Οδηγούμε Yamaha R7 2022: Πρώτες εντυπώσεις

Ασύμμετρη απόλαυση
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

4/10/2021

Το νέο Yamaha R7 ήρθε για να εδραιώσει μια νέα κατηγορία superport μοτοσυκλετών που δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν. Από την πρώτη στιγμή προκάλεσε αντιδράσεις, όχι μόνο γιατί το όνομά του θύμισε στους άνω των 40 ετών την εξωτική τετρακύλινδρη R7 που έτρεχε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα SBK ο Haga, αλλά και γιατί χρησιμοποιεί σχεδόν αυτούσιο τον κινητήρα του γυμνού MT-07 με τους “μόλις” 70 ίππους, όταν η Aprilia έχει στη γκάμα της το RS660 με τους 100 ονομαστικούς ίππους. Τόσο η πρώτη κατηγορία που γκρινιάζει για το όνομα, όσο και η δεύτερη κατηγορία που γκρινιάζει για την ιπποδύναμη, συνειδητά αποφεύγουν να λάβουν υπόψη τους τον σημαντικό παράγοντα του κόστους, αλλά και της νέας παγκόσμιας πραγματικότητας.

Το πρώτο R7 ήταν μια πανάκριβη μοτοσυκλέτα 750 κυβικών που βγήκε στην παραγωγή σε περιορισμένο αριθμό, μόνο και μόνο διότι οι κανονισμοί του WSBK επιβάλουν στα εργοστάσια οι μοτοσυκλέτες που θα συμμετέχουν στο πρωτάθλημα να βασίζονται σε κάποιο μοντέλο παραγωγής.

Τώρα οι κανονισμοί του WSBK επιτρέπουν στα τετρακύλινδρα να έχουν έως 1000 κυβικά, οπότε η R1 κάνει θαυμάσια για αυτή τη δουλειά και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για την Yamaha να παρουσιάσει μια καινούρια τετρακύλινδρη 750 κυβικών που θα κοστίζει 40.000 ευρώ και θα βγάζει 30 άλογα λιγότερα από την πιο φτηνή έκδοση της R1. Τα τετρακύλινδρα supersport 750 πέθαναν, διότι ο βασικός λόγος ύπαρξής τους ήταν οι κανονισμοί των αγώνων και τίποτε άλλο. Άλλαξαν οι κανονισμοί – πέθανε η κατηγορία.

Όποια καινούρια R7 κι αν παρουσίαζε η Yamaha, σίγουρα δεν θα ήταν τετρακύλινδρη 750 κυβικών με τιμή 40.000€.  

Αυτό με την σειρά του σημαίνει πως όσοι γκρινιάζουν για το όνομα, θα γκρίνιαζαν έτσι κι αλλιώς, διότι ποτέ δεν πρόκειται να παρουσιαστεί σύγχρονος αντικαταστάτης του πρώτου R7. Θα μπορούσε η Yamaha να ονομάσει η νέα μοτοσυκλέτα MT-07R ή R700 και να γλιτώσει από όλη αυτή την κουβέντα και την παραφιλολογία; Πιθανόν ναι, αλλά το σκεπτικό ήταν να κρατήσουν μια λογική συνέχεια στην ονοματολογία της σύγχρονης supersport οικογένειας με τα R3, R6 Race, R7 και R1.  

Πάμε τώρα στη γκρίνια με τα “μόλις” 70 άλογα και τους “μόλις” δύο κυλίνδρους.

Η Yamaha είχε κανονικά στην παραγωγή το τετρακύλινδρο R6 και μάλιστα επένδυε χρήματα για την εξέλιξή του έως την Euro 4 εποχή.

Όμως παρά το γεγονός πως ήταν στην κορυφή της κατηγορίας του… οι πωλήσεις δεν επαρκούσαν για να στηρίξουν το περαιτέρω κόστος εξέλιξης για να συνεχίσει στην euro5 εποχή.

Για να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται, υπάρχουν πάρα πολλοί που λένε και γράφουν ότι θα αγόραζαν ένα τετρακύλινδρο 600 με 125 ίππους, αλλά κανείς από αυτούς δεν βάζει το χέρι στην τσέπη για να πάει να το αγοράσει.

Η εικονική πραγματικότητα έχει τεράστια διαφορά με την συμβατική πραγματικότητα και γι΄αυτό δημιουργήθηκε το νέο R7. Η Yamaha έχει αποδείξει με την ιστορία της πως μπορεί να φτιάξει οποιαδήποτε μοτοσυκλέτα θέλει. Αν ήθελε να φτιάξει ένα δικύλινδρο 700 με 120 ίππους θα το έκανε, μόνο που ένας τέτοιος κινητήρας δεν θα ήταν καθόλου φτηνός.

Η χρησιμοποίηση του κινητήρα του MT-07 στο R7 έχει να κάνει ξεκάθαρα με την ανάγκη για δημιουργία μιας supersport μοτοσυκλέτας που η τιμή της θα είναι τέτοια ώστε να μπορεί να την αγοράσει η νέα γενιά.

