Αυτό είναι το νέο VFR800X Crossrunner του 2015!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/9/2014

Περιμέναμε νέο Crossrunner, δεν περιμέναμε όμως να το δούμε σήμερα το πρωί, αντί για τέλος του μήνα, και δεν περιμέναμε επίσης να αντιγράφει, κι αυτό, τη Γερμανική σχολή εμφάνισης των μεγάλων μοτοσυκλετών παντός δρόμου! Είχαμε γράψει παλιότερα για την εμφάνισή του ότι μοιάζει με πιγκουίνο, καλά να πάθουμε. Τώρα απλά μοιάζει με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της κατηγορίας. Βέβαια τα παραπάνω τα αντιλαμβάνεσαι περισσότερο όταν το κοιτάς από το πλάι, καθώς από μπροστά τα φανάρια του αντιγράφουν το ανανεωμένο VFR 800, στο οποίο άλλωστε βασίζεται εξ ολοκλήρου. Πράγμα φανταστικό σε ότι έχει να κάνει με τον κινητήρα και την απόκριση, γιατί έχουμε οδηγήσει στην Ισπανία το νέο VFR 800 (δεν εισάγεται στην Ελλάδα) και διαπιστώσαμε την μεγάλη βελτίωση στη συμπεριφορά του VTEC. Αν για λόγους πειραματισμού κλείσεις τελείως τα αυτιά σου, για να μην ακούσεις την ολοκληρωτική αλλαγή του ήχου, και επικεντρωθείς τελείως στο δρόμο, τότε θα περάσει κάποιος χρόνος μετά τις 6.500 στροφές, για να αντιληφθείς ότι πλέον λειτουργούν 4 και όχι 2 βαλβίδες ανά κύλινδρο. Τόσο ομαλή είναι η ενεργοποίηση του VTEC, που την πρώτη φορά που θα το οδηγήσεις, μπορεί και να μην το καταλάβεις κατευθείαν! Οι αλλαγές στον V4 κινητήρα των 782 κυβικών έχουν εστιάσει στη λειτουργία των βαλβίδων, την εισαγωγή του αέρα και όλα αυτά με γνώμονα πάντα την ομαλότερη λειτουργία του VTEC. Και πραγματικά έχουν κάνει τη μεγάλη διαφορά. Ούτε μέσα στη στροφή δεν γίνεται πλέον να σε επηρεάσει η λειτουργία του συστήματος. Τουλάχιστον αυτά ίσχυαν στο νέο VFR, και με βάση τα λεγόμενα της Honda, ότι δεν έχουν γίνει αλλαγές σε αυτό τον τομέα και για το Crossrunner, τα θετικά πρέπει να παραμένουν.

Αμάν αυτά τα μαρσπιέ!

Παραμένουν όμως ορισμένα αρνητικά. Το βασικότερο που μπορούμε να διακρίνουμε χωρίς ακόμα να έχουμε καθίσει στη σέλα του, είναι η θέση των μαρσπιέ αναβάτη. Είναι αρκετά πίσω όπως στο πρώτο Crossrunner. Ωστόσο η σέλα μοιάζει πολύ πιο άνετη, με μεγαλύτερη απόσταση από τα μαρσπιέ, και η θέση οδήγησης δεν πρέπει να είναι τόσο σκυφτή όπως στο παλιό. Κι αν στο πρώτο Crossrunner, που ελάχιστα διέφερε από ένα VFR, ήταν δύσκολο να γίνουν αλλαγές στα μαρσπιέ, τώρα που έχει γίνει νέος σχεδιασμός, θα μπορούσαν να είχαν βελτιώσει τα πράγματα και σε αυτό το σημείο. Παραμένει βέβαια το ίδιο πλαίσιο, αν και τώρα θα έχει σίγουρα αλλαγές στο λαιμό. Η τακτική της Honda είναι να αλλάζει πάντα το λαιμό και τη γεωμετρία του, όταν αλλάζουν οι αναρτήσεις. Οι αναρτήσεις έχουν επιτέλους μεγαλύτερη διαδρομή, κατά 25mm μπροστά και 28mm πίσω. Παραμένει επίσης το σήμα κατατεθέν, το μονόμπρατσο ψαλίδι, όπως και οι 17 ιντσών τροχοί. Θα το προτιμούσαμε με 19 ιντσών μπροστά, αλλά ο χαρακτήρας αυτής της μοτοσυκλέτας είναι πιο ασφάλτινος και ταξιδιάρικος. Οπότε οι αλλαγές στη σέλα, που δείχνει να είναι πλέον πιο ευρύχωρη, και ο όγκος της μοτοσυκλέτας που έχει αυξηθεί, ευνοούν αυτόν τον προσανατολισμό. Αν προσφέρει και καλύτερη προστασία από τον αέρα, σε σύγκριση με τη μοτοσυκλέτα του 2011, τότε θα έχει πετύχει την ολοκληρωτική αλλαγή. Γιατί εμφανισιακά αυτό δηλώνει, ότι δεν έχει σχέση με το προηγούμενο, και ότι δεν είναι απλά ένα VFR με το τιμόνι ψηλότερα.

