Αποκλειστικό: Οδηγάμε την ηλεκτρική Streetfighter της Harley Davidson στις ΗΠΑ

Μια νέα “εξωσωματική” εμπειρία οδήγησης
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

17/7/2019

Είμαι μαζί σας! Γουστάρω τον ήχο του κινητήρα εσωτερικής καύσης. Είτε πρόκειται για μια εξωτική V4 superbike που θυμίζει MotoGP, είτε είναι ένα “ταπεινό” μονοκύλινδρο με μόλις 125 κυβικά, ο κινητήρας κάθε μοτοσυκλέτας είναι η ψυχή της. Επίσης ξέρω πως τα ηλεκτρικά οχήματα δεν μειώνουν την ρύπανση του περιβάλλοντος, αλλά απλώς τη μεταφέρουν από το σημείο χρήσης του οχήματος στο ορυχείο που σκάβουν για να βρουν τις σπάνιες γαίες για τις μπαταρίες και τους ηλεκτροκινητήρες και στα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Το γεγονός πως δεν βγάζουν καπνό εμπρός στα μάτια σου, δεν σημαίνει πως στα εργοστάσια που κατασκευάζονται και παράγεται η ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνουν και μαζί της ντουμάνια ολόκληρα από CO2. Κι αν όλοι αγοράσουμε ηλεκτρικά οχήματα, τότε τα πυρηνικά εργοστάσια θα φυτρώνουν σαν μανιτάρια για να καλύψουν τις ανάγκες μας σε ηλεκτρική ενέργεια.

Αφού λοιπόν συμφωνούμε πως μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα δεν έχει την “ψυχή’ μιας με κινητήρα εσωτερικής καύσης και στην πραγματικότητα δεν μειώνει τη ρύπανση του περιβάλλοντος, τότε γιατί η Livewire της Harley Davidson με άφησε με ανοιχτό το στόμα; Τί ξεχωριστό έχει πάνω της που να σε εθίζει τόσο πολύ η οδήγησή της;  Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κάποιο μυστήριο. Οι ηλεκτροκινητήρες έχουν μέγιστη ροπή από μηδέν στροφές και αυτό τους επιτρέπει να έχουν μόνο μία ταχύτητα, δηλαδή να έχουν μόνιμα την 6η σχέση. Δεν χρειάζονται καν τη βοήθεια ενός συμπλέκτη για να ξεκινήσουν από στάση με αυτή τη μακριά 6η σχέση!

Ακόμα και οι εξακύλινδρες Honda Goldwing 1800 και BMW K 1600 GT/GTL θα σου σβήσουν αν αφήσεις απότομα τον συμπλέκτη με τον κινητήρα να δουλεύει στο ρελαντί. Φανταστείτε λοιπόν πόση ροπή έχει άμεσα από το μηδέν ο ηλεκτροκινητήρας της Lifewire, που χρειάζεται ειδικό λογισμικό για την παροχή της ροπής, ώστε να μην ξεκινάς με burnout από τα φανάρια! Ο ρυθμός της επιτάχυνσης ρυθμίζεται μέσω τεσσάρων προκαθορισμένων προγραμμάτων (Road,Sport,Rain,ECO) και τριών custom, που σου επιτρέπουν να ρυθμίσεις εσύ πόσο γρήγορα θέλεις να επιταχύνει ο ηλεκτροκινητήρας, πόσο πολύ θέλεις να φρενάρει (και να επαναφορτίζει τις μπαταρίες) και πόσο παρεμβατικό θέλεις να είναι το traction control, το οποίο φυσικά δεν επεμβαίνει όπως τα συστήματα που έχουν οι συμβατικοί κινητήρες εσωτερικής καύσης, αλλά είναι απόλυτα γραμμικό. Μέσω λογισμικού ρυθμίζεται και ο “μονόδρομος συμπλέκτης”… Μα αφού δεν έχει συμπλέκτη ρε φίλε! Όχι, δεν έχει συμβατικό συμπλέκτη, όμως όταν κλείνεις το γκάζι, ο ηλεκτροκινητήρας φρενάρει τον πίσω τροχό (πολύ δυνατά αν έχεις ρυθμίσει τέρμα την επαναφόρτιση των μπαταριών) και υπάρχει πιθανότητα να μπλοκάρει ο πίσω τροχός. Για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, η Livewire παίρνει δεδομένα από τους αισθητήρες περιστροφής των τροχών και τους αισθητήρες της IMU και “απελευθερώνει” άμεσα τον πίσω τροχό ώστε να συνεχίζει την περιστροφή του και να μην μπλοκάρει. Οι δυνατότητες ρύθμισης είναι πραγματικά ανεξάντλητες και αλλάζουν δραματικά την συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τα ηλεκτρονικά που έχουν οι μοτοσυκλέτες με συμβατικούς κινητήρες εσωτερικής καύσης. Οι επιδόσεις της Livewire είναι αντίστοιχες και άμεσα συγκρίσιμες με σπορ μοτοσυκλέτες 100-120 ίππων, όμως ο τρόπος που επιταχύνει εν κινήσει συγκρίνεται περισσότερο με τα γυμνά streetfighter των 1000 κυβικών.

