Στην τελευταία γενιά του Hypermotard 950 η Ducati είχε κάνει το σωστό διαχωρισμό ανάμεσα στη βασική έκδοση και την ακριβότερη έκδοση SP, σε ό,τι αφορά τον χαρακτήρα των δύο μοτοσυκλετών. Η βασική έκδοση είχε σχεδιαστεί για καθημερινή οδήγηση, με πιο χαμηλή και άνετη σέλα, πιο ξεκούραστη εργονομία, καλύτερη θέση για τον συνεπιβάτη, αλλά και ρυθμίσεις αναρτήσεων που πρόσφεραν άνεση και μηχανικό κράτημα σε κάθε είδους δρόμο.
Αντιθέτως η έκδοση SP ακολουθεί τη σκληροπυρηνική άποψη για το πώς πρέπει να είναι ένα supermoto, με semi-slick ελαστικά, ίσια σκληρή σέλα και αναρτήσεις ρυθμισμένες για πίστα. Όλες οι πλευρές χαρούμενες δηλαδή, αλλά φαίνεται πως κάποιοι ήθελαν λίγη από την αγριάδα του SP, αλλά χωρίς να χάσουν τα πλεονεκτήματα της βασικής έκδοση. Το κενό αυτό συμπληρώνεται με την άφιξη της έκδοσης RVE, που είναι εμπνευσμένη εμφανισιακά από το πρωτότυπο πουείχε παρουσιάσει η Ducati στη Villa d’Este το 2019. Μάλιστα για να επιτύχουν την ίδια ποιότητα στην εμφάνιση με την χειροποίητη αερογραφία εκείνου του πρωτότυπου, το RVE έχει ένα ειδικό, πολύ λεπτό αυτοκόλλητο, το οποίο απαιτεί ειδική τεχνική και διαδικασίας επικόλλησης.
Την επιθετική αισθητική συμπληρώνουν οι δίχρωμες ζάντες και το κόκκινο σιρίτι στο κάλυμμα των οργάνων πάνω από τον προβολέα, που θυμίζει πλεόν αγωνιστικό number-plate. Όμως η σημαντικότερη διαφορά του RVE από το βασικό μοντέλο, είναι η προσθήκη του quick-shifter Up/Down, που μέχρι τώρα ήταν προνόμιο μόνο της έκδοσης SP.
Honda CB1000F 2026 – Η "επιστροφή" των CB750/900F Bol d’Or! [Video+Gallery]
Πλαίσιο, κινητήρας και περιφερειακά από CB1000 Hornet – 122 ίπποι για 214 κιλά
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
13/10/2025
Ύστερα από τόσους μήνες που βλέπαμε το CB1000F ως concept η Honda προχώρησε στην αποκάλυψη και της μοτοσυκλέτας παραγωγής αποκαλύπτοντας παράλληλα όλα τα τεχνικά της χαρακτηριστικά.
Αδύνατο να κοιτάξει κανείς το CB1000F και να μην πάει το μυαλό του αμέσως στα θρυλικά CB 750/900 F Bol d’Or με τη νέα 1000άρα Honda να απευθύνεται σε όλους εκείνους που δεν μπορούν να χωνέψουν την αισθητική των μοντέρνων γυμνών, ενώ θέλουν και μια μοτοσυκλέτα με πιο “καθημερινή” θέση οδήγησης.
Η CB1000 είναι επί της ουσίας ένα CB1000 Hornet με διαφορετικό κοστούμι και μια ματιά στο ατσάλινο πλαίσιο τύπου διαμάντι και τα γεωμετρικά του χαρακτηριστικά αποκαλύπτει ακριβώς αυτό: η γεωμετρία δεν έχει αλλάξει στο ελάχιστο με το μεταξόνιο να φτάνει στα 1.455 χλστ., ενώ ίχνος και κάστερ βρίσκονται στα 98 χλστ. και στις 25 μοίρες αντίστοιχα. Η απόσταση από το έδαφος παραμένει στα 135 χλστ., ενώ η διαφορετική σέλα φέρνει μαζί της και διαφορετική απόσταση από το έδαφος, μικρότερη κατά 14 χλστ. στα 795 χλστ.