Στο βασικό εξοπλισμό θα έχει επίσης ABS που μπροστά ενεργεί σε δύο δίσκους 310mm με ακτινικές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων. Αν λειτουργεί όπως ακριβώς και στο νέο VFR, τότε θα είναι απροβλημάτιστο ακόμα και σε συνθήκες χαμηλής πρόσφυσης και απότομου φρεναρίσματος, χωρίς να αμολά μπροστά ή να παρουσιάζει ανάδραση στη μανέτα. Η Honda χρησιμοποιεί την ονομασία HSTC (Honda Selectable Torque Control) για να περιγράψει τη λειτουργία του Traction Control που έχει τρεις καταστάσεις λειτουργίας, μαζί με την off. Τα αρχικά παραπέμπουν στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί, και μένει να αποδειχτεί στο δρόμο πόσο ομαλή είναι η παρέμβασή του.

Το Crossrunner θα έχει επίσης τα νέα αυτόματα φλας που η Honda έβαλε στο VFR, πράγμα πιο σύνθετο απ’ ότι ακούγεται. Μπορεί να το έχουμε συνηθίσει στα αυτοκίνητα, αλλά εκεί τα πράγματα είναι εύκολα γιατί υπάρχει τιμόνι. Στη μοτοσυκλέτα που στρίβει με γυροσκοπικό φαινόμενο χωρίς να στρίβει και το τιμόνι, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Για παράδειγμα όταν γίνεται έξοδος από έναν αυτοκινητόδρομο, το φλας χρειάζεται, αλλά το τιμόνι δεν στρίβει. Άρα η μοτοσυκλέτα πρέπει να αντιλαμβάνεται την κλίση, το γυροσκοπικό και την αυξομείωση της ταχύτητας, μόνο και μόνο για να γνωρίζει πότε πρέπει να σβήσει τα φλας!

Τα φώτα είναι LED και επίσης έχει θερμαινόμενα γκριπ στον βασικό εξοπλισμό. Το Crossrunner γίνεται πλέον ένα ξεχωριστό μοντέλο, αποκτώντας τη δική του ταυτότητα, και παύει να είναι μια αντιγραφή των μεταλλαγμένων για Gymkhana VFR που χρησιμοποιούσαν στην Ιαπωνία. Τέλος του μήνα θα το δούμε και από κοντά…

 

