Ducati Monster SP 2023

Ελαφρύτερο, αναβαθμισμένο σε αναρτήσεις και φρένα
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

15/9/2022

Το Monster SP βασίζεται πάνω στο νέο Monster του 2021, σε μια ελαφρύτερη, πιο αποτελεσματική και διασκεδαστική όσον αφορά στην sport οδήγηση, και πιο αγριεμένη σε εμφάνιση έκδοση, την κορυφαία της τριμελούς πλέον οικογένειας (Monster, Monster +, Monster SP).

Η βαφή του Monster SP εμπνέεται από τις αγωνιστικές Desmosedici GP μοτοσυκλέτες του 2022, ενώ ο χρυσός της Ohlins στις αναρτήσεις εμπρός-πίσω και η εξάτμιση της Termignoni (νόμιμη για χρήση δρόμου) με τα δυο τελικά το ένα πάνω από το άλλο, ολοκληρώνουν τη σπορ εμφάνιση, με τον πλέον ουσιαστικό τρόπο.

Στις λεπτομέρειες ξεχωρίζουν η κόκκινη σέλα που θυμίζει το πρώτο Yamaha YZF-R1 του 1998, το ρεζερβουάρ που είναι βαμμένο κόκκινο μπορντό, πορτοκαλί και μαύρο, το λογότυπο SP στο κάλλυμα που κάνει μονόσελη τη μοτοσυκλέτα (που έχει όμως σέλα και μαρσπιέ συνεπιβάτη), οι πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της Ohlins, κομπλέ με σταμπιλιζατέρ, τα αναβαθμισμένα φρένα με δίσκους 320 mm και δαγκάνες Stylema, τα σπορ ελαστικά πρώτης τοποθέτησης (Pirelli Diablo Rosso IV), και τα νέα LED φλας. Σημειώστε πως η ουρά του SP είναι κατασκευασμένη από GFRP (Glass Fibre Reinforced Polymer, πολυμερές ενισχυμένο με υαλόνημα).

Το Ohlins NIX πιρούνι των 43 mm είναι ελαφρύτερο από το πιρούνι των άλλων δυο εκδόσεων κατά 0,6 κιλά, είναι πλήρως ρυθμιζόμενο και έχει εξαρχής πιο σπορ σετάρισμα και μεγαλύτερη διαδρομή 140 mm αντί για 130 mm, ενώ συνδυάζεται με το επίσης πλήρως ρυθμιζόμενο πίσω αμορτισέρ της ίδιας εταιρείας, που κι αυτό έχει μεγαλύτερη διαδρομή 150 mm από 140 mm. Τώρα παρόλο που το SP φορά Ohlins αναρτήσεις εμπρός-πίσω, το σταμπιλιζατέρ ανήκει στη… Sachs.

Βελτιωμένο είναι το σύστημα πέδησης μπροστά, πιο δυνατό, με καλύτερη πληροφόρηση αλλά και ελαφρύτερο, με Brembo Stylema (αντί για τις M4.32 των άλλων εκδόσεων) ακτινικές μονομπλόκ τετραπίστονες δαγκάνες και δίσκους 320 mm με νέα αλουμινένια κέντρα που γλιτώνουν μισό κιλό από τα φρένα των έτερων δυο εκδόσεων, ενώ κι οι δαγκάνες γλιτώνουν άλλα 400 γραμμάρια, για ένα συνολικό κέρδος 2 κιλών στο μη-αναρτώμενο βάρος, κάτι που φυσικά μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ευελιξία στις αλλαγές κατεύθυνσης. Ακτινική είναι και η τρόμπα του φρένου μπροστά.

Η Ducati βελτίωσε και τα ηλεκτρονικά βοηθήματα της μοτοσυκλέτας, ρυθμίζοντας εκ νέου όλα τα Riding Modes ώστε να λειτουργούν καλύτερα με τα νέα εξαρτήματα που φορά το SP, ενώ νέο είναι το Wet Riding Mode για μεγαλύτερη ασφάλεια σε βρεγμένες επιφάνειες.

Στο οπλοστάσιο των ηλεκτρονικών βοηθημάτων της, η μοτοσυκλέτα διαθέτει ABS Cornering, Ducati Traction Control και Ducati Wheelie Control, όλα ρυθμιζόμενα σε πολλά επίπεδα, αλλά και σύστημα Launch Control.

Η TFT έγχρωμη οθόνη των 4,3 ιντσών με συνδεσιμότητα παραμένει ως είχε, όπως παραμένει και το quick-shifter που ανεβάζει και κατεβάζει ταχύτητες, ενώ στην προσπάθεια για περαιτέρω μείωση του βάρους το SP φέρει μπαταρία ιόντων λιθίου.

Το βάρος της μοτοσυκλέτας ανακοινώνεται στα 186 γεμάτα κιλά (από 188 των άλλων δυο εκδόσεων), η ιπποδύναμη στους 111 hp / 9.250 rpm και η ροπή στα 9,5 kgm / 6.500 rpm -χωρίς αλλαγές από τις άλλες δυο εκδόσεις Monster.

