Ήρθαν τα Kawasaki Z e1 και Ninja e1: Υψηλή τεχνολογία και επιδόσεις στην Α1 κατηγορία

Σπορ μοτοσυκλέτες με πρακτικότητα
1
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

30/1/2024

Μόλις ήρθαν στην Ελλάδα οι νέες ηλεκτρικές σπορ μοτοσυκλέτες της Kawasaki που είχαμε δει από κοντά στην τελευταία έκθεση της EICMA και αποτελούν μία από τις τέσσερις διαφορετικές τεχνολογίες που έχει ταυτόχρονα στην παραγωγή η ιαπωνική εταιρεία! Αυτή τη φορά τις υποδεχόμαστε στον νέο εκθεσιακό χώρος της ελληνικής αντιπροσωπείας και τους ρίχνουμε μια πιο προσεκτική και κοντινή ματιά, χωρίς τον θόρυβο και την βαβούρα της ιταλικής έκθεσης. Η Kawasaki έχει γίνει χωρίς καμία αμφιβολία ο πιο τολμηρός κατασκευαστής μοτοσυκλετών τα τελευταία χρόνια, έχοντας στην γκάμα της μοντέλα με υπερτροφοδοτούμενους κινητήρες, συμβατικούς κινητήρες, υβριδικούς κινητήρες και τώρα πλήρως ηλεκτρικούς. Να μην πούμε για την εξαγορά της BIMOTA από την Kawasaki όπου εκεί δημιουργεί ακόμα πιο τολμηρές μοτοσυκλέτες χωρίς κανέναν περιορισμό στο κόστος και την φαντασία!

Ούτε σε επίπεδο εκθεσιακού concept δεν έχουν παρουσιάσει οι υπόλοιποι κατασκευαστές όλες αυτές τις διαφορετικές τεχνολογίες που έχει ταυτόχρονα σήμερα η Kawasaki στις γραμμές παραγωγής της.

2

Συγκεκριμένα τα ηλεκτρικά Z e1 και Ninja e1 έχουν σχεδιαστεί ειδικά για την Α1 κατηγορία διπλωμάτων της ευρωπαϊκής αγοράς.

Όπως μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια η Kawasaki, το “Z” είναι η “γυμνή” έκδοση και το “Ninja” είναι η “supersport” έκδοση. Χρησιμοποιούν τα ίδια μηχανικά μέρη, όμως υπάρχουν μεγάλες διαφορές ως προς την εργονομία της θέσης οδήγησης και φυσικά την εμφάνιση, αφού τα Ninja έχουν ολόκληρο φαίρινγκ.

Ο σχεδιασμός και τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους, δείχνουν πως η Kawasaki γνωρίζει πολύ καλά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των ηλεκτρικών μοτοσυκλετών στον πραγματικό κόσμο και ειδικά για όσους ζουν στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις.

Έτσι αντί για μία μεγάλη ενσωματωμένη μπαταρία που απαιτεί εύκολη πρόσβαση σε σταθερά και μόνιμα σημεία επαναφόρτισης, τα Z e1 και Ninja e1 έχουν δύο μικρές αποσπώμενες μπαταρίες.

Αυτό σημαίνει πως ακόμα και αν δεν έχεις γκαράζ στο σπίτι ή το γκαράζ δεν έχει πρίζα, μπορείς να πάρεις την μία ή και τις δύο μπαταρίες στο σπίτι σου ή το γραφείο σου και να τις επαναφορτίσεις το βράδυ ή όσο βρίσκεσαι στο χώρο εργασίας σου.

3

Το μικρό μέγεθος και βάρος τους και το γεγονός πως είναι δύο και όχι μόνο μία μεγάλη, κάνουν τεράστια διαφορά στην πρακτικότητα, γιατί είναι εύκολο να τις μεταφέρεις και δεν ενοχλούν με τον όγκο τους.