Η λειτουργία των αυτόματων φλας

Για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα της Honda (VFR800F 2014), τοποθετούνται φλας που σβήνουν αυτόματα. Δεν θα άξιζε να εστιάσουμε καθόλου αν απλά μετρούσαν αντίθετα κάποιο διάστημα χρόνου για να σβήσουν, ωστόσο η Honda κατέληξε σε συνολικά τρεις διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού για την ακύρωσή τους. Παρόλο αυτά πάλι θα υπάρξει στιγμή που θα το κάνεις μόνος σου, μην μπορώντας να περιμένεις, ωστόσο η προσέγγισή τους είναι σωστή και κατά ένα μεγάλο ποσοστό δουλεύει γρηγορότερα από τον αριστερό σου αντίχειρα. Χρησιμοποιεί την μονάδα του ABS και τους αισθητήρες ταχύτητας των τροχών για να προσδιορίσει την ακριβή τους ταχύτητα, καθώς και την σχετική. Όταν ανάψει το φλας βλέπει αν υπάρχει διαφορά στην ταχύτητα του εμπρός με του πίσω τροχού. Επειδή όταν στρίβει μια μοτοσυκλέτα ο εμπρός τροχός διαγράφει μεγαλύτερο τόξο στροφής από τον πίσω, υπάρχει διαφορά ταχύτητας, και έτσι τα φλας του VFR καταλαβαίνουν ότι η μοτοσυκλέτα στρίβει και δεν προσπερνά απλώς. Οπότε από τη στιγμή που ανάβουν τα φλας και υπάρχει διαφορά ταχύτητας, η μονάδα περιμένει η σχετική ταχύτητα των τροχών να μηδενιστεί και αμέσως σβήνει τα φλας. Για τις προσπεράσεις όμως που οι τροχοί έχουν την ίδια ταχύτητα, τα φλας σβήνουν μετά από εκατόν είκοσι μέτρα απόστασης, αν η ταχύτητα είναι κάτω από πενήντα χιλιόμετρα, ή επτά δευτερόλεπτα, αν η ταχύτητα είναι μεγαλύτερη. Εδώ είναι που πολλές φορές θα θέλεις να τα κλείσεις μόνος σου, γιατί επτά δευτερόλεπτα είναι αρκετός χρόνος

     

-----------------------

 

 