Σαφής και συγκεκριμένος στόχος που δεν δέχεται καμία παρερμηνεία. Το R7 φτιάχτηκε για να μπορεί να το αγοράσει η νέα γενιά, με βάσει τις ανάγκες που έχουν δημιουργηθεί αυτή την εποχή. Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης η τιμή του δεν θα έχει μεγάλη διαφορά από του Tracer 700, αλλά θα έχει μεγάλη διαφορά από του Aprilia RS660.

Βασικός παράγοντας για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν η χρήση του κινητήρα του MT-07 με όσες λιγότερες αλλαγές ήταν δυνατόν. Όχι μόνο γιατί οι μηχανολογικές αλλαγές προσθέτουν κόστος εξέλιξης και δοκιμών, ούτε μόνο γιατί κάθε δομική αλλαγή στον κινητήρα θα απαιτούσε τη δημιουργία διαφορετικής γραμμής παραγωγής. Αυτά ήταν τα προβλήματα των κατασκευαστών τις προηγούμενες δεκαετίες. Στη σύγχρονη εποχή, η μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση είναι στις διαδικασίες έγκρισης τύπου.

Ακόμα και για τα αυτοκόλλητα που αλλάζουν χρώμα σε κάθε νέο μοντέλο, οι κατασκευαστές είναι υποχρεωμένοι να περνάνε νέες διαδικασίες έγκρισης τύπου και να πληρώνουν τρελά λεφτά στις αρμόδιες Ευρωπαίες Υπηρεσίες. Σας θυμίζουμε απλώς, πως η Aprilia στα τεχνικά χαρακτηριστικά των RS660 και Tuono 660 αναγράφει την ίδια γωνία κάστερ (ενώ στην πραγματικότητα το Tuono 660 έχει 23,5⁰ αντί για 24⁰) μόνο και μόνο για να μην πληρώσουν ξανά νέα έγκριση τύπου για το Tuono 660, κάτι που θα επιβάρυνε δυσανάλογα την τιμή του.

Εσωτερικά λοιπόν ο κινητήρας του R7 είναι ίδιος με του MT-07 και αυτό σημαίνει ροπή στις χαμηλές και μεσαίες στροφές.

Για να δώσουν όμως έναν πιο σπορ χαρακτήρα, τα περιφερειακά στον κινητήρα του R7 έχουν διαφορετική φιλοσοφία. Η γκαζιέρα έχει πιο κοντή διαδρομή και η ECU έχει διαφορετική ρύθμιση στην προπορεία της ανάφλεξης, με στόχο η απόκριση στο γκάζι να είναι πιο άμεση.

Ταυτόχρονα, η τελική σχέση μετάδοσης είναι πιο μακρά και σε συνδυασμό με την καλύτερη αεροδυναμική που προσφέρει το φαίρινγκ και η σκυφτή θέση οδήγησης, το R7 έχει υψηλότερη τελική ταχύτητα από το γυμνό MT-07.

Οι δρόμοι και η πίστα που οδηγήσαμε δεν είχαν τεράστιες ευθείες, αλλά παρ’ όλα αυτά προλάβαμε και είδαμε έως 205km/h στο κοντέρ, με τον κινητήρα να έχει όρεξη να ανεβάσει ακόμα περισσότερες στροφές.

Όσο κοντά κι αν μοιάζει στα χαρτιά με το MT-07, στην πραγματικότητα η εμπειρία οδήγησης του R7 στο δρόμο και την πίστα δεν είχαν καμία σχέση με το MT-07.

Μόνο και μόνο από τη θέση οδήγησης, η κατανομή του βάρους (στατική και ενεργητική) είναι εντελώς διαφορετική και αλλάζει δραματικά την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά του R7 σε σχέση με το MT-07.

Η σταθερότητα, ιδιαίτερα μετά τα 150km/h στο κοντέρ, είναι εξαιρετική στο R7 και σε αυτό βοηθούν τα Bridgestone S22, το πλήρως ρυθμιζόμενο upside πιρούνι και φυσικά οι ισχυρότερες πλάκες αλουμινίου που συνδέουν τη βάση του ψαλιδιού με το πάνω τμήμα του πλαισίου/υποπλαισίου.

Το συνολικό πλάτος του φαίρινγκ είναι πιο στενό από του μικρότερου R3, αλλά η προστασία από τον αέρα στις υψηλές ταχύτητες και η σταθερότητα που έχει δώσει στο R7 είναι εντυπωσιακές.

Αν η σέλα δεν ήταν τόσο σκληρή, το R7 θα ήταν πολύ καλύτερη μοτοσυκλέτα για ταξίδια από το ΜΤ-07.

Γενικά η άνεση του R7 ακολουθεί την λογική των σύγχρονων supersport μοτοσυκλετών, δηλαδή η εργονομία τιμονιού-σέλας-μαρσπιέ είναι για γρήγορη οδήγηση μέσα στην πίστα και δεν υπάρχει κανένας συμβιβασμός για ήρεμη οδήγηση στο δρόμο.

Τα κλιπ-ον είναι κάτω από την πλάκα του πιρουνιού, η σέλα είναι στα 835mm από το έδαφος και τα μαρσπιέ είναι αρκετά ψηλά και πίσω.

