Νέα Triumph Bonneville Bobber και η αγορά του «customizing»…

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

20/10/2016

Η Triumph παρουσίασε χθες βράδυ μία Bonneville με δεσμούς στο μακρινό παρελθόν, πίσω στο ’59, και παράλληλα την πλούτισε με μία μακρά λίστα από αξεσουάρ ώστε ο ιδιοκτήτης της να την προσαρμόσει κάνοντάς την μοναδική. Με την κατηγορία των νέο-ρετρό μοτοσυκλετών να μεγαλώνει με γοργούς ρυθμούς, αρπάζουμε την ευκαιρία για μία μικρή ανάλυση σχετικά με το customizing…

Βασική αρχή της Triumph που κρατά από την αναβίωσή της στις αρχές της δεκαετίας του ’80, είναι να διαφέρει από τους υπόλοιπους. Αυτή η αρχή ξεκίνησε ως ανάγκη, πριν φτάσει να γίνει σημαία του marketing, καθώς το εργοστάσιο που ξεκινούσε από το μηδέν ουσιαστικά, ήταν αδύνατο να κυνηγήσει τα βιομηχανικά μεγαθήρια από την Ιαπωνία και αργότερα από την Ευρώπη. Για αυτό επικεντρώθηκαν στους τρικύλινδρους και δικύλινδρους κινητήρες, ώστε να κερδίσουν το κοινό μέσα από την διαφοροποίηση κι όχι από την αντιπαράθεση. Μεγαλώνοντας η «ξανά νέα» Triumph, μπορούσε πλέον να ανταγωνιστεί ευθέως τους μεγαλύτερους κατασκευαστές, όμως πλέον της είχε μείνει για πάντα η ανάγκη της διαφοροποίησης από τους υπόλοιπους, πράγμα που το βλέπουμε με την χθεσινοβραδυνή παρουσίαση του νέου Bobber. Εδώ και πολύ καιρό, η Triumph έχει επιλέξει να προσφέρει μία σειρά νέο-ρετρό μοτοσυκλετών, ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους κατασκευαστές και με το Bonneville Bobber κάνει το επόμενο βήμα, μπαίνοντας στην αγορά του «customizing».

Η αλήθεια είναι πώς άργησε κιόλας. Ιδιαίτερα για την αγορά της Αγγλίας που το customizing κρατά όσο και η ιστορία της μοτοσυκλέτας φτάνοντας στο σημείο να γεννήσει παλιότερα ολόκληρες μάρκες μέσα από μικρά γκαράζ, η Triumph θα έπρεπε να είχε δείξει το Bobber καιρό πριν.

Όπως και να έχει είναι εδώ, δεν μπορεί να πει βέβαια ότι πρωτοτύπησε, μετά από μοντέλα όπως το πλέον ακυρωμένο W800 της Kawasaki ή το BMW R nineT. Σημασία όμως έχει ότι μπορεί να πει πως το κάνει διαφορετικά. Διαθέτει περισσότερα από 150 αξεσουάρ, ώστε ο πελάτης να το συνδυάσει κάνοντας το δικό του ξεχωριστό, ωστόσο το θέμα είναι ότι ξεκινά από μία βάση που δείχνει αυθεντικά μιας άλλης εποχής. Εκεί ξεχωρίζει πραγματικά το Bonneville Bobber, εκείνοι που το σχεδίασαν έχουν καταφέρει να αναβιώσουν πολύ πιστά το στιλ που πλέον μονάχα σε ταινίες εποχής, μπορείς να δει κανείς να ζωντανεύει.