Η πορεία των τετράχρονων V4 της Honda

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δούμε το πώς χτίστηκε ένας ζωντανός, ακόμα και τώρα, μύθος για τους V4 της Honda και πιο συγκεκριμένα για το VFR. Ένας μύθος που μεσουρανούσε ήδη την εποχή που παρουσιάστηκε το πρώτο VF, επηρεάζοντας έτσι σημαντικά την αποδοχή του μοντέλου, πριν ακόμη αυτό οδηγηθεί, ενώ συντροφεύει ακόμα και σήμερα όλα τα VFR! Το 1977 η Honda ανακοινώνει ότι θα επιστρέψει στο παγκόσμιο GP σε δύο χρόνια, σταματώντας τα δεκαετή "μούτρα" στην διοργάνωση, που ξεκίνησαν το 1968, όταν και αποχώρησε από τους αγώνες. Το ‘68 οι κανονισμοί άλλαξαν περιορίζοντας τους κυλίνδρους σε τέσσερις, δίνοντας έτσι ένα σοβαρό πλεονέκτημα στις δίχρονες μοτοσυκλέτες. Οπότε η Honda, ως παραδοσιακός υποστηρικτής των τετράχρονων κινητήρων, αποφάσισε ότι αποχωρεί. Δεν ήταν άλλωστε και λίγο αυτό για τον Soichiro Honda, που είχε αποκαλέσει τις δίχρονες μοτοσυκλέτες "βρώμικες" και είχε εστιάσει στην εξέλιξη των τετράχρονων κινητήρων, κυρίως για την καλύτερη ενεργειακή τους απόδοση. Από την άλλη, αυτή η χαμένη δεκαετία στέρησε από τη Honda ένα τεράστιο πεδίο δοκιμών, κινδυνεύοντας να γίνει η αιτία της αποκαθήλωσης από το βωμό του τεχνολογικά πιο προηγμένου κατασκευαστή. Η εταιρεία βλέποντας τον κίνδυνο αυτό, κατέφυγε σ’ ένα μάλλον απλοϊκό πλάνο. Έδωσαν τρία δισεκατομμύρια γεν στον κ. Koichi Yanase, έναν από τους manager του εργοστασίου της Suzuka, και μια άδεια να οργανώσει από το μηδέν μια εκατονταμελή ομάδα με σκοπό να κερδίσει τον πρώτο τίτλο μέσα σε τρία χρόνια. Ο Yanase ονόμασε το project "κερδίζω τίτλο σε τρία χρόνια" με την κωδική ονομασία NR, συντομογραφία του "New Racing", και αποφάσισε επίσης να μην αντιμετωπίσει με ίσους όρους τα δίχρονα των υπόλοιπων κατασκευαστών. Πιστός στους λόγους που έκαναν την Honda να αποχωρήσει πριν από δέκα χρόνια, διάλεξε να φτιάξει έναν τετράχρονο κινητήρα, και ξεκίνησε συγκρίνοντας τα όρια των τετράχρονων και των δίχρονων. Γρήγορα υπολόγισε ότι για να είναι ανταγωνιστικός χρειαζόταν έναν κινητήρα που θα ανέβαζε 23.000 στροφές, με απόδοση περίπου 130 ίππων. Κι αυτό για έναν τετράχρονο με τα δεδομένα της εποχής, σήμαινε τεράστιες ανάγκες σε τροφοδοσία καυσίμου και αέρα, κατά συνέπεια περισσότερες βαλβίδες, κάτι όμως πρακτικά αδύνατο χωροταξικά σε έναν τετρακύλινδρο, ιδιαίτερα για μια κεφαλή σε κινητήρα πεντακοσίων κυβικών. Στα χαρτιά όλα αυτά φαινόντουσαν εύκολη υπόθεση για έναν V8, ωστόσο ίσχυε ακόμη ο περιορισμός των τεσσάρων κυλίνδρων. Η διάταξη V κέρδιζε εκείνη την εποχή ολοένα και περισσότερο έδαφος και χρόνια μετά, το 1982, άφησε εποχή το δίχρονο YZR500 της Yamaha που κέρδιζε τα πρωταθλήματα. Ίσως εξαιτίας αυτής της φήμης του, να διαβάζετε λανθασμένα στην Wikipedia ότι υπήρξε γενικώς το πρώτο V στα GP...

Η ομάδα λοιπόν σκαρφίστηκε την ιδιοφυή λύση να φτιάξει πράγματι κάτι σαν V8, με 32 βαλβίδες και οκτώ μπιέλες, και απλά να "ενώσει" τα πιστόνια, ώστε να είναι εντός του κανονισμού για αυστηρά τετρακύλινδρο κινητήρα, φτιάχνοντας έτσι την πρώτη μοτοσυκλέτα με οβάλ πιστόνια. Έχοντας να λύσουν άπειρα κατασκευαστικά θέματα σ’ έναν τέτοιο κινητήρα που απαιτούσε πρωτόγνωρη μηχανολογική ακρίβεια, όταν παράλληλα ο όγκος και το βάρος του έπρεπε να είναι τα ελάχιστα δυνατά, οι μηχανικοί της Honda δούλευαν χωρίς ωράριο και με την γκιλοτίνα της έναρξης του πρωταθλήματος να γυαλίζει πάνω από το λαιμό τους. Τελικά πρόλαβαν με το ζόρι το πρωτάθλημα του ΄79 αντιμετωπίζοντας όμως πολλά προβλήματα, τα οποία και συνεχίστηκαν αμείωτα τις επόμενες χρονιές χωρίς να καταφέρνουν κάποια νίκη στα GP. Όμως αυτό δεν οφειλόταν τόσο στην NR500 που είχε καταφέρει την τρίτη χρονιά να φτάσει την απόδοση και το επίπεδο αξιοπιστίας που χρειαζόταν, όσο στην απειρία της ομάδας που τότε αποκτούσε στρατηγική και αγωνιστική εμπειρία. Η απουσία μιας δεκαετίας είχε σημαντικό αντίκτυπο. Ένα καλό παράδειγμα είναι ότι αρχικά είχαν την λανθασμένη εντύπωση πως το έντονο φρένο κινητήρα της NR500, σε σχέση με τους δίχρονους ανταγωνιστές της, θα προσφέρει αυξημένο έλεγχο στην είσοδο των στροφών!