Από την πρώτη στιγμή που θα κάτσεις πάνω του σου θυμίζει με κάθε τρόπο την R1 και η χροιά του κινητήρα στις χαμηλές στροφές φέρνει κάτι σε crossplane…

Γενικά το R7 είναι πολύ πιο σκληροπυρηνικό σε θέση οδήγησης και εμφάνιση από το δικύλινδρο Kawasaki Ninja 650, που θα είναι και ο πραγματικός του αντίπαλος στις αγορές της Ευρώπης.

Η δοκιμή ξεκίνησε σε μια φανταστική παραλιακή διαδρομή της Almeria στην νότια Ισπανία, με πολλές στροφές και άριστης ποιότητας άσφαλτο. Αν οδηγούσαμε ένα R6 θα είχαμε συνεχώς 1η-2α στο κιβώτιο και ο κινητήρας θα δούλευε μεταξύ 11.000-14.000 στροφές. Με το R7 είχαμε 3η-4η και ο κινητήρας δούλευε μεταξύ 6.000-8.000 στροφών, κάνοντας την οδήγηση πολύ πιο εύκολη και ευχάριστη εμπειρία. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στο πόσα άλογα και πόση ροπή βγάζει ένας κινητήρας, με το πώς τα βγάζει στο δρόμο.

Ναι, αν κλείναμε στον δρόμο για την υπόλοιπη κυκλοφορία και καθόμασταν όλη μέρα εκεί μέχρι να μάθουμε άριστα την διαδρομή, τότε το R6 θα ήταν πιο γρήγορο από τα R7. Τώρα όμως που δεν ξέραμε με απόλυτη ακρίβεια τί μας περιμένει στην επόμενη στροφή, ο ροπάτος δικύλινδρος κινητήρας σε βοηθάει να βγεις γρήγορα από τη στροφή ακόμα κι αν έχεις μπει λάθος, ενώ ο τετρακύλινδρος κινητήρας του R6, όχι μόνο δεν συγχωρεί λάθη, αλλά αντιθέτως τα μεγεθύνει.

Όπως και στον ανοιχτό δρόμο, το R7 έχει εξαιρετική σταθερότητα στις στροφές και αντίστοιχα εξαιρετική αίσθηση για την πρόσφυση του εμπρός τροχού. Καμία σχέση δηλαδή με το MT-07 ,που όταν το πιέζεις πραγματικά αρχίζεις να χάνεις την άμεση επικοινωνία με τον εμπρός τροχό.

Τώρα πως στο διάβολο “κατάφερε” ένας από τους Βέλγους δημοσιογράφους του γκρουπ να πέσει σε μια δεξιά στροφή, μόνο ο ίδιος το ξέρει. Μετά βέβαια θα γράφει μπούρδες για το μηχανάκι και εμείς θα πρέπει να τρώμε χρόνο από τη ζωή μας για να απαντάμε σε όλους αυτούς που “διάβασαν σε site του εξωτερικού πως το R7 δεν στρίβει”….   

Η πραγματικότητα είναι πως η επιπλέον σταθερότητα έχει ένα μικρό αντίκτυπο στην ευελιξία του R7 καθώς θέλει αρκετή δύναμη στα χέρια για να αλλάξει απότομα πορεία στα δύσκολα εσάκια και αν πάρεις λάθος γραμμή στην είσοδο της στροφής δεν μπορείς να αλλάξεις τόσο εύκολα πορεία. Όχι υπερβολική προσπάθεια, αλλά σίγουρα περισσότερη από το MT-07, αν και ένας λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα εισόδου που έχεις με το R7 στις στροφές.

Τα φρένα έχουν περισσότερη δύναμη χάρη στην ακτινική τρόμπα της Brembo εμπρός και στην νέα ρύθμιση της κεντρικής μονάδας του ABS που καθυστερεί την επέμβασή του. Μαζί με την υψηλότερη πρόσφυση των Bridgestone S22 και την άριστη ισπανική άσφαλτο, το ABS δεν μπήκε ούτε μία φορά στα 140 χιλιόμετρα της διαδρομής που κάναμε στο δρόμο.

Κάπως έτσι φτάσαμε στην πίστα της Andalucía που απέχει μόλις 200… μέτρα(!!!!!) από την πίστα της Almeria. Πρόκειται για μια πίστα που σχεδιάστηκε ειδικά για εμπορική εκμετάλλευση (κινηματογραφικές, τηλεοπτικές, διαφημιστικές παραγωγές και φυσικά δημοσιογραφικές παρουσιάσεις) και όχι για αγώνες.

Σε αυτό το σημείο μπορούμε να πιαστούμε όλοι μαζί και γοερά να κλαίμε για την ελληνική πραγματικότητα και για μεγάλα όνειρα περί F1/MotoGP κτλ, που ακόμη κι αν γίνουν πράξεις, θα έχουν δυσβάσταχτο κόστος για όποιον θέλει απλά να μπει σε μία πίστα και να ανακαλύψει τα όρια, βελτιώνοντας τον εαυτό του…
Κάπως έτσι η πίστα αυτή έρχεται και σε απόλυτη ευθυγράμμιση με το σκεπτικό της Yamaha στην δημιουργία του R7.