Η απουσία μηχανικών θορύβων και η απουσία αλλαγής ταχυτήτων κατά την επιτάχυνση και κυρίως κατά την επιβράδυνση, σε κάνουν να χάνεις την αίσθηση της ταχύτητας. Ειδικά οι μοτοσυκλέτες που οδηγήσαμε εμείς με το ψηφιακό ταχύμετρο να έχει ενδείξεις σε μίλια, ήταν πραγματικά πολύ δύσκολο να υπολογίσεις με πόσα χιλιόμετρα πλησιάζεις την είσοδο της στροφής. Οπότε δεν είναι τυχαίο που για πρώτη φορά σε Harley Davidson έχεις ακτινικές δαγκάνες της Brembo και ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της Showa, όπως στα GSX-R 1000 και CBR 1000 RR. Επίσης για πρώτη φορά σε Harley Davidson έχεις αλουμινένιο πλαίσιο πολλαπλών δοκών με το αλουμινένιο εξωτερικό κάλυμμα των μπαταριών να έχει ενεργό ρόλο στην ακαμψία του. Τα κομμάτια του πλαισίου ξεβιδόνονται και αποσυναρμολογούνται για να μπορείς να αλλάζεις τις μπαταρίες όταν φτάσουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους. Η Harley δίνει πέντε χρόνια εγγύηση για την λειτουργία και την απόδοσή τους. Ο ακριβής αριθμός των επαναφορτίσεών τους δεν ανακοινώθηκε, αλλά όπως μας είπαν δεν θα έχεις πρόβλημα για τουλάχιστον επτά χρόνια μέχρι να πέσει αισθητά η απόδοσή τους και να χρειαστούν αντικατάσταση. Ούτε το κόστος τους έχει καθοριστεί με ακρίβεια ακόμα, καθώς πιστεύουν πως μέχρι να έρθει η στιγμή να αντικατασταθούν, η τιμή τους θα έχει πέσει λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου και του ανταγωνισμού. Σε κάθε περίπτωση, η Livewire δεν θα έρθει στην Ελλάδα πριν το τέλος 2020, οπότε για εμάς το θέμα έχει καθαρά φιλοσοφικό χαρακτήρα προς το παρόν. Δυστυχώς! Διότι η Livewire μπορεί άμεσα να χρησιμοποιηθεί από κάποιον που ζει και μετακινείται σε αστικό περιβάλλον, όπως της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας κ.τ.λ.