Επειδή όμως πέρα από τις όποιες τεχνικές δυσκολίες, έπρεπε ταυτόχρονα να μείνουν πιστοί στο αρχικό πλάνο, "πρωτάθλημα σε τρία χρόνια", το νεοδημιούργητο τότε HRC, αποφάσισε να παρατήσει τα πρωτοποριακά προγράμματα και να ακολουθήσει τους υπόλοιπους. Μέσα σε σχεδόν μισή σεζόν, έφτιαξε μια ολοκαίνουρια δίχρονη μοτοσυκλέτα, την NS500, με τον V3 κινητήρα (και όχι το V3 δεν είναι ορθογραφικό λάθος) πετυχαίνοντας τελικά το στόχο στα πέντε, αντί για τα τρία χρόνια. Οπότε η διάταξη V δεν έφυγε ποτέ, η NS500 έδωσε τη θέση της στο θρύλο της Honda, την NSR500 με τον δίχρονο V4, ακολούθησαν τα πρώτα MotoGP με την RC211V αρχικά που είχε V5 990 κυβικών, ενώ με την μείωση του κυβισμού επέστρεψε και εκεί ο V4.

Από την αρχή της δεύτερης περιόδου ενασχόλησης της Honda με τα GP, σχεδόν 35 χρόνια τώρα, η διάταξη V δεν εγκαταλείφτηκε ποτέ, εξαιτίας των χωροταξικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει και του συνδυασμού αποθεμάτων ροπής και ευστροφίας. Όμως, πέρα από την επιτυχία των δίχρονων NS500 και αργότερα των NSR500, η Honda βρέθηκε στα τέλη του ’80 μ’ έναν μοναδικό κινητήρα στα χέρια της, με οβάλ πιστόνια και εκπληκτικά χαρακτηριστικά, που αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψει ανεκμετάλλευτο. Η NR750 έκανε το ντεπούτο της στο Le Man το 1987, και τον Μάιο του 1992, έχοντας λύσει τα προβλήματα που απαιτεί η μαζική παραγωγή, η NR "βγήκε στις αγορές". Η περιορισμένη παραγωγή και ο μύθος που ακολουθούσε την μοτοσυκλέτα, αναβάθμισε σε άθλο απλά και μόνο να μπει κανείς στην ουρά των παραγγελιών. Όμως, όταν πρόκειται για τέτοιες εμπειρίες, το ΜΟΤΟ δεν αφήνει περιθώρια. Η ΠΡΩΤΗ μοτοσυκλέτα που πέρασε στην Ευρώπη, η NR με αριθμό πλαισίου 0044, αγοράστηκε από το περιοδικό για να την οδηγήσει και να την δυναμομετρήσει. Η αγορά ήταν για την NR ο μοναδικός τρόπος να βρεθούμε στη σέλα της! Η δυναμομέτρηση εκείνη ήταν η πρώτη ανεξάρτητη, και η φήμη του περιοδικού μας εκτοξεύεται τότε σε όλη την Ευρώπη. Ο αντίκτυπος όλων αυτών, συνόδευε τα VFR που τα κάλυπτε πάντα η αύρα της μοτοσυκλέτας με τα οβάλ πιστόνια, στη συνείδηση του κόσμου. Η πραγματική εξαργύρωση για τη Honda έρχεται όμως το 1994 στην τρίτη γενιά του VFR, το οποίο αντέγραψε το στυλ και την εμφάνιση της NR, και έγινε ούτε λίγο ούτε πολύ, η εξωτική μοτοσυκλέτα που ο καθένας μπορούσε να αποκτήσει!