Όλα αυτά τα αξεσουάρ βέβαια, πρόκειται να στολίσουν την μοτοσυκλέτα και να ελαφρύνουν την τσέπη του ιδιοκτήτη της, όπως ακριβώς συμβαίνει με όλες τις αντίστοιχες προτάσεις του ανταγωνισμού και υπάρχουν δύο τρόποι να το δει κανείς αυτό. Ο ένας από τους δύο, είναι πιο λογικός από τον άλλο. Με το customizing να γίνεται μόδα γενικευμένη, που κατ’ επέκταση επηρεάζει και τις μοτοσυκλέτες, ολοένα και περισσότερος κόσμος θέλει να έχει την ευκαιρία να διαφοροποιήσει την μοτοσυκλέτα του, χωρίς όμως να αισθάνεται άνετα με τον χειρισμό των κατσαβιδιών. Κι έπειτα αρκετοί από όσους πιάνουν τα χέρια τους είναι δύσκολο να αισθανθούν άνετα να πειράξουν μία ολοκαίνουρια μοτοσυκλέτα. Για όλους αυτούς λοιπόν, η λύση που προσφέρει η Triumph με το Bonneville Bobber είναι ιδανική και συντηρεί μία νέα αγορά, που βασικοί παίκτες αυτή την στιγμή είναι η BMW και η Triumph.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αγορά απευθύνεται και σε κόσμο, που εξιδανίκευσε το customizing εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, οπότε δεν καλοβλέπουν μία μακρά λίστα αξεσουάρ που ανεβάζουν το κόστος της μοτοσυκλέτας. Κάπου εδώ, βρίσκεται ο άλλος τρόπος που αντιμετωπίζεται το «εργοστασιακό customizing». Ο κόσμος αυτός λοιπόν, που είναι και η πλειοψηφία, στράφηκε στο customizing για να μπορέσει να κυκλοφορήσει μία παλιότερη μοτοσυκλέτα στους δρόμους κι αν το ζήτημα είχε μείνει εκεί, τότε αυτό δεν θα διέφερε από μία πρακτική που έτσι και αλλιώς γινόταν και θα γίνεται πάντα. Η διαφορά είναι ότι η στροφή της πλειοψηφίας στο customizing έγινε βίαια ως απόρροια της οικονομικής κρίσης η οποία αν δεν υπήρχε, όλοι αυτοί θα αγόραζαν μία νέα μοτοσυκλέτα. Συχνά μάλιστα, ακριβώς επειδή ο τρόπος που στράφηκαν στο customizing είναι βίαιος, βγαίνει και μία αντίδραση απέναντι σε κάθε νέα μοτοσυκλέτα που σκοπό έχει να πείσει τον περίγυρο (τον εαυτό τους επίσης;) ότι ο μόνος λόγος που δεν αγοράζουν νέα μοτοσυκλέτα, είναι επειδή δεν αξίζει και όχι επειδή δεν το σηκώνει η τσέπη. Βάση αυτού το τρόπου σκέψης, είναι σχεδόν βέβαιο ότι και το Bonneville Bobber θα δεχθεί την ίδια κριτική που δέχτηκε και το R nineT, ότι δεν είναι αυθεντικό, γιατί είναι «εργοστασιακό». Η αλήθεια είναι όμως ότι ελάχιστες «δουλειές στο γκαράζ» είναι πραγματικά καλές χωρίς να καταστρέφουν οδηγικά την μοτοσυκλέτα, και συνήθως απαιτούν μία τεράστια επένδυση σε χρόνο. Αυτό τον χρόνο είναι που θέλουν να αγοράσουν οι ιδιοκτήτες μίας νέο-ρετρό μοτοσυκλέτας και η Triumph τους δίνει τώρα την δική της λύση. Από την άλλη, ο χρόνος που ξοδεύεις στο γκαράζ για να φτιάξεις την μοτοσυκλέτα σου, είναι και ο πραγματικός λόγος της ύπαρξης του customizing, αλλά αυτό μας ξανά γυρνά σε όλα όσα έγραφα παρά πάνω για τις αιτίες ανάπτυξης αυτής της κατηγορίας. Για πολύ κόσμο η Bonneville Bobber και οι αντίστοιχες του ανταγωνισμού, θα είναι οι μοτοσυκλέτες που ονειρεύονται και το αξίζουν άλλωστε... Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τα στελέχη της Harley Davidson θα βλέπουν αυτή την πρακτική και θα κουνούν το κεφάλι τους που οι Ευρωπαίοι τώρα ανακαλύπτουν, αυτό που εκείνοι πράττουν χρόνια.