Βέβαια ο σύνθετος χαρακτήρας της οδηγεί σε πολλές επιλογές διαμόρφωσης της διαδρομής της και αυτό την έκανε εξαιρετικά δύσκολη να την μάθεις, διότι έβγαινες από πολλές στροφές και ξαφνικά έβλεπες μπροστά σου μια πολλαπλή διασταύρωση με κορύνες. Να πάω δεξιά; Να πάω αριστερά; Να συνεχίσω ευθεία;

Ίσως αυτή να ήταν η αιτία της δεύτερης πτώσης της ημέρας, όπου ένας βρετανός δημοσιογράφος συγκρούστηκε με τον πλοηγό στον τρίτο μόλις γύρο…

Όπως ήταν φυσικό, το πρώτο εικοσάλεπτο προσαρμογής στα περίεργα ανωτέρω δεδομένα, η ροπή του κινητήρα του R7 στις μεσαίες ήταν θείο δώρο!

Ακόμα και στις πιο κλειστές στροφές της πίστας όπου οι στροφές του κινητήρα έπεφταν κάτω από τις 5.000, είχαμε 3η στο κιβώτιο και το R7 έβγαινε αξιοπρεπέστατα στις εξόδους.

Με τίποτα δεν θα αντάλλαζα το R7 με το R6 εκείνα τα πρώτα είκοσι λεπτά. Για όλα τα υπόλοιπα, σαφώς και ναι, το R6 θα ήταν ένα ταχύτερο και διασκεδαστικότερο παιχνίδι. Κι ακριβότερο ταυτόχρονα...

Επίσης, ο μονόδρομος, υποβοηθούμενος συμπλέκτης έχει βελτιώσει αφάνταστα τη συμπεριφορά του κιβωτίου ταχυτήτων και το quick-shifter (μόνο για τα ανεβάσματα) μας βοηθούσε αρκετά.

Ειδικά στο δεύτερο και τρίτο εικοσάλεπτο που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε που πάμε μέσα στην πίστα, η ύπαρξη του quick-shifter έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Ο CP3 έχει ροπή στις μεσαίες, αλλά μετά τις 8.500 στροφές δεν ανεβάζει τόσο γρήγορα. Αυτό σημαίνει πως αν οδηγείς με τις στροφές κοντά στον κόφτη δεν πας γρήγορα.

Εκείνο που πρέπει να κάνεις με αυτόν τον κινητήρα στην πίστα είναι να έχεις πάντα “μια πάνω”. Στο τρίτο εικοσάλεπτο που ξέραμε πια καλά τις γραμμές της πίστας, ανεβάζαμε ταχύτητα για να μπούμε στις γρήγορες στροφές της πίστας και το πολύ να κατεβάζαμε μία ταχύτητα στις πιο κλειστές. 

Οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο, οι απαιτήσεις από το πλαίσιο και κυρίως από το εμπρός ελαστικό πολλαπλασιάζονται, διότι έχεις μεγαλύτερη ταχύτητα εισόδου και πλαγιάζεις τη μοτοσυκλέτα περισσότερο.

Ευτυχώς το R7 έχει εξαιρετικό σε συνολική αίσθηση μπροστινό και τα Brigdestone R11 που μας είχαν βάλει για την οδήγηση στην πίστα, πρόσφεραν απεριόριστο κράτημα πάνω στην κορυφαίας ποιότητας άσφαλτο της ισπανικής πίστας.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα του R7 σε σχέση με το αντίστοιχης τιμής Kawasaki Ninja 650 και το ακριβότερο Honda CBR 650 R είναι τα μεγάλα περιθώρια κλίσης. Ακόμα και με τα εργοστασιακά μαρσπιέ και την εργοστασιακή εξάτμιση το R7 δεν βρίσκει εύκολα κάτω, διευκολύνοντας ακόμα περισσότερο την διατήρηση υψηλής ταχύτητας μέσα στις στροφές.

Μόνο το ABS βάζει όρια στο πόσο αργά και άγρια θα φρενάρεις μέσα στην πίστα. Μια λύση είναι να τραβήξεις την ασφάλεια του ABS και να το απενεργοποιήσεις και μια άλλη λύση είναι να αγοράσεις τον ειδικό “κλέφτη” που κουμπώνει στην πλεξούδα και κάνει ακριβώς την ίδια δουλειά.

Η Yamaha έχει ήδη φτιάξει πλήρες αγωνιστικό κιτ που περιλαμβάνει νέα πλεξούδα (καταργεί φώτα/φλας/κεντρικό διακόπτη) ολόκληρο φαίρινγκ, μαρσπιέ, πίσω αμορτισέρ Ohlins και έμβολα/ελατήρια πιρουνιού Ohlins, ρυθμιζόμενα κλιπ-ον, διαφορετική ζελατίνα και διαφορετικά τακάκια φρένων.

