Moto Guzzi V100 Mandello 2023: Ο Miguel Galluzzi αναλύει πως σχεδιάστηκε

Μια φορά στα 100 χρόνια!
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

26/10/2022

Ο Miguel Galluzzi έγινε γνωστός στον κόσμο της μοτοσυκλέτας χάρη στον σχεδιασμό του πρώτου Ducati Monster, όμως είναι ταυτόχρονα και ο άνθρωπος που άλλαξε ριζικά την εμφάνιση των Husqvarna καθώς ήταν ο επικεφαλής του σχεδιαστικού τμήματος όταν τα Husky κατασκευάζονταν στην Ιταλία και η εταιρεία ήταν στα χέρια του μπαμπά Castliglioni. Το ΜΟΤΟ είχε την τύχη και την χαρά να γνωρίσει από κοντά τον γιγαντόσωμο Galluzzi στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν ο αργεντινής καταγωγής σχεδιαστής δούλευε για τον Castiglioni και όχι μόνο είχαμε μαζί του μια πολύωρη συνέντευξη μέσα στο εργοστάσιο, αλλά μας έκανε και την τιμή να μας εμπιστευτεί και να μας δείξει τα σχέδια και τα πρωτότυπα των νέων Husqvarna που θα παρουσίαζαν στην έκθεση της EICMA έναν χρόνο αργότερα.

Όσοι από εσάς έχετε το τεύχος του ΜΟΤΟ με το πολυσέλιδο άρθρο “Φάκελος Husqvarna” μπορείτε να ανατρέξετε στις λεπτομέρειες εκείνης της συνέντευξης, όπου μεταξύ άλλων μας είχε πει πόσο πολύ είχε φρικάρει από βαρεμάρα δουλεύοντας στη Γερμανία στο σχεδιαστικό κέντρο της General Motors (OPEL) όπου επί πέντε χρόνια σχεδίαζε μόνο τα ταμπλό των αυτοκινήτων που θα έβγαιναν στην παραγωγή μετά από 10-15 χρόνια. Έτσι βρέθηκε στις αρχές των 90ies στην Cagiva του Castiglioni η οποία είχε τότε την Ducati.

Όταν η BMW αγόρασε την Husqvarna και τις γραμμές παραγωγής στην Ιταλία, η Cagiva ουσιαστικά διαλύθηκε και στα χέρια των Castiglioni έμεινε ενεργή μόνο η MV Agusta η οποία επίσης πουλήθηκε για ένα φεγγάρι στην Harley Davidson… Σε αυτό το μεταβατικό στάδιο ο Miguel Galluzzi βρέθηκε στον όμιλο της Piaggio, όπου πλέον είναι ο επικεφαλής σχεδιασμού ολόκληρου του ομίλου, έχοντας ως φυσική έδρα την Pasadena στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ.

Εκεί η Piaggio έχει δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο σχεδιαστικό κέντρο που ονομάζει Advanced Desing Center και είναι υπεύθυνο για τα μελλοντικά οχήματα του ομίλου αλλά και την επίβλεψη της δουλειά των υπόλοιπο σχεδιαστικών τμημάτων για κάθε εταιρεία ξεχωριστά που υπάρχουν στην Ιταλία.

Αυτή τη φορά ήταν η σειρά του συνεργάτη μας Alan Cathcart να βρεθεί μαζί του και να έχει μια αποκλειστική συνέντευξη με θέμα την δημιουργία της Moto Guzzi V100 Mandello, που αποτελεί μια από τα σημαντικότερα μοντέλα στην ιστορία των 100 χρόνων της ιταλικής εταιρείας. Απολαύστε τον:

M. Galluzzi: Από την πρώτη συνάντηση που είχαμε, ο πρόεδρος του ομίλου Piaggio κύριος Robert Colsninno μας ξεκαθάρισε πως αυτή είναι μια ευκαιρία – για όλους μας, του ιδίού συμπεριλαμβανομένου - που μας παρουσιάζεται κάθε 100 χρόνια για να φτιάξουμε μια ξεχωριστή μοτοσυκλέτα μέσα στην ιστορία ενός αιώνα της Moto Guzzi. Γνωρίζαμε πως έπρεπε να δημιουργήσουμε κάτι που θα άφηνε το στίγμα του, κάτι που θα συμβόλιζε τα 100 χρόνια που έχουν προηγηθεί και ταυτόχρονα θα σηματοδοτούσε την αρχή των επόμενων 100 χρόνων. Με αυτή τη μοτοσυκλέτα θα προχωρήσουμε στο μέλλον. Πήγα στο εργοστάσιο του  Mandello τον Σεπτέμβρη, όπου για πρώτη φορά άκουσα τη μοτοσυκλέτα να δουλεύει. Αρκεί να ακούσεις τον κινητήρα και καταλαβαίνεις πως πρόκειται για μια διαφορετική Moto Guzzi. Παραμένει ξεκάθαρα ένα Guzzi λόγω της μοναδικής αρχιτεκτονικής του κινητήρα, όμως είναι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος για να πεις την ίδια ιστορία.