Η βασική βέβαια διαφορά, είναι ότι το Bonneville Bobber θα πρέπει να είναι σημαντικά πιο ευέλικτο και προσιτό από μία Harley, αλλά πρακτικά αυτό μένει να απαντηθεί στο μέλλον. Προς το παρόν, γνωρίζοντας τον κινητήρα που προέρχεται από την Bonneville T120, το Bobber αναμένεται να είναι ευκολοδήγητο και παράλληλα πιο διασκεδαστικό για την χρήση που προορίζεται, έχοντας περισσότερη ροπή και πιο μπάσο ήχο.

Το βασικότερο όμως χαρακτηριστικό στην σχεδίαση του Bobber, είναι ο τρόπος που έχουν κρυφθεί όλα τα σύγχρονα –και απαραίτητα βάση νόμου και ανταγωνισμού- ηλεκτρονικά βοηθήματα. Το Bobber έχει μία πεντακάθαρη γραμμή και μία σέλα που αφήνει το φως να την διαπεράσει όταν το κοιτάς από το πλάι, όπως πρέπει να συμβαίνει με όλες αυτές τις μοτοσυκλέτες. Με άψογο τρόπο η Triumph έχει κρύψει το Ride By Wire πρωτίστως, και μετά όλα τα υπόλοιπα ηλεκτρονικά βοηθήματα. Για εκείνους που δεν θα ήθελαν τίποτα από όλα αυτά τότε ο αντίλογος είναι όλα όσα λέμε παραπάνω, από την στιγμή που παίρνεις μία νέα μοτοσυκλέτα θα ήταν πισωγύρισμα αν δεν τα είχες. Αυτό που η Triumph καταφέρνει είναι τουλάχιστον να τα κρύψει από το μάτι σου, αν έχει καταφέρει να τα κρύψει και από την λειτουργία της μοτοσυκλέτας, τότε θα λέμε για απόλυτη επιτυχία. Στο σημείο που έχει φτάσει το ABS από το ’14 και μετά - και τα υπόλοιπα ηλεκτρονικά από το ‘15 και μετά- δεν είναι δύσκολο να έχει πετύχει αυτό η Triumph. Μία δοκιμή θα το αποδείξει…

Εμπνευσμένη από την Bonneville του ’59 η Bobber των 1200 κυβικών έχει καταφέρει να βρει σύγχρονες λύσεις για να διατηρήσει το στιλ χωρίς όμως να κάνει παραχωρήσεις στα σύγχρονα στάνταρ και η προσαρμόσιμη κλίση των οργάνων είναι μία από αυτές. Περιμένουμε την EICMA στις αρχές Νοεμβρίου, για να δούμε από κοντά την νέα Bobber και την μακρά λίστα των αξεσουάρ της.

 

Δείτε όλες τις φωτογραφίες της νέας Triumph Bonneville Bobber:

Ducati Multistrada V4 RS 2026: Αντίπαλος BMW M1000XR με 180 άλογα και 17άρηδες!

Μια sport-touring με όρθια θέση οδήγησης
Νέο Ducati Multistrada V4 RS: Αντίπαλος του M1000XR της BMW με 180 άλογα και 17άριδες!
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

15/9/2025

Μαζί με την νέα έκδοση της Diavel V4 RS που στα χέρια του Marc Marquez έγινε η μοτοσυκλέτα με την καλύτερη επιτάχυνση στην γκάμα της Ducati, οι Ιταλοί έφεραν και την έκδοση RS, την πανάκριβη και εξειδικευμένη για επιδόσεις, έκδοση της Multistrada V4.

Ξεχωρίζει η απόδοση των 180 ίππων από τον ξηροκάμπανο κινητήρα με Akrapovic τελικό και οι αντίστοιχες ρυθμίσεις που έχουν γίνει στην πιο φορτωμένη από ηλεκτρονικά μοτοσυκλέτα της ευρύτερης κατηγορίας. Θα πρέπει φυσικά να βάλουμε και τις Adventure εδώ γιατί οι υπόλοιπες εκδόσεις της Multistrada V4 2025, έχουν τον ίδιο αριθμό αισθητήρων, ένα εξαιρετικά υψηλό νούμερο: 70 αισθητήρες με μερικούς από αυτούς να είναι διπλοί για ακρίβεια μετρήσεων αλλά και ασφάλεια σε περίπτωση βλάβης!

