CAN AM: Ετοιμάζει superbike για να χτυπήσει την Bimota!

Με εμπρός σύστημα αρθρώσεων όπως του Parker
1
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

9/3/2023

Η καναδική CAM-AM ανήκει στον τεράστιο βιομηχανικό όμιλο της επίσης καναδικής BRP (Bombardier) η οποία μεταξύ άλλων έχει και την αυστριακή εταιρεία κατασκευής κινητήρων ROTAX. Η Rotax ειδικεύεται στο σχεδιασμό και την κατασκευή μικρού κυβισμού, υψηλών επιδόσεων δίχρονων και τετράχρονων ατμοσφαιρικών και υπερτροφοδοτούμενων κινητήρων, που χρησιμοποιούνται σε ελαφρά ελικοφόρα αεροπλάνα, σε Jet Ski, Snowmobile, Go-Kart και φυσικά μοτοσυκλέτες. Εμείς γνωρίζουμε τη Rotax από την συνεργασία της με την Aprilia και την BMW, καθώς ήταν ο κατασκευαστής και ο προμηθευτής των κινητήρων για τα Pegaso 600/650, των Mille/Tuono V2 1000 και για τα μονοκύλινδρα BMW F650GS. Στην γκάμα των κινητήρων που κατασκευάζει αυτή τη στιγμή, συμπεριλαμβάνονται δικύλινδροι και τρικύλινδροι από 500 έως 1600 κυβικά, V2 από 500 έως 1000 κυβικά, ενώ υπάρχουν εκδόσεις με superchager και turbo που φτάνουν έως τους 230 ίππους!

2

Πριν μερικούς μήνες, η CAN AM που κατασκευάζει τα τρίροδα Spyder και Ryker, ανακοίνωσε επίσημα πως θα μπει στον χώρο των μοτοσυκλετών με μια σειρά από σπορ ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα και μάλλον δεν εξέπληξε κανέναν, όμως τώρα φαίνεται πως η εμπλοκή της με τον κόσμο των μοτοσυκλετών είναι πολύ πιο σοβαρή.

Οι πατέντες που κατέθεσε πρόσφατα, δείχνουν ξεκάθαρα μια σπορ μοτοσυκλέτα υψηλών επιδόσεων με διαμήκη κινητήρα και εμπρός σύστημα αρθρώσεων. Το συγκεκριμένο σύστημα είναι ένας συνδυασμός του συστήματος του Αμερικανού Parker που χρησιμοποίησε η Yamaha στα GTS 1000 και του μοχλικού συστήματος μεταφοράς της κίνησης του τιμονιού προς τον εμπρός τον εμπρός τροχό που χρησιμοποιεί η Bimota στα TESI. Το σύστημα του Parker είχε απευθείας μεταφορά των κινήσεων του τιμονιού στον εμπρός τροχό. Αυτό του επέτρεπε να προσφέρει (κάπως…) καλύτερη αίσθηση στα χέρια του αναβάτη και λιγότερα διάκενα μεταξύ των εξαρτημάτων. Το μειονέκτημα είναι η αδυναμία τοποθέτησης δεύτερου δισκόφρενου.

3

Η Bimota από την άλλη χρησιμοποιεί ένα κανονικότατο ψαλίδι που τις επιτρέπει να βάλει δύο δισκόφρενα, κάτι απαραίτητα για μια μοτοσυκλέτα υψηλών επιδόσεων και μεγάλου βάρους. Το μειονέκτημα εδώ είναι πως η μεταφορά της κίνησης του τιμονιού γίνεται με ένα περίπλοκο σύστημα αρθρώσεων, με πολλά διάκενα μεταξύ των εξαρτημάτων, ενώ το περιορισμένο πλάτος του ψαλιδιού, περιορίζει αντίστοιχα το κόψιμο του τιμονιού.

4

Στην περίπτωση της πατέντας που κατέθεσε η CAN AM φαίνεται πως επέλεξαν να έχουν τα… μειονεκτήματα και των δύο συστημάτων (!!!!) καθώς στα σχέδια φαίνεται ένα σύστημα σαν του Parker με μονό δίσκο εμπρός, αλλά η μεταφορά της κίνησης του τιμονιού γίνεται με ράβδους και αρθρώσεις όπως της Bimota. Εδώ όμως είναι πολύ λιγότερα τα εξαρτήματα, άρα και οι ανοχές μεταξύ τους, ενώ υπάρχει το πλεονέκτημα να τοποθετηθεί το τιμόνι σε όποιο σημείο θέλουν οι σχεδιαστές, χωρίς να επηρεάζεται η λειτουργία της εμπρός ανάρτησης. Σε ό,τι αφορά τον κινητήρα, το πιο πιθανό είναι να δούμε τον τρικύλινδρο εν σειρά της Rotax που χρησιμοποιεί στα Ryker με απόδοση 60-110 ίππων. Όμως με δεδομένο πως η Bimota χρησιμοποιεί των υπερτροφοδοτούμενο κινητήρα του Kawasaki H2 με τους 200 ίππους, δεν αποκλείεται να δούμε και κάποια υπερτροφοδοτούμενη έκδοση των κινητήρων ACE της Rotax με 180 ή και 230 ίππους.       

5

 

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.