Έτσι η μέγιστη αυτονομία των 80 χιλιομέτρων μπορεί να ξεπεράσει ακόμα και τα 100-120 χιλιόμετρα, αν φορτίζεις την μία από τις δύο μπαταρίες όταν φτάνεις στο χώρο εργασίας σου ή οπουδήποτε έχεις πρόσβαση σε κοινή οικιακή πρίζα.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι δεν χρειάζεται να ψάχνεις για ειδικούς χώρους φόρτισης.  

Αν θέλεις ή έχεις την δυνατότητα, μπορείς να φορτίσεις τις μπαταρίες χωρίς να τις βγάλεις από την μοτοσυκλέτα. Η κάθε μία μπαταρία χρειάζεται περίπου 3,9 ώρες για πλήρη φόρτιση σε οικιακό δίκτυο, αλλά μόλις μιάμιση ώρα για να φορτίσει από το 20% στο 80%.

Επιπλέον η Kawasaki έχει ενσωματώσει και λειτουργία επαναφόρτισης όταν κλείνεις το “γκάζι”, που αυξάνει την πραγματική αυτονομία και δεν το βρίσκεις εύκολα στα ηλεκτρικά δίκυκλα της Α1 κατηγορίας.

4

Αν λάβουμε υπόψη μας πως οι περισσότεροι που ζουν στα κέντρα των πόλεων και πολύ περισσότερο στην επαρχία και τα ελληνικά νησιά, δεν κάνουν πάνω από 30-40 χιλιόμετρα την ημέρα, η αυτονομία των Z e1 και Ninja e1 υπερκαλύπτει τις ανάγκες μετακίνησής τους με το παραπάνω.

Βέβαια το μεγάλο ερώτημα είναι τί κερδίζεις από μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα της Α1 κατηγορίας σε σχέση με μια συμβατική.

Η απάντηση είναι οι ΠΟΛΥ καλύτερες επιταχύνσεις από στάση και εν κινήσει, που είναι εφάμιλλές μοτοσυκλετών με κινητήρες 250-300 κυβικών, αλλά και κάποιες επιπλέον δυνατότητες που δεν μπορείς να έχεις εύκολα στις μικρές μοτοσυκλέτες.

Τα Z e1 και Ninja e1 έχουν τρία προγράμματα λειτουργίας (WALK/ECO/ROAD) και κουμπί e-Boost που για 15 δευτερόλεπτα σου δίνει την μέγιστη ροπή και δύναμη του ηλεκτροκινητήρα.

4

 

Το πρόγραμμα WALK έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς έχει σχεδιαστεί για να κάνεις επιτόπιες μανούβρες χωρίς να χρειαστεί να βάλεις καθόλου δύναμη στα χέρια και τα πόδια. Η μέγιστη ταχύτητα εμπρός περιορίζεται στα 5km/h και υπάρχει όπισθεν (!) αν περιστρέψεις το γκάζι προς τα εμπρός, όπου η μέγιστη ταχύτητα περιορίζεται στα 3km/h.

Το πρόγραμμα ECO είναι για να επιτύχεις την μέγιστη δυνατή αυτονομία, με τη μέγιστη τελική ταχύτητα να είναι 64km/h (75km/h όταν πατάς το κουμπί e-BOOST).

5

Στο πρόγραμμα ROAD έχεις τελική ταχύτητα στα 88km/h και φτάνει έως τα 99km/h με το e-BOOST για το Ninja e1, ενώ για το γυμνό Z e1 οι αντίστοιχες μέγιστες τελικές ταχύτητες ανά πρόγραμμα είναι 62-72km/h και 85-99km/h. Εδώ να υπογραμμίσουμε πως τα 99Km/h τελικής ταχύτητας επιβάλλονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την Α1 κατηγορία διπλωμάτων. Όσα συμβατικά 125 ξεπερνούν τα 99km/h πραγματικής τελικής ταχύτητας (όχι τα χιλιόμετρα που δείχνει το κοντέρ και μπορεί να είναι πολλά περισσότερα αναλόγως την “τιμιότητα” του κάθε κατασκευαστή) δεν επιτρέπεται να οδηγούνται με δίπλωμα Α1, μπορούν όμως να πωλούνται!