Από εκεί και πέρα εκτεταμένες αλλαγές σε λεπτομέρειες φροντίζουν ώστε η RS να δικαιολογεί την υψηλή τιμή της και το γεγονός πως όλες όσες παραχθούν θα είναι αριθμημένες. Μία από αυτές, είναι η αντικατάσταση του πίσω μέρους του φαίρινγκ με νέο που βασίζεται σε πιο ακριβό πολυμερές και βιδώνει στο υποπλαίσιο από τιτάνιο, εξασφαλίζοντας μείωση 2 κιλών συγκριτικά με την επίσης, φτιαγμένη για τον δρόμο, Multistrada Pikes Peak. Αυτή την στιγμή το υποπλαίσιο τιτανίου είναι μία μοναδική περίπτωση στην κατηγορία -ξανά με την ευρύτερη έννοια εδώ- που έχει επίσης μελετηθεί σε πλάτος για να μπορεί να μπει κεντρική βαλίτσα. Πιστεύουμε βέβαια πως αυτό είναι ένα έγκλημα για μία RS, να καταλήξει να κάνει διαδρομές ρουτίνας ή να ταξιδεύει με κεντρική βαλίτσα, αντί ενός σακιδίου με τα απολύτως απαραίτητα που δεν θα επηρεάζει τόσο πολύ το κέντρο βάρους και δεν θα δημιουργεί ζητήματα σταθεροποίησης στα πολλά χιλιόμετρα.

Η νέα Diavel V4 RS γράφει το ρεκόρ επιτάχυνσης για Ducati με 0-100 χαω σε 2.52 δευτερόλεπτα

Μία σειρά από περιφερειακά έχουν δώσει την θέση τους σε κάρμπον εξαρτήματα, το φτερό εμπρός, οι χούφτες, οι ανακλαστήρες απαγωγής θερμότητας, καλύμματα στις δισκόπλακες είναι τα βασικότερα. Μάλιστα πίσω τοποθέτησαν μεγαλύτερη δίσκο στα 280mm για να ανταποκριθεί στον υψηλότερο ρυθμό που μπορεί να υποστηρίξει η RS. Έχουμε νέους σφυρίλατους 17άριδες τροχούς και μπαταρία λιθίου.

Νέο Ducati Multistrada V4 RS: Αντίπαλος του M1000XR της BMW με 180 άλογα και 17άριδες!

Φυσικά στο κομμάτι των αναρτήσεων έχουμε τις εξαιρετικές ημι-ενεργητικές Öhlins Smart EC 2.0, οι οποίες όμως τρέχουν σε τελείως νέες ρυθμίσεις. Αυτό είναι και ένα από τα ακριβότερα σημεία στο κόστος που είχε η Ducati στην εξέλιξη της RS. Πέρα από τις carbon λεπτομέρειες, η βελτίωση των αλγορίθμων των αναρτήσεων απαιτούσε τον πλέον λεπτομερή σχεδιασμό και χρόνο.

Διότι να θυμίσουμε πως οι Multistrada V4 έχουν πλέον το πακέτο DVO (Ducati Vehicle Observer) που ουσιαστικά προσπαθεί να φέρει την νοοτροπία της παρακολούθησης της τηλεμετρίας που χρησιμοποιούν στα MotoGP στην καθημερινότητα. Συλλέκτης τώρα των πληροφοριών της τηλεμετρίας δεν είναι μία ομάδα μηχανικών μπροστά σε laptop αλλά οι μονάδες της Bosch που θα πρέπει να αποφασίσουν για το πώς θα κατευθύνουν τις αναρτήσεις στο επόμενο κλάσμα του δευτερολέπτου και για αυτό κάθε αλλαγή στο πρόγραμμα των αναρτήσεων είναι μία πολύ ακριβή διαδικασία. Γιατί εξαπλώνεται και επηρεάζει το σύνολο του DVO.

Η RS, όπως και οι υπόλοιπες Multistrada, καλύπτεται από εγγύηση 4 ετών και οι παραδόσεις των πρώτων μοτοσυκλετών, όπως και της Diavel V4 RS θα γίνουν από τον ερχόμενο Δεκέμβριο για τους λίγους τυχερούς που μπορούν να την αποκτήσουν.