθηση κατά την οδήγηση στην πίστα, όπου επιτρέπει στον αναβάτη να αξιοποιήσει στο έπακρο τα σύγχρονα slick ελαστικά.

Οι αναρτήσεις είναι πλήρως ρυθμιζόμενες, για να επιτρέπουν στον αναβάτη να εξατομικεύσει το set-up της νέας sport μοτοσυκλέτας Ducati. Οι Panigale V2 και Streetfighter V2 είναι εξοπλισμένες με πιρούνι Marzocchi και αμορτισέρ Kayaba, ενώ οι εκδόσεις V2 S προσφέρουν στον αναβάτη τους πιρούνι και αμορτισέρ Öhlins, καθώς και μπαταρία ιόντων λιθίου που μειώνει το βάρος.

Η Streetfighter V2 διαθέτει διαφορετικό ψαλίδι που είναι κατά 30 mm μακρύτερο από της Panigale V2 και ένα αμορτισέρ τιμονιού της Sachs στο βασικό εξοπλισμό.

Οι νέοι χυτοί τροχοί είναι εφοδιασμένοι με ελαστικά Pirelli Diablo Rosso IV σε διαστάσεις 120/70 και 190/55, τα οποία συνδυάζουν την οδική συμπεριφορά και την επιφάνεια επαφής, ενισχύοντας τις σπορ ιδιότητες των δύο μοντέλων. Το μπροστινό σύστημα πέδησης της Brembo αποτελείται από δύο δίσκους 320 mm και monobloc δαγκάνες M50, προσφέροντας ισχύ για χρήση στην πίστα και διαμόρφωση για χρήση στο δρόμο.

Ηλεκτρονικά βοηθήματα

Panigale V2

Η Panigale V2 και η Streetfighter V2 είναι εξοπλισμένες με μια αδρανειακή πλατφόρμα IMU έξι αξόνων, υποστηρίζοντας έτσι ένα πλήρες και αποτελεσματικό πακέτο ηλεκτρονικών, για την αύξηση της ασφάλειας στην οδική χρήση και των επιδόσεων στην πίστα. Το πακέτο ηλεκτρονικών περιλαμβάνει σπορ ABS Cornering με λειτουργία slide-by-brake, Ducati Traction Control, Ducati Wheelie Control, Engine Brake Control και το νέο Ducati Quick Shift 2.0, το ίδιο σύστημα που χρησιμοποιείται στην Panigale V4, στάνταρ και στις δύο εκδόσεις. Οι εκδόσεις S είναι επίσης εξοπλισμένες στάνταρ με Ducati Power Launch και Pit Limiter.

Ο αναβάτης μπορεί να αλλάξει άμεσα τη συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας επιλέγοντας μεταξύ τεσσάρων Riding Modes (Race, Sport, Road, Wet) που προσφέρουν προκαθορισμένα επίπεδα παρέμβασης, τα οποία μπορεί να τροποποιήσει ο χρήστης.

Νέα είναι η έγχρωμη TFT οθόνη οργάνων 5 ιντσών με διάταξη ενδείξεων που προέρχεται από τα όργανα της νέας Panigale V4. Οι τρεις απεικονίσεις ενδείξεων είναι οι Road, Road Pro και Track

Αξεσουάρ

Η Ducati διαθέτει εκτεταμένη σειρά αξεσουάρ για τα δυο νέα V2 μοντέλα της, που περιλαμβάνουν αγωνιστική εξάτμιση, σταμπιλιζατέρ Ohlins, ρυθμιζόμενα μαρσπιέ, σύστημα τηλεμετρίας, Cruise Control, πλοήγηση, θύρα USB, TPMS, κ.α.

Διαθεσιμότητα και χρώματα

Η νέα Panigale θα φτάσει στις αντιπροσωπείες στις εκδόσεις V2 και V2 S στα τέλη Ιανουαρίου 2025, μόνο σε κόκκινο χρώμα Ducati Red, ενώ η νέα Streetfighter V2 θα είναι διαθέσιμη από τα τέλη Μαρτίου 2025. Οι Panigale και Streetfighter V2 θα προσφέρονται σε διθέσια διαμόρφωση, ενώ οι εκδόσεις V2 S θα διατίθενται σε μονοθέσια διαμόρφωση με ένα κιτ συνοδηγού που προσφέρεται ως αξεσουάρ. Όλες μπορούν επίσης να αγοραστούν σε έκδοση 35 kW για αναβάτες με άδεια οδήγησης A2.

Ετικέτες