Κάναμε άνετα 90 μίλια τέρμα γκάζι, χωρίς καμία προσπάθεια οικονομίας στην κατανάλωση ρεύματος, με την επιτάχυνση ρυθμισμένη στο 100% Full Power και παρ’ όλα αυτά γυρίσαμε στο ξενοδοχείο έχοντας ακόμα 25% περίσσευμα στην μπαταρία. Αυτό μεταφράζεται σε 144 χιλιόμετρα αληθινής αυτονομίας, η οποία μπορεί εύκολα να ξεπεράσει τα 180 χιλιόμετρα αν οδηγάς μέσα στην κίνηση της πόλης, όπου αρκετή ώρα μέσα στην κίνηση και τα φανάρια, η Livewire δεν καταναλώνει καθόλου ηλεκτρική ενέργεια. Αυτή η αληθινή αυτονομία είναι υπεραρκετή για τις καθημερινές ανάγκες μετακίνησης των περισσότερων από εμάς και επαρκεί για να κάνεις το Σαββατοκύριακο μια βόλτα με τους φίλους σου εντός νομού, χωρίς κανένα άγχος μην ξεμείνεις από μπαταρία κάπου στο πουθενά. Το βράδυ την βάζεις στην πρίζα των 220V και έως το πρωί έχει επαναφορτιστεί 100%. Με ταχυφορτιστή  χρειάζεται μόλις 40 λεπτά για το 80% και 60 λεπτά για το 100%, οπότε όταν τα βενζινάδικα στις εθνικές αποκτήσουν ταχυφορτιστές, μπορείς άνετα να πας από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη με τρεις στάσεις των 40 λεπτών για καφέ. Τόσες κάνουν μέχρι τη Θεσσαλονίκη ακόμα και όσοι έχουν μεγάλες on-off. Τουλάχιστον στην θεωρία, έτσι είναι, αν πατήσουμε πάνω στην έμπρακτη πρώτη αυτή δοκιμή.

Σε κάθε περίπτωση, τα ηλεκτρικά οχήματα θα έχουν τις υποδομές που απατούνται για να μπορείς να τα χρησιμοποιείς (σχεδόν…) όπως τα συμβατικά οχήματα, αφού οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. έχουν ήδη δεσμεύσει τεράστια χρηματικά ποσά για τις επιδοτήσεις των έργων τους, οπότε μην παραξενευτείτε αν ο περιπτεράς της γειτονιάς σας γίνει αντιπρόσωπος ταχυφορτιστών για να τσεπώσει κι αυτός κάτι από τις επιδοτήσεις.

Όμως όλη αυτή η πολιτική πρεμούρα και η οικολογική υστερία γύρω από τα ηλεκτροκίνητα οχήματα αδικούν την Livewire γιατί πετάνε την μπάλα έξω από το γήπεδο. Η εμπειρία οδήγησης αυτής της μοτοσυκλέτας είναι μοναδική και ξεχωριστή. Πρόκειται για μία από τις καλύτερες σπορ γυμνές μοτοσυκλέτες που έχουμε οδηγήσει τα τελευταία χρόνια. Σε εθίζει με τον τρόπο που επιταχύνει, σε εντυπωσιάζει με την τεχνολογία της και εν τέλει σε γοητεύει. Κάνει δηλαδή όλα όσα οφείλει να κάνει μια καλή σπορ γυμνή μοτοσυκλέτα. Απλώς το κάνει αθόρυβα!   

Από εκεί και πέρα υπάρχει η τάση του ανθρώπου να πιστεύει πως πάντα ένας κούκος φέρνει την Άνοιξη και αντίστοιχα την καταστροφή. Η Livewire είναι η πρώτη του είδους της και έρχεται από την Harley και όχι από κάποιον άλλον κατασκευαστή που περιμένεις πως θα έκανε πρώτος το βήμα, μιας και απευθύνεται λόγο ευρύτητας της γκάμας σε πιο μεγάλο κοινό. Όχι. Η πρώτη ηλεκτρική ευρείας παραγωγής, είναι εξαιρετικά σπορ, εξαιρετικά ευέλικτη και έρχεται από την Harley. Δεν υπόσχεται πως είναι εδώ για να μας σκοτώσει τους βενζινοκινητήρες. Δεν υπόσχεται πως ο στόχος είναι να αλλάξει τα πάντα απλά με την εμφάνισή της. Αυτή την στιγμή είναι ένα νέο μοντέλο. Κι ως τέτοιο το κρίνουμε. Ως τέτοιο μας εντυπωσίασε, παρόλο που έλειπε ο ήχος…  Η πλήρης ανάλυση και όλα όσα έχουμε να πούμε, αρνητικά και καλά, στο επόμενο τεύχος του MOTO!

Ετικέτες

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.