Ducati Superleggera V4 Centenario - Η απόλυτη: 247 ίπποι και 167 κιλά με carbon δισκόφρενα

Περιορισμένη παραγωγή με 500 συλλεκτικές μοτοσυκλέτες - Με καινοτομίες από τον κόσμο των MotoGP
SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

27/3/2026

Με τη Superleggera V4 Centenario, η Ducati γιορτάζει έναν αιώνα ιστορίας παρουσιάζοντας την πιο ακραία και τεχνολογικά προηγμένη μοτοσυκλέτα παραγωγής που έχει κατασκευάσει ποτέ.

Η Ducati αποκαλύπτει ένα μοντέλο-ορόσημο, τη Superleggera V4 Centenario. Δημιουργημένη σε μόλις 500 αριθμημένα αντίτυπα, η νέα αυτή μοτοσυκλέτα δεν είναι απλώς μια επετειακή έκδοση, αλλά η απόλυτη έκφραση τεχνογνωσίας, μηχανολογικής ακρίβειας και αγωνιστικής φιλοσοφίας της ιταλικής εταιρείας.

Οι ασυμβίβαστες Superleggera

Η φιλοσοφία πίσω από κάθε Superleggera είναι ξεκάθαρη, χωρίς περιορισμούς, χωρίς συμβιβασμούς. Στόχος είναι η δημιουργία της απόλυτης superbike μοτοσυκλέτας δρόμου, με τεχνολογίες που μέχρι πρότινος ανήκαν αποκλειστικά στον κόσμο των αγώνων. Και στην περίπτωση της Centenario, το πετυχαίνει με τρόπο εντυπωσιακό.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Η εξέλιξη των Superleggera είναι μια συνεχής υπέρβαση, από την 1199 του 2013, την πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής με πλαίσιο, ψαλίδι και τροχούς κατασκευασμένα όλα από κράμα μαγνησίου, στην 1299 του 2016, την πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής με ανθρακονημάτινο πλαίσιο και την Panigale V4 Superleggera του 2020 που επαναπροσδιόρισε την αεροδυναμική, η Ducati συνεχίζει να ανεβάζει τον πήχη. Η Centenario έρχεται τώρα με τεχνολογίες που δεν έχουν ξαναεμφανιστεί σε μοντέλο παραγωγής.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Η νέα Superleggera V4 Centenario είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής δρόμου παγκοσμίως που εξοπλίζεται με carbon κεραμικά δισκόφρενα, αλλά και με πιρούνι που διαθέτει μπότες από ανθρακονήματα. Ολόκληρο το monocoque πλαίσιο, το ψαλίδι και το υποπλαίσιο είναι επίσης κατασκευασμένα από ανθρακόνημα, με τεχνολογίες που προέρχονται απευθείας από το MotoGP.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Το αποτέλεσμα είναι στεγνό βάρος μόλις 173 κιλών, που πέφτει στα 167 κιλά με το παρεχόμενο racing kit. Η εμμονή στη λεπτομέρεια είναι εμφανής παντού, από τις βίδες τιτανίου μέχρι τα εξελιγμένα πολυμερή, κάθε στοιχείο έχει σχεδιαστεί για τη μέγιστη απόδοση και μείωση βάρους.