Γι΄αυτό σε κάποιες χώρες εκτός Ε.Ε. η Kawasaki δηλώνει τελική ταχύτητα άνω των 110km/h για το Ninja e1. Επιστρέφοντας λοιπόν την κουβέντα στις επιδόσεις των Z e1 και Ninja e1, αυτό που κερδίζεις έναντι των συμβατικών μοτοσυκλετών της Α1 κατηγορίας είναι πως οδηγείς μια μοτοσυκλέτα πολύ πιο γρήγορη σε επιταχύνσεις από εκείνη που ο νόμος σου επιτρέπει να οδηγείς με το δίπλωμα που έχεις.

6

Ταυτόχρονα, η ύπαρξη της όπισθεν, η αθόρυβη λειτουργία και το σχεδόν μηδενικό κόστος συντήρησης (αλλάζεις μόνο ελαστικά και τακάκια) είναι χρήσιμα πλεονεκτήματα των Z e1 και Ninja e1 για όσους μπαίνουν τώρα στον κόσμο των δύο τροχών.

Η τιμή του Z e1 στην Ελλάδα έχει καθοριστεί στα 7.995€ και του Ninja e1 στα 8.495€, ενώ υπάρχει κρατικό πρόγραμμα επιδότησης ύψους 1.300€.

710111315

 

QJMotor Super4: Παρουσιάστηκε η Mini-Superveloce της Κίνας

Η QJMotor παρουσιάζει μια μοτοσυκλέτα μεσαίου κυβισμού εμπνευσμένη από τη θρυλική MV Agusta Superveloce
QJMotor-Super4
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

26/8/2025

Η νέα QJMotor Super4 αντλεί ξεκάθαρα τη σχεδιαστική της ταυτότητα από τη Superveloce, αλλά αυτή τη φορά υπάρχει και ένα θεμιτό πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών, που προσδίδει νομιμότητα στην ομοιότητα

Με την KTM να αποδευσμεύει την MV Agusta έχοντας όμως πραγματοποιήσει ήδη σειρά επενδύσεων, ξεκινώντας από το γραφείο σχεδιασμού μέσα στο εργοστάσιο στο Varese, βλέπουμε μία μεταστροφή στις παλιές αγάπες.

Πριν την απόκτηση της MV Agusta από τον Pierer οι Ιταλοί είχαν ενώσει τις δυνάμεις τους με την QJMotor σχεδιάζοντας και την μεσαία Adventure που ήταν κατά βάση ένα Benelli TRK με άλλη εμφάνιση. Η Benelli ανήκει στην QJ Motor η οποία διατηρεί για αυτήν ξεχωριστή γραμμή παραγωγής μέσα στο εργοστάσιό της στην Κίνα ενώ παράλληλα είναι και αντιπρόσωπος της MV Agusta για την κινέζικη αγορά. Το εγχείρημα που από κοινού είχαν στήσει με την MV Agusta αλλά ακόμη και η συνέχιση της συνεργασίας τους εντός Κίνας, είχε μπει στον πάγο αμέσως μόλις παρέλαβε την μάρκα η KTM. Κανείς από την πλευρά της QJMotor δεν ή γνώριζε πώς θα εξιλιχθούν τα πράγματα και αν θα μπορεί να συνεχίσει να εμπορεύοται μοντέλα της MV Agusta.

Ο Pierer είχε υπάρξει κατηγορηματικός τόσο για την έλευση μίας Adventure από την MV Agusta, αλλά τελικά έκανε πίσω σε αυτό, όσο και σε συνεργασία με κινέζους κατακασκευαστές, που τελικά τώρα δεν μπορεί να το αλλάξει.

Η QJMotor δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ για να δει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα καθώς κράτησε λιγότερο από δύο χρόνια, ο παγετός στις σχέσεις με την MV Agusta.