Οι μηχανικοί της Honda επικέντρωσαν την προσοχή τους στον εν σειρά 4κύλινδρο των 1.000 κ.εκ., ο οποίος ρυθμίστηκε εκ νέου για πιο γεμάτη απόδοση χαμηλά, έχασε αρκετή από την ονομαστική ισχύ του και έπεσε από τους 149,65 στους 122 ίππους στις 9.000 σ.α.λ., με τη μέγιστη τιμή να κάνει την εμφάνισή της 2.000 σ.α.λ. χαμηλότερα έναντι του Hornet. Παράλληλα, η μέγιστη ροπή κρατήθηκε στο ίδιο επίπεδο και βρίσκεται στα 10,5 kg.m – από 10,6-, ενώ και εδώ η μέγιστη τιμή εμφανίζεται χαμηλότερα, στις 8.000 σ.α.λ. -9.000 σ.α.λ. στο Hornet.
Το CB1000F παρουσιάζεται στα χαρτιά 3 κιλά βαρύτερο, στα 214 κιλά πλήρες υγρών, βάρος που προέρχεται από τα μεγαλύτερα πλαστικά τμήματα του “κοστουμιού”, το διαφορετικό ρεζερβουάρ των 16 λίτρων που χωρά ένα λίτρο λιγότερη βενζίνη, ενώ μεγαλύτερη είναι και η μπαταρία του.
Και εδώ το πιρούνι είναι το ανεστραμμένο Showa USD SFF-BP με διάμετρο καλαμιών στα 41 χλστ. και διαδρομή στα 130 χλστ. με το αμορτισέρ να έχει Pro Link μοχλικό και διαδρομή τροχού στα 140 χλστ.
Αλλαγές δεν έχουμε ούτε στα φρένα με δίσκους 310 χλστ. και 4πίστονες δαγκάνες ακτινικής τοποθέτησης Nissin μπροστά. Από την ίδια εταιρεία προέρχεται και η ενός εμβόλου δαγκάνα του πίσω φρένου που συνεργάζεται με δίσκο 240 χλστ.
Στον στάνταρ εξοπλισμό του CB1000F περιλαμβάνεται η γνωστή TFT οθόνη των πέντε ιντσών που βλέπουμε στις περισσότερες μοτοσυκλέτες της Honda, έχει συνδεσιμότητα και έχει τοποθετηθεί και στο Hornet. Καλή και χρηστικότατη η συγκεκριμένη οθόνη, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση θα προτιμούσαμε φυσικά, αναλογικά όργανα με “κλασική” γραμματοσειρά, που θα ταίριαζαν περισσότερο και με το κλασικό παρουσιαστικό της μοτοσυκλέτας, όπως και έναν LED προβολέα αντίστοιχης φιλοσοφίας σε σχεδίαση με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, καθώς αυτό που έχει τείνει περισσότερο στο νεορετρό.
Στάνταρ είναι και η IMU μονάδα έξι αξόνων που βοηθά το ABS να προσαρμόζει τη λειτουργία του ανάλογα με την κλίση της μοτοσυκλέτας με τον αναβάτη να έχει στη διάθεσή του τρία προγράμματα λειτουργία για ηλεκτρονικά και μοτέρ (Standard, Rain και Sport) και δύο ακόμη που μπορεί να εξατομικεύσει.
Τη μοτοσυκλέτα συνοδεύει ένας αρκετά μακρύς κατάλογος από έξτρα αξεσουάρ, αλλά και τρία διαφορετικά πακέτα (Sports. Travel και Comfort), που κάνουν πιο εύκολη την επιλογή για τον αναβάτη.