Η καρδιά του κτήνους - Stradale R 1100

Ο Euro 5+ κινητήρας της Superleggera V4 Centenario αποτελεί ένα πραγματικό μηχανολογικό επίτευγμα. Ο Desmosedici Stradale R 1100 έχει αυξημένη διαδρομή εμβόλου 53,5 mm (από 48,41 mm), ανεβάζοντας τη χωρητικότητα από τα 998 στα 1.103 κυβικά, ενισχύοντας σημαντικά τη ροπή στις μεσαίες στροφές, χωρίς να θυσιάζεται η επιτάχυνση.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Η χρήση τιτανίου είναι εκτεταμένη σε βαλβίδες εισαγωγής, μπιέλες και βίδες που συμβάλλουν στη μείωση των μαζών, ενώ ο ελαφρύτερος στρόφαλος με αντίβαρα από βολφράμιο επιτρέπει ταχύτερο ανέβασμα στροφών και πιο άμεση απόκριση στο γκάζι.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Τα πιστόνια δύο ελατηρίων με ενισχυμένους πείρους τύπου “box-in-box”, τα σώματα ψεκασμού 56 mm και οι προσεκτικά γυαλισμένοι αυλοί εισαγωγής και εξαγωγής αποκαλύπτουν την αγωνιστική καταγωγή του συνόλου.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Το κιβώτιο Ducati Racing Gearbox με τη νεκρά κάτω από την πρώτη σχέση και το σύστημα κλειδώματος της (Ducati Neutral Lock), βελτιώνει την ακρίβεια την ταχύτητα και την ασφάλεια στις αλλαγές.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Η ρύθμιση του δεσμοδρομικού συστήματος βαλβίδων γίνεται χειροκίνητα και επιβεβαιώνεται από την υπογραφή του εξειδικευμένου τεχνικού που διενήργησε τον έλεγχο.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Με περιφερειακά από το πιο πάνω ράφι

Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί και στα φρένα και τις αναρτήσεις, που προέρχονται άμεσα από τον κόσμο του MotoGP. Οι carbon δίσκοι της Brembo προσφέρουν μειωμένη αδράνεια και σταθερή απόδοση ακόμη και σε ακραίες θερμοκρασίες, ενώ οι monoblock δαγκάνες GP4-HY εξασφαλίζουν κορυφαία αίσθηση και έλεγχο.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Στις αναρτήσεις, το μηχανικό πιρούνι Öhlins NPX 25/30 Carbon με μπότες επίσης από ανθρακονήματα αποτελεί παγκόσμια πρωτιά, μειώνοντας περαιτέρω το βάρος και βελτιώνοντας την αίσθηση του μπροστινού. Πίσω, το αμορτισέρ TTX36 GP LW συμπληρώνει ένα σύνολο που φέρνει την εμπειρία των MotoGP στον δρόμο.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Στον τομέα των ηλεκτρονικών, η Ducati εξοπλίζει την Centenario με ένα από τα πιο προηγμένα πακέτα που έχουν τοποθετηθεί ποτέ σε μοτοσυκλέτα δρόμου. Η πλατφόρμα βασίζεται στο πακέτο της Panigale V4 R, με αδρανειακή μονάδα ελέγχου (IMU) 6 αξόνων και περιλαμβάνει τις τελευταίες εξελίξεις των συστημάτων Ducati Traction Control (DTC) DVO, Wheelie Control (DWC) DVO, Slide Control (DSC) και Power Launch (DPL) DVO, όλα με νέους αλγορίθμους για ακόμη πιο ακριβή παρέμβαση.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Το Cornering ABS εξελίσσεται περαιτέρω με την προσθήκη του Engine Brake Control DVO και της λειτουργίας Dynamic Engine Brake (DEB), η οποία ρυθμίζει δυναμικά το φρένο κινητήρα σε συνδυασμό με το πίσω φρένο, ανάλογα με το φορτίο στον πίσω τροχό. Με αυτόν τον τρόπο, η μοτοσυκλέτα διατηρεί σταθερότητα και πρόσφυση κατά την είσοδο στη στροφή, προσομοιώνοντας τεχνικές επαγγελματιών αναβατών και επιτρέποντας ακόμη και σε λιγότερο έμπειρους να κινηθούν ταχύτερα και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Αισθητική, λειτουργικότητα και αποκλειστικότητα