Η Ιταλία και η Γαλλία έχουν προκηρύξει εθνικό κύπελο R7 Cup και το ίδιο ετοιμάζεται να κάνει η Γερμανία. Στόχος της Yamaha είναι να υπάρξουν R7 Cup σε όσες περισσότερες χώρες της Ευρώπης γίνεται και προγραμματίζει έναν μεγάλο τελικό αγώνα με όλους τους νικητές των εθνικών κυπέλλων στο τέλος της σεζόν.

Ως αγωνιστική μοτοσυκλέτα το R7 έχει σαφέστατα μεγάλα οικονομικά πλεονεκτήματα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη τετρακύλινδρη supersport 600, αφού δεν χρειάζεται να αγοράσεις το πανάκριβο αγωνιστικό κιτ για τον κινητήρα και φυσικά ξεκινάς με τα μισά λεφτά που στην πράξη κοστίζει το R7.

Όποιος έχει βαθιές τσέπες μπορεί να αγοράσει το R6 Race, αλλά για όλους τους υπόλοιπους που θέλουν να διασκεδάσουν στην πίστα ή να τρέξουν σε αγώνες μικρότερης προβολής όπως ένα ενιαίο κύπελλο και με το μικρότερο δυνατό κόστος, το R7 είναι μια ρεαλιστική επιλογή.

Σε κάθε περίπτωση, τα τετρακύλινδρα 600 δεν τα αγοράζει πια κανείς για να τα οδηγεί στο δρόμο και γι΄αυτό σταμάτησε η διάθεσή τους.

Το νέο R7 συμβαδίζει απόλυτα με τις απαιτήσεις της πραγματικότητας και όχι της φαντασίας μας. Όχι δεν είναι γνήσιος απόγονος του R7 του Haga, ούτε έχει την τεχνολογία και τις επιδόσεις του R6. Κοστίζει όμως 5 φορές λιγότερο από το R7 του Haga και έχει σχεδόν τα μισά λεφτά απ’ όσο θα έκανε το R6 αν γινόταν Euro 5.

Όμως το σημαντικότερο δεν είναι πως μπορεί να το αγοράσει περισσότερος κόσμος. Το σημαντικότερο όλων είναι πως απολαύσαμε απίστευτα την οδήγησή του στους δρόμους και την πίστα της Ισπανίας και η χαρά που μας έδωσε ήταν τριπλάσια από την τιμή και την ιπποδύναμή του.

Έχουμε ορισμένα μειονεκτήματα να τονίσουμε και μάλιστα τα επισημάναμε και στους ανθρώπους της Yamaha με ορισμένες, ευφάνταστες απαντήσεις, πράγματα που θα αναλύσουμε και θα τεκμηριώσουμε στο επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ!

 

Έρχεται ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ και ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ σε επόμενο ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΜΟΤΟ


 

Αποστολή στη Βουλγαρία: Οδηγούμε τις Harley-Davidson 2025 στη Σόφια

Πρώτη επαφή με τις μοτοσυκλέτες της H-D στη γειτονική χώρα
Harley-Davidson αποστολή στη Σόφια
Από το

motomag

2/5/2025

Πραγματοποιήσαμε ένα ταξίδι αστραπή για να πάρουμε μια πρώτη γεύση από όλα τα νέα μοντέλα της εταιρείας που θα είναι και πάλι ενεργή στη χώρα μας

Όπως σας είχαμε ενημερώσει η Harley-Davidson αποτελεί πλέον μέρος του brand portfolio του Fais Group και εμείς βρεθήκαμε στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος με τους ανθρώπους του ομίλου, τον Κωνσταντίνο Νούσια, διευθυντή μάρκετινγκ του group και τον εμπορικό διευθυντή Κώστα Καλατζόπουλο και ξεκινήσαμε το ταξίδι μας για τη Σόφια. Εκεί βρισκόταν εκείνες τις ημέρες το γνωστό φορτηγό της H-D με όλα τα νέα μοντέλα, μία καλή ευκαιρία για μία πρώτη γνωριμία με τις ανανεώσεις και τις αλλαγές τους. Φτάσαμε απόγευμα στη γειτονική χώρα με βροχερό καιρό και φύγαμε κατευθείαν για τις εκεί εγκαταστάσεις της Harley-Davidson και την ενημερωτική παρουσίαση που είχαν ετοιμάσει για εμάς οι άνθρωποι της αμερικάνικης εταιρείας.

Η H-D ιδρύθηκε στο Milwaukee το 1903 όταν ο William S. Harley και τα αδέλφια Arthur, Walter και William A. Davidson κατασκεύασαν την πρώτη τους μοτοσυκλέτα μέσα σε ένα μικρό ξύλινο υπόστεγο και μας είναι γνωστή σήμερα για τους δικύλινδρους κινητήρες διάταξης «V» αλλά και ένα τεράστιο δίκτυο φαν κλαμπ που απαρτίζεται από δεκάδες λέσχες με πιο γνωστό το Harley Owners Group (H.O.G.), μέλη του οποίου μας συνόδευσαν στην αποστολή.