Οπότε και ο βασικός στόχος μας ως σχεδιαστικό τμήμα ήταν να εκφράσουμε την ιστορία των 100 χρόνων, όμως με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η φιλοσοφία για τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα ήταν να μπορείς να ταξιδεύεις με άνεση για πολλά χιλιόμετρα με συνεπιβάτη και βαλίτσες, όμως την ίδια στιγμή να είναι σαν να οδηγείς γυμνή μοτοσυκλέτα μέσα στην πόλη. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να είναι μαζεμένη σε εξωτερικές διαστάσεις και ευέλικτη για οδήγηση στην πόλη. Θέλαμε δηλαδή μια “υβριδική” Μοτοσυκλέτα που να κάνει δύο διαφορετικά πράγματα, αλλά χωρίς ο αναβάτης να πρέπει να κάνει συμβιβασμούς σε καμία από τις δύο χρήσεις. Οπότε έπρεπε να είναι ένα sport-tourer που θα προσφέρει καλή προστασία και ταυτόχρονα εργονομικά άψογο ώστε να είναι καλό για τους ψηλούς και τους κοντούς αναβάτες. Αφιέρωσα μια ολόκληρη ημέρα με τους ανθρώπους που συμμετείχαν στην εκδήλωση για τα 100 χρόνια της Moto Guzzi και άκουσα από το στόμα τους πόσο εντυπωσιασμένοι ήταν βλέποντας πως σε σχέση με τις φωτογραφίες η μοτοσυκλέτα δείχνει ακόμα πιο μοντέρνα και καθαρή σχεδιαστικά. Στην πραγματικότητα, από τη στιγμή που ξέραμε τι ακριβώς θέλαμε να πετύχουμε, το κίνητρο για εντυπωσιασμό δεν ήταν το κυρίαρχο στοιχείο όπως θα πίστευε κάποιος πως θα κάναμε για ένα “επετειακό” μοντέλο. Από τη στιγμή που ήδη έχουμε δουλέψει πάνω στον τομέα της “ενεργητικής αεροδυναμικής” για κάποια άλλα μοντέλα, σκεφτήκαμε να τα χρησιμοποιήσουμε και στο Mendello.

Ο τομέας της πρωτοποριακής αεροδυναμικής στα μοντέλα παραγωγής ξεκίνησε με το διπλό φαίρινγκ του Aprilia RS 660. Βέβαια στο RS 660 δεν έχουμε κινούμενα φαίρινγκ, τόσο για λόγους κόστους όσο και γιατί η αεροδυναμική μιας μοτοσυκλέτας είναι περίπλοκη και οποιαδήποτε αλλαγή επηρεάζει τη συμπεριφορά της σε πολύ μεγάλο βαθμό. Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε όλες τις παραμέτρους, οπότε ακόμα δουλεύουμε σε επίπεδο πρωτότυπων για τις supersport μοτοσυκλέτες. Όμως στην περίπτωση του V100 Mandello που θα ταξιδεύει για πολλά χιλιόμετρα στην εθνική και θα έχει ουσιαστικά σχήμα γυμνής μοτοσυκλέτας, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία που έχουμε εξελίξει έως τώρα για να ρυθμίσουμε την πίεση του αέρα προς το σώμα και το κράνος του αναβάτη.

Με αυτόν τον τρόπο η μοτοσυκλέτα είναι λεπτή μέσα στην πόλη και μεγαλώνει στον ανοιχτό δρόμο για να προστατεύσει τον αναβάτη, αυξάνοντας τα επίπεδα άνεσης στα πολύωρα ταξίδια.

Έτσι βρεθήκαμε στην αεροδυναμική σήραγγα για δοκιμές, μαζί με τους αεροδυναμιστές της Aprilia. Από την αρχή ξέραμε πως θα έχουμε ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη σε ύψος ζελατίνα, όμως το δύσκολο κομμάτι ήταν να δούμε ποια κομμάτια του φαίρινγκ θα κινούνται και τις επιπτώσεις – θετικές και αρνητικές - που θα προκαλούν.

Η “ενεργή αεροδυναμική” είναι για άλλη μια φορά κάτι που κανείς άλλος δεν έχει και για πολλοστή φορά στην ιστορία της Moto Guzzi, προσφέρει πρωτοποριακή τεχνολογία στους πελάτες της.

Αυτό είναι κάτι που κάνει αυτή η εταιρεία ασταμάτητα από το 1921 και όποιος κάνει  μια βόλτα στο μουσείο μας, θα δει την πρώτη V8 μοτοσυκλέτα, την πρώτη μοτοσυκλέτα με τετραβάλιβιδο κινητήρα, την πρώτη μοτοσυκλέτα με ηλεκτρονικό ψεκασμό, την πρώτη μοτοσυκλέτα με αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων, την πρώτη μοτοσυκλέτα με ψαλίδι για πίσω ανάρτηση και τον πρώτο κινητήρα μέσα σε τροχό για μοτοποδήλατα.  

Οπότε με την άφιξη του V100 Mandello ελπίζουμε πως η Moto Guzzi επανέρχεται στη σωστή θέση. Το 2011 είχαμε έρθει εδώ στο Mendello για τον εορτασμό των 90 χρόνων της Guzzi, όμως τότε η εταιρεία ήταν περισσότερο νεκρή, παρά ζωντανή και ο μέσος όρος ηλικία των πελατών μας πλησίαζε τα 75 χρόνια…


 

 

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.