Η αισθητική και η αεροδυναμική λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύνολο. Τα φτερά και οι αυλοί στο κάτω μέρος του fairing δημιουργούν ground effect στις στροφές, αυξάνοντας την πρόσφυση και επιτρέποντας υψηλότερες ταχύτητες. Το νέο Rosso Centenario χρώμα, εμπνευσμένο από ιστορικά μοντέλα της Ducati, δίνει στη μοτοσυκλέτα μια μοναδική ταυτότητα και έχει ήδη περάσει στις εργοστασιακές αγωνιστικές εμφανίσεις του 2026.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Το fairing της Superleggera V4 Centenario είναι κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από ανθρακονήματα, αφήνοντας ορισμένα τμήματα εκτεθειμένα για να αναδειχθεί η εικόνα του υλικού. Φυσικά, για την ελαχιστοποίηση του βάρους, η Superleggera είναι ενισχυμένη με πολλά άλλα εξαρτήματα από ανθρακονήματα, λασπωτήρες και κάλυμμα ρεζερβουάρ, αεραγωγοί ψυγείου και αεραγωγοί εισαγωγής, κάλυμμα γραναζιού, προστατευτικά φτέρνας, bάση σέλας, βάση πινακίδας και κάλυμμα της πίσω σειράς κυλίνδρων.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Η τάπα του ψυγείου, οι βάσεις των μαρσπιέ, η τάπα καυσίμου (accessory) και, φυσικά, η άνω και κάτω πλάκα τιμονιού είναι κατασκευασμένες από billet αλουμίνιο επεξεργασμένο σε CNC.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Η άνω πλάκα τιμονιού αναδεικνύεται περαιτέρω από τον χαραγμένο με λέιζερ αριθμό παραγωγής (XXX/500). Ο ίδιος αριθμός εμφανίζεται στην ειδική εισαγωγική εικόνα (animation) της οθόνης οργάνων, καθώς και στη ένθετη πλάκα τιτανίου του κλειδιού, υπενθυμίζοντας την πολυπλοκότητα μιας περιορισμένης σειράς κάθε φορά που την κοιτάτε.

Με standard αγωνιστικό kit και σειρά καλούδια

Η Superleggera V4 Centenario συνοδεύεται από ένα πλήρες πακέτο συλλεκτικής αξίας με τη ειδική ξύλινη κούτα στην οπoία παραδίδεται, πιστοποιητικό αυθεντικότητας με τη θήκη του, χαλί, paddock stands, κάλυμμα μοτοσυκλέτας και πλήρες racing kit, που επιβεβαιώνει περαιτέρω τη μοναδικότητα της Superleggera V4 Centenario και περιλαμβάνει αγωνιστική εξάτμιση Akrapovič και λογισμικό DAVC Race Pro, ειδικά σχεδιασμένο κάτω fairing, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη, προστατευτικά για το ψαλίδι και το καπάκι των πηνίων, όλα κατασκευασμένα από ανθρακονήματα.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Το αγωνιστικό αυτό kit περιλαμβάνει επίσης όλα τα απαραίτητα για τη αφαίρεση των προβολέων-φλας, του πλαϊνού σταντ, της βάσης πινακίδας, μια αγωνιστική τάπα καυσίμου από αλουμίνιο, κάλυμμα μανέτας φρένου, έναν συντηρητή-φορτιστή και τέλος μια αγωνιστική σέλα από νεοπρένιο.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Η αποκλειστικότητα της Superleggera V4 Centenario ενισχύεται ακόμη περισσότερο από τη δυνατότητα που προσφέρεται αποκλειστικά στους ιδιοκτήτες της, να ολοκληρώσουν την εμφάνισή τους με ένα κράνος, δερμάτινο μπουφάν και στολή στα χρώματα της αγωνιστικής του MotoGP, GP26 Rosso Centenario.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Παράλληλα, 26 ιδιοκτήτες θα έχουν τη δυνατότητα συμμετοχής στο αποκλειστικό MotoGP Experience, οδηγώντας ακόμη και την DesmosediciGP26 στην πίστα, αμέσως μετά το World Ducati Week 2026.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO

Η Ducati δεν δημιούργησε απλώς μια μοτοσυκλέτα. Δημιούργησε ένα τεχνολογικό επίτευγμα, ένα συλλεκτικό αντικείμενο και ίσως την πιο κοντινή εκδοχή του “αδύνατου” που έχει περάσει ποτέ σε παραγωγή.

SUPERLEGGERA_V4_CENTENARIO