Τέλος να πούμε πως οι μεγαλύτερες διαδρομές αναρτήσεων μεταφράζονται σε αυξημένο ύψος σέλας στα 840 mm, αντί των 820 mm των άλλων εκδόσεων, ενώ η Ducati διαθέτει και διαφορετικές σέλες στα 810 ή 850 mm.

Honda: Στην ιαπωνική αγορά τα CB400 Super Four και CBR400RR Four με E-Clutch - Tιμές και διαθεσιμότητα - Τι ξέρουμε για Ευρώπη

Παραμένει το μυστήριο σχετικά με τί και αν θα εξαχθεί προς δυσμάς
Honda 400
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

17/7/2026

Η Honda ανακοίνωσε στην Ιαπωνία πως σύντομα θα ξεκινήσει η εμπορική διάθεση των νέων CB400 Super Four και CBR400RR Four στη χώρα, αμφότερα με E-Clutch και δίχως έκδοση με συμβατική μετάδοση ως τώρα.

Οι δύο μοτοσυκλέτες βασίζονται στα ανάλογα CB500 Super Four και CBR500RR Four που κατασκευάζονται στην Κίνα και έχουν ήδη έναν χρόνο στην εκεί αγορά, ενώ τα 400άρια ανάλογά τους φτιάχνονται (για την ακρίβεια, συναρμολογούνται) στην Ιαπωνία και ως τώρα είχαν παρουσιαστεί ως πρωτότυπα.

Πλέον με τη νέα ανακοίνωση που εξέδωσε πριν λίγες μέρες η Honda ουσιαστικά αποκαλύπτει τις ημερομηνίες που θα ξεκινήσουν να πωλούνται οι δύο 400άρες εκδόσεις: στις 21 Αυγούστου θα αρχίσει το CB400 Super Four E-Clutch και στις 18 Σεπτεμβρίου το CBR400RR Four E-Clutch.

Οι δε τιμές τους στην Ιαπωνία ανακοινώθηκαν ως εξής:

CB400 Super Four E-Clutch: 998.800 γιεν, ή περίπου 5.400 ευρώ (ισοτιμία 17/7/2026)

CBR400RR Four E-Clutch: 1.199.000 γιεν, ή περίπου 6.500 ευρώ.

Επειδή η τιμολόγηση αυτή δεν είναι εύκολο να αντιστοιχιστεί με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, για να σχηματίσουμε μια πιο καθαρή εικόνα τη συγκρίνουμε με ιαπωνικές τιμές άλλων μοντέλων της Honda που κυκλοφορούν και στη χώρα μας.

Έτσι το CB400 Super Four E-Clutch κοστολογείται περίπου στα ίδια λεφτά με το NC750X (997.700 γιεν) και το CB650R (1.034.000 γιεν), ενώ το CBR400RR Four E-Clutch παίζει στα ίδια περίπου επίπεδα με τα Rebel 1100 (1.204.500 γιεν), CB750 Hornet E-Clutch (1.149.500 γιεν) και CBR650R E-Clutch (1.155.000 γιεν).

Το μεγάλο ερώτημα παραμένει ωστόσο: θα δούμε στην Ευρώπη τα νέα τετρακύλινδρα και, αν ναι, θα είναι τα ιαπωνικά 400άρια ή τα κινέζικα 500άρια; Απάντηση ακόμη δεν υπάρχει, καθώς η Honda δεν έχει ξεκαθαρίσει τις προθέσεις της.

Έχουμε πάντως δύο ενδείξεις. Η πρώτη είναι η απουσία των μοντέλων αυτών από την πρόσφατη EICMA, ενώ η ερχόμενη έκθεση τον Νοέμβρη θα μπορούσε να μας προσφέρει την οριστική απάντηση εφόσον η Honda τα φέρει εκεί σε Euro 5+ μορφή.

Η δεύτερη πηγάζει από την ανακοίνωση της Honda στην Ιαπωνία για τα δύο 400άρια, σύμφωνα με την οποία ανακοινώνει ετήσια παραγωγή 4.600 CB400 Super Four E-Clutch και 2.500 CBR400RR Four E-Clutch, όλα προορισμένα αποκλειστικά για την ιαπωνική αγορά και χωρίς την παραμικρή αναφορά για εξαγωγές – κάτι που πάντα αναγράφεται στα ιαπωνικά δελτία Τύπου της μητρικής Honda όταν η μοτοσυκλέτα πρόκειται να εξαχθεί και σε άλλες αγορές.

Είμαστε λοιπόν ακόμη στο σημείο μηδέν πρακτικά όσον αφορά το ενδεχόμενο να δούμε αυτά τα δύο νέα τετρακύλινδρα στην Ευρώπη, με την ερχόμενη EICMA 2026 να αναδεικνύεται πιθανότατα ως το σημείο-κλειδί στη σχετική επικαιρότητα.