Το Super4 χρησιμοποιεί έναν παράλληλο δικύλινδρο κινητήρα 449cc, απόδοσης 52 ίππων στις 9500 rpm, σε πλαίσιο που βασίζεται σε υπάρχουσες μοτοσυκλέτες της QJMotor. Το συνολικό βάρος περιορίζεται στα μόλις 169 κιλά, με μικρό μεταξόνιο στα 1.389 mm και τελική ταχύτητα περίπου 190 χλμ/ώρα.

Οι σχεδιαστικές γραμμές παραπέμπουν ξεκάθαρα στην MV Agusta Superveloce, καθώς ορισμένα από τα πιο πρόσφατα μοντέλα της QJMotor έχουν χρησιμοποιήσει σχέδια που προέρχονται από δουλειά της ιταλικής σχεδιαστικής εταιρείας C-Creative. Η C-Creative ιδρύθηκε από τον πρώην πρόεδρο της MV, Giovanni Castiglioni, γιο του Claudio Castiglioni, ο οποίος αναβίωσε τηn MV Agusta με την superbike F4 στα τέλη της δεκαετίας του 1990, μαζί με τον πρώην επικεφαλής σχεδίασης της MV, Adrian Morton, και τον Paolo Bianchi, που προηγουμένως διηύθυνε το CRC (Centro Ricerche Castiglioni ή Castiglioni Research Center), το οποίο λειτουργούσε ως το τμήμα Έρευνας & Ανάπτυξης της MV.

QJMotor Super9

QJ-MV μια παλιά ιστορία

Η QJMotor έχει ξαναχρησιμοποιήσει σχέδια της MV στο μοντέλο Super9, που όχι μόνο δανείζεται τη σχεδίαση της MV Superveloce, αλλά βασίζεται και σε τεχνική συμφωνία μεταξύ των δύο εταιρειών για τη χρήση μιας έκδοσης 921cc του παλαιότερης γενιάς τετρακύλινδρου εν σειρά κινητήρα της MV, καθώς και πλαισίου και μονόμπρατσου ψαλιδιού δανεισμένα από τη MV Agusta Brutale. Οι δεσμοί μεταξύ QJ και MV χρονολογούνται αρκετά χρόνια πίσω, με την μητρική εταιρεία της QJMotor, Qianjiang, να σκοπεύει αρχικά να χρησιμοποιήσει τον τετρακύλινδρο κινητήρα που είχε σχεδιάσει η MV σε μία sport μοτοσυκλετα υπο το σήμα της Benelli, πριν στραφεί στην ανάπτυξη της δικής της γκάμας QJMotor. Επίσης υπήρχε σχέδιο συνεργασίας για την παραγωγή πιο προσιτών μοντέλων της MV Agusta, όπως το Lucky Explorer 5.5, και αναφέραμε στην αρχή του άρθρου με κινητήρες και πλαίσια της QJMotor/Benelli. Το μοντέλο όμως, δεν πήρε ποτέ το πράσινο φως, μετά την απόκτηση της MV από την ΚΤΜ, αλλά με την επιστροφή της MV στους προηγούμενους ιδιοκτήτες της, δεν αποκλείεται τέτοια σχέδια να αναβιώσουν.

Lucky Explorer 5.5

Το Super4 θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για την αγορά προσιτών sportbikes υψηλής αισθητικής, όπως τα Triumph Speed 400 και Scrambler 400, που κατασκευάζονται στην Ινδία από την Bajaj και έχουν σημειώσει μεγάλη επιτυχία.

Συνηθίζεται να υπάρχει καθυστέρηση μερικών μηνών μεταξύ της έγκρισης τύπου των κινεζικών μοτοσυκλετών και της επίσημης παρουσίασής τους, γεγονός που υποδεικνύει ότι το Super4 πιθανότατα θα αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια της EICMA στο Μιλάνο τον Νοέμβριο και θα φτάσει στην γραμμή παραγωγή ως μοντέλο του 2026.

Σε κάθε περίπτωση εμείς αναμένουμε να δούμε εάν το μοντέλο θα καταφέρει να βρει τον δρόμο του προς την ευρωπαϊκή αγορά.