Ducati DesertX εναντίον MV Agusta Lucky Explorer “Project”

Ποιος έχει τον “καλύτερο” Ελέφαντα;
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

14/12/2021

Έχει συμβεί αρκετές φορές στην ιστορία της μοτοσυκλέτας να διεκδικούν ταυτόχρονα δύο ή ακόμα και τρεις εταιρείες το ίδιο κομμάτι της ιστορίας. Για παράδειγμα η Triumph και η Husqvarna έχουν παίξει πολλές φορές το “χαρτί” του Steve McQueen καθώς ο Αμερικάνος ηθοποιός υπήρξε (πέρα από φανατικός μοτοσυκλετιστής) και αντιπρόσωπος των δύο εταιρειών στις ΗΠΑ και είχε περάσει πολλές ώρες πάνω στις σέλες των μοτοσυκλετών των δύο αυτών εταιρειών και υπάρχει άφθονο φωτογραφικό και ιστορικό υλικό. Αντίστοιχες περιπτώσεις όπου τα πραγματικά γεγονότα αφήνουν το περιθώριο σε διαφορετικά στρατόπεδα να διεκδικήσουν το δικό τους κομμάτι από την ίδια ιστορία, υπάρχουν και στο χώρο του αυτοκινήτου, όπου τα χρώματα της Martini έχουν ταυτιστεί με την Lancia στα Rally και την ίδια στιγμή με την Porsche στις πίστες, όπως και τα χρώματα της Gulf έχουν ταυτιστεί στους αγώνες endurance με τα Ford GT 40 αλλά και τα Porsche 917.

Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Μα φυσικά για το γεγονός πως φέτος παρουσιάστηκαν δύο (για την ακρίβεια τρεις…) μοτοσυκλέτες on-off από δύο διαφορετικές ιταλικές εταιρείες που βασίζονται στην ίδια ακριβώς ιδέα. Μιλάμε βεβαίως για την αναβίωση του Cagiva Elefant από την MV Agusta υπό τον γενικό τίτλο Lucky Explorer Project και από την Ducati με το μοντέλο παραγωγής DesertX.

Μάλιστα, όχι απλά αναβιώνουν τα Cagiva Elefant, αλλά συγκεκριμένα χρησιμοποιούν στοιχεία από τα αγωνιστικά Cagiva Elefant που έτρεχαν στο Paris Dakar με τα χρώματα της καπνοβιομηχανίας Lucky Strike.

Αν λοιπόν αναρωτιέστε από πού εμπνεύστηκαν στην MV Agusta τον τίτλο “Lucky Explorer Project” και γιατί η Ducati, όσο και η MV Agusta χρησιμοποιούν ως βάση το άσπρο χρώμα με κόκκινα/μαύρα και χρυσά αυτοκόλλητα, απλώς δείτε μια φωτογραφία από ένα Cagiva Elefant Rally (στις αρχές των 90ies υπήρξαν και εκδόσεις παραγωγής του 750 και 900 στα ίδια χρώματα).

Μάλιστα το “Lucky Explorer” είχε χρησιμοποιηθεί στα αγωνιστικά Elefant Rally όταν ο νόμος επέτρεπε ακόμα την διαφήμιση τσιγάρων αλλά χωρίς να γράφουν το ακριβές όνομα της μάρκας των τσιγάρων.

Πώς όμως φτάσαμε να διεκδικούν δύο διαφορετικές εταιρείες το ίδιο κομμάτι της ιστορίας;

Όλα ξεκινούν από το γεγονός πως η Cagiva και η Ducati ήταν στην ουσία η ίδια εταιρεία υπό την διοίκηση του μπαμπά Castiglioni.

Τα Elefant ήταν τα on-off μοντέλα της Cagiva και ξεκινούσαν από τα 125 κυβικά με δίχρονους μονοκύλινδρους κινητήρες. Μέχρι τα 900 κυβικά που ήταν η τελευταία έκδοση πριν αντικατασταθεί από το Canyon 900, υπήρξαν πολλές εκδόσεις κυβισμού και διαφορετικές εμφανίσεις, όμως μόνο τα Elefant με τους αερόψυκτους V2 κινητήρες της Ducati άντεξαν στην πίεση του χρόνου και έμειναν στη μνήμη των μοτοσυκλετιστών.

Οπότε ναι μεν το Elefant είναι μοντέλο της Cagiva και η Cagiva είναι πλέον υπό την σκέπη της MV Agusta, όμως για τον περισσότερο κόσμο το Elefant 750/900 ήταν της οικογένειας της Ducati.

Από την μία μεριά δηλαδή έχουμε την MV Agusta που νομικά έχει στην κατοχή της τη δυνατότητα να βγάλει στην παραγωγή μια μοτοσυκλέτα με το όνομα Cagiva Elefant 900 αλλά πλέον χωρίς των V2 κινητήρα της Ducati και από την άλλη μεριά έχουμε την Ducati που δικαιούται να φτιάξει μια μοτοσυκλέτα με τον δικό της V2 εμπνευσμένη από τους αγώνες Rally.

Στην πραγματικότητα, η Ducati DesertX με τον υγρόψυκτο κινητήρα της Multistrada 950 μοιάζει περισσότερο ως η λογική εξέλιξη του τελευταίου Cagiva Elefant 900.

Όμως ακριβώς το ίδιο μπορείς να πεις και για το Lucky Explorer Project της MV Agusta με τον τρικύλινδρο εν σειρά κινητήρα, αφού όπως και τότε, έτσι και τώρα χρησιμοποιεί έναν κινητήρα δρόμου για να δημιουργήσει μια On-off μοτοσυκλέττα. Τότε είχε την Ducati και τον V2 κινητήρα, τώρα έχει την MV Agusta και τον τρικύλινδρο εν σειρά.

Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε ποια από τις δύο μοτοσυκλέτες θα κερδίσει τις εντυπώσεις στο τέλος. Από θέμα πωλήσεων η Ducati έχει το πλεονέκτημα λόγω έτοιμου και οργανωμένου δικτύου σε όλο τον κόσμο, αλλά και από το γεγονός πως η μοτοσυκλέτα της είναι ήδη στις γραμμές παραγωγής και όχι “Project”.

Όμως και η MV Agusta έχει κάποια δυνατά χαρτιά στα χέρια της και το πλεονέκτημα της φρεσκάδας μιας εντελώς καινούριας μοτοσυκλέτας.

Ο χρόνος θα δείξει… Έως τότε υπάρχει άφθονος χώρος για να κάνει, όποιος θέλει, υποθέσεις ή κρητική. Στην παρουσίαση του Aprilia Tuareg 660 οι άνθρωποι του Piaggio Group μας είπαν πως θα είναι καλό αν τα καταφέρει η MV Agusta να σταθεί γερά στα πόδια της με το Lucky Explorer Project. Στην παρουσίαση του Triumph Tiger 660 είχαν πιο χιουμοριστική διάθεση λέγοντάς μας πως η Ducati με την MV Agusta μάλλον έπαιζαν το “Πέτρα-Μολύβι-Χαρτί” και στο τέλος δεν κέρδισε κανείς, οπότε έφτιαξε ο κάθε ένας τη δική του Elefant…  

  

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.