Κατά την διάρκεια της παρουσίασης, οι άνθρωποι της Harley-Davidson μας πληροφόρησαν πως οι εγκαταστάσεις τους στην Ελλάδα θα είναι σύντομα γεγονός και θα βρίσκονται στην περιοχή Βάρης – Κορωπίου. Επίσης μάθαμε πως όλα τα νέα μοντέλα της Harley, φέρουν φρένα Brembo, τρεις χάρτες οδήγησης, συνδεσιμότητα με κινητό και εκδόσεις CVO (εκτός των sport). Σημαντικό επίσης είναι να αναφέρουμε πως η εταιρεία χρησιμοποιεί για το 2025 δύο διαφορετικούς κινητήρες, τον αερόψυκτο δικύλινδρο διάταξης «V» Milwaukee-Eight 117, 1.917 κυβικών και τον υγρόψυκτο δικύλινδρο διάταξης «V» Revolution Max, σε δύο εκδόσεις με 975 και 1.252 κ.εκ.

Η μέρα που οδηγήσαμε ήταν η επόμενη της άφιξής μας στη Σόφια. Ξυπνήσαμε το πρωί αντικρίζοντας έναν ηλιόλουστο καιρό που μας έφτιαξε από νωρίς τη διάθεση. Γρήγορα ξεκινήσαμε για τις εγκαταστάσεις της Harley-Davidson όπου και μας περίμενε ήδη το επιβλητικό φορτηγό που “στεγάζει” τις νέες μοτοσυκλέτες και γυρνά την Ευρώπη για τις αντίστοιχα εκδηλώσεις επισκεπτόμενο κάθε σημαντική αγορά για την αμερικάνικη εταιρεία. 

Ντυμένοι με τον απαραίτητο εξοπλισμό, ανεβήκαμε σε μία από τις διαθέσιμες μοτοσυκλέτες και ξεκινήσαμε τη βόλτα μας νιώθοντας για λίγο πως παίζουμε στο “Sons of Anarchy” καθώς το κομβόι με τις 20 και πλέον Harley-Davidson ξεκίνησε την πορεία του. Να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι αυτή δεν ήταν μία κανονική αποστολή, όπως όλες τις άλλες που έχουμε συνηθίσει να πηγαίνουμε είτε στο εξωτερικό είτε στην Ελλάδα, όπου συνήθως οδηγούμε για πολλά χιλιόμετρα ένα μοντέλο ώστε να αποκτήσουμε για αυτό μια πολύ καλή πρώτη εικόνα. Οι μοτοσυκλέτες ήταν πολλές και ο χρόνος λίγος αλλά χρειάζεται κατανόηση καθώς πρόκειται για μία προσπάθεια από την εταιρεία που ξεκινά σε νέα βάση και το πλέον σημαντικό σε αυτό το σημείο είναι ότι η αρχή μόλις έγινε!

Η συγκεκριμένη εμπειρία οδήγησης είχε περισσότερο στόχο να μας βάλει ξανά στο αμερικάνικο πνεύμα, να θυμηθούμε τα πολλά και διαφορετικά μοντέλα που έχει η Harley Davidson και να μας μεταφέρει λίγη από την αύρα των μοτοσυκλετών από το Milwaukee έπειτα από την πολυετή απραξία της H-D στην Ελλάδα. Φυσικά και θα επανέρθουμε αναλυτικά για όποια από αυτές τις μοτοσυκλέτες μας δοθεί με το καλό για δοκιμή επί ελληνικού εδάφους.

Ας μην ξεχνάμε πως το MOTO είναι το μόνο Μέσο που έχει κάνει δικά του έξοδα και μάλιστα ιδιαίτερα υψηλά για να δοκιμάσει και να συγκρίνει την πιο φρέσκια των H-D. Μία κίνηση που είχε ως μόνο στόχο την πληρότητα και την απάντηση στην μόνιμη δέσμευση απέναντι στον αναγνώστη.

Πρώτη μοτοσυκλέτα που επιλέξαμε ήταν το Street Bob, με τον μίνιμαλ πίνακα οργάνων και με το τιμόνι να έρχεται ασυνήθιστα ψηλά. Η μοτοσυκλέτα των 293 κιλών -σε κατάσταση λειτουργίας- είναι αντικαταστάτης του Street Bob 114 και φέρει τον κινητήρα Milwaukee-Eight 117 έναντι του Milwaukee-Eight 114 του προηγούμενου μοντέλου. Ο κυβισμός του βρίσκεται στα 1.917,28 κ.εκ. και η απόδοση στους 98 ίππους και τα 16,62 κιλά ροπής στις μόλις 4.600 και 2.500 σ.α.λ. αντίστοιχα. Ο ήχος του κινητήρα είναι εξαιρετικός με μπόλικη ροπή από το ρελαντί και με τη δύναμη του να “απλώνει” σε όλο το φάσμα λειτουργίας. Μπροστά συναντάμε ένα τηλεσκοπικό πιρούνι 49 χιλιοστών και πίσω ένα monoshock αμορτισέρ 43 χιλιοστών με δυνατότητα ρύθμισης προφόρτισης ελατηρίου. 

Harley-Davidson αποστολή στη Σόφια

Ο εξοπλισμός είναι πλούσιος και περιλαμβάνει cornering ABS, traction control, Drag-Torque Slip Control (DSCS), Tire Pressure Monitoring System (TPMS), LED φώτα και USB θύρα φόρτισης. Το Street Bob ανήκει στην γκάμα “Cruiser” της H-D  και η μοτοσυκλέτα του 2025 είναι 4 κιλά ελαφρύτερη έναντι της προηγούμενης, πάρα τα έξτρα κυβικά.

Συνεχίσαμε με τη Pan America 1250 που περιμέναμε πώς και πώς να δοκιμάσουμε, καθώς μιλάμε για την πρώτη adventure/crossover μοτοσυκλέτα στην ιστορία της Harley-Davidson και εκείνη που ίσως έχει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το ελληνικό κοινό. Είχαμε να την δούμε από προηγούμενο MEGA TEST ON-OFF που είχαμε κάνει δυσανάλογα μεγαλύτερο κόπο από τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες για να την έχουμε μαζί μας και ήταν μάλιστα και μία από τις πρώτες συγκριτικές δοκιμές της παγκοσμίως! Η μοτοσυκλέτα βγαίνει σε τρεις διαφορετικές εκδόσεις: Pan America 1250 ST, Pan America 1250 Special και CVO Pan America 1250 και όλες φέρουν τον Revolution Max 1.252 κυβικών. 

Η Pan America 1250 ST είναι η ασφάλτινη έκδοση με 17άρηδες τροχούς και χυτές ζάντες που παρουσιάστηκε πρόσφατα. Η Pan America 1250 Special είναι η πιο χωμάτινη έκδοση με 19αρη τροχό μπροστά και ακτίνες και η CVO φέρει επίσης ακτινωτές ζάντες με 19άρη τροχό εμπρός όπως επίσης και τρεις βαλίτσες, δύο πλαϊνές και μία κεντρική. Η ισχύς όλων των εκδόσεων είναι 150 ίπποι και οι αναρτήσεις τους είναι ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενες από την Showa. Ο εξοπλισμός είναι υπερπλήρης και συναντάμε οθόνη TFT 6,8 ιντσών, TPMS, USB θύρα φόρτισης, EITMS, quickshifter, Vehicle Hold Control (VHC), Cornering Enhanced Anti-lock Brake System (C-ABS), Traction Control System (TCS), DSCS και πολλά ακόμη.

Εμείς οδηγήσαμε τις Pan America 1250 ST και Pan America 1250 Special. Ανεβαίνοντας στη μοτοσυκλέτα μας έκανε εντύπωση η μία και μοναδική θέση οδήγησης, εδώ δεν μπορείς να μετακινηθείς πάνω στη σέλα λόγω του σχήματός της και κατά συνέπεια είτε βολεύεσαι με αυτή είτε όχι. Εμείς βολευτήκαμε μια χαρά με τις εντυπώσεις να κερδίζουν η πολύ καλή λειτουργία των ηλεκτρονικά ελεγχόμενων αναρτήσεων αλλά και ο “ροπάτος” και εύστροφος κινητήρα που δείχνει με την απόδοσή του ότι δεν έχει να ζηλέψει κάτι από τον ανταγωνισμό, αν και δεν φτάνει στα δικά του νούμερα απόδοσης. Μην ξεχνάμε πως πρόκειται για τον ισχυρότερο κινητήρα της εταιρείας. Αναμένουμε το συγκεκριμένο μοντέλο για την πλήρη δοκιμή του στην Ελλάδα, ώστε να δούμε και τις δυνατότητες της μοτοσυκλέτας εκτενέστερα αλλά και να πατήσουμε με αυτήν εκτός δρόμου κομμάτι.
Έπειτα ακολούθησε πήρε το Sportster S που φέρει τον υδρόψυκτο κινητήρα Revolution Max των 1.252 κυβικών, με την απόδοση να φτάνει στα 121 άλογα και τα 12,85 κιλά ροπής στις 7.500 και 6.000 σ.α.λ. αντίστοιχα, για μία από τις ελαφρύτερες μοτοσυκλέτες των Αμερικανών στα 221 κιλά χωρίς υγρά. 

Harley-Davidson αποστολή στη Σόφια

Το ανανεωμένο μοντέλο φέρει αλλαγή στο λογότυπο του ντεπόζιτου και έχει αυξημένη διαδρομή πίσω ανάρτησης κατά 60%, στα 82 χλστ. (92 χλστ. μπροστά) με το ύψος σέλας όμως να παραμένει στα 765 χιλιοστά. Η οθόνη είναι TFT 4 ιντσών και η μοτοσυκλέτα είναι εξοπλισμένη με TPMS, TCS, DSCS, C-ABS και θύρα USB. Πρόκειται ξεκάθαρα για ένα μοντέρνο muscle bike με τροχούς που βλέπουμε συνήθως σε bobber και 160άρι μπροστινό λάστιχο που δυσκολεύει τον αναβάτη στις επιτόπιες μανούβρες, αλλά το ξεχνάς μόλις ξεκινήσει η μοτοσυκλέτα. Εδώ να το τονίσουμε πως αισθανθήκαμε έντονη τη ζέστη από την εξάτμιση που περνάει πολύ κοντά στο δεξί μηρό του αναβάτη, με θερμοκρασία περιβάλλοντος στους 20 βαθμούς Κελσίου.

Στη συνέχεια δοκιμάσαμε το Breakout που εμφανισιακά θυμίζει την εικόνα που έχει ο μέσος άνθρωπος για τις μοτοσυκλέτες Harley-Davidson, μοιάζοντας περισσότερο από όλα με custom δημιουργία. Το αναβαθμισμένο μοντέλο, που ελάφρωσε κατά ένα κιλό έναντι του προηγούμενου στα 309 κιλά σε κατάσταση λειτουργίας. Φέρει τον αερόψυκτο δικύλινδρο κινητήρα των 1.917,28 κ.εκ. που αποδίδει όμως ένα περισσότερο ίππο φτάνοντας στους 104 στις 4.800 με τη μέγιστη τιμή της ροπής των 17,44 κιλών να κάνει την εμφάνισή της στις 3.000 σ.α.λ.

Harley-Davidson αποστολή στη Σόφια

Με τροχό 21 ιντσών μπροστά, ίσιο τιμόνι και πλάτος πίσω ελαστικού 240 χιλιοστά είναι σίγουρα επιβλητικό και πολύ σταθερό στην ευθεία. Ο προβολέας LED είναι νέος και διαθέτει LCD οθόνη 4 ιντσών, σύστημα TPMS, TCS, DSCS, C-ABS αλλά και cruise control. Η θέση οδήγησης μας άρεσε πολύ με μόνη παραφωνία τη πολύ κοντινή απόσταση που έχουν οι καθρέφτες με τα grip.

Έπειτα ανεβήκαμε στην πολύ άνετη σέλα του Street Glide Ultra που ανήκει στη σειρά Grand American Touring των H-D και από την πρώτη επαφή με τη μοτοσυκλέτα καταλαβαίνεις ότι μπορείς να γυρίσεις όλο τον κόσμο μαζί της. Και αυτή η μοτοσυκλέτα φέρει τον Milwaukee-Eight 117 έναντι του “114” του προηγούμενου μοντέλου και αποδίδει πλέον 105 ίππους αντί για 93. Επίσης φέρει αναβαθμισμένη σέλα και ανάρτηση τόσο εμπρός όσο και πίσω. Το μάτι μας έπεσε αμέσως στην νέα τεράστια έγχρωμη οθόνη αφής 12,3 ιντσών με τα ηχεία των 50 watt να ξεχωρίζουν δεξιά και αριστερά της. Ο εξοπλισμός της αμερικάνικης Tourer μοτοσυκλέτας περιέχει τα πάντα, από πλοήγηση στην οθόνη με ενημέρωση σε πραγματικό χρόνο για τις συνθήκες κίνησης και τον καιρό και ασύρματο Apple CarPlay με φωνητικές εντολές έως Vehicle Hold Control (VHC), TPMS, συνδυασμένα φρένα με Cornering ABS και Cornering traction control. Αξιοσημείωτο είναι ότι φέρει πλαϊνές βαλίτσες, top case, πλάτη συνεπιβάτη και το βάρος της μοτοσυκλέτας φτάνει τα 393 κιλά έναντι των 416 του προηγούμενου μοντέλου!

Harley-Davidson αποστολή στη Σόφια

Η τελευταία μοτοσυκλέτα που είχαμε την ευκαιρία να οδηγήσουμε ήταν η Nightster Special, η οποία θα είναι και η πιο προσιτή από πλευράς τιμής της Harley-Davidson στη χώρα μας, αλλά και η πιο ελαφριά στα 225 κιλά σε κατάσταση λειτουργίας. Η μοτοσυκλέτα με τον Revolution Max των 975 κυβικών αποδίδει 92,4 ίππους και 9,9 kgm ροπής στις 7.500 και 5.750 σ.α.λ. αντίστοιχα. Είναι εξοπλισμένη με TFT οθόνη 4 ιντσών, θύρα USB, TCS, DSCS και TPMS. Μας άρεσε πολύ το ρετρό ντεπόζιτο χρώματος “Whiskey Fire” και η θέση οδήγησης που δημιουργεί άνετες γωνίες για τα πάνω και τα κάτω άκρα. Μας άρεσε επίσης η μίνιμαλ αισθητική της και η “ζωντάνια” του κινητήρα της.

Harley-Davidson αποστολή στη Σόφια


Φυσικά και ένα από τα σημεία της πρώτης αυτής επαφής με τον ανανεωμένο στόλο της H-D, δεν θα μπορούσε παρά να είναι η τρέχουσα γεωπολιτική κατάσταση και το ενδεχόμενο οποιασδήποτε επιβάρυνσης. Κάτι το οποίο είναι παγωμένο αυτή τη στιγμή ως ενδεχόμενο ενώ επικρατεί αισιοδοξία και για το μέλλον απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο καθώς η Harley Davidson έχει διάφορα όπλα στη φαρέτρα της. Νέα εποχή για την H-D λοιπόν και μαζί, νέα προσέγγιση και για την Ελληνική αγορά με τα καλύτερα εγκαίνια, οδηγώντας